Υπάρχει κάτι βαθιά ανθρώπινο στο βλέμμα ενός κυβερνητικού βουλευτή όταν συνειδητοποιεί ότι ίσως χρειαστεί να εργαστεί ξανά κανονικά. Μια υπαρξιακή ταραχή. Ένα ελαφρύ πάγωμα στο χαμόγελο. Σαν άνθρωπος που άκουγε χρόνια το ίδιο τραγούδι και ξαφνικά κάποιος χαμήλωσε τη μουσική.
Αυτό ακριβώς συμβαίνει το τελευταίο διάστημα στη Νέα Δημοκρατία. Η παράταξη που για χρόνια κινήθηκε με την άνεση μόνιμου ενοίκου της εξουσίας, ανακαλύπτει ξαφνικά ότι οι εκλογές δεν είναι τηλεοπτικό ντεκόρ αλλά διαδικασία με συνέπειες. Και οι συνέπειες αυτές έχουν αρχίσει να τρομάζουν αρκετούς «γαλάζιους» βουλευτές περισσότερο κι από την αντιπολίτευση.
Διότι ο πραγματικός εχθρός δεν είναι ο ΣΥΡΙΖΑ, ούτε το ΠΑΣΟΚ, ούτε καν η κοινωνική δυσαρέσκεια. Ο πραγματικός εχθρός είναι το excel των δημοσκοπήσεων. Εκεί όπου τα ποσοστά πέφτουν σιωπηλά και μαζί τους εξαφανίζονται έδρες, φιλοδοξίες, κρατικά αυτοκίνητα και το αιώνιο «να μιλήσω λίγο με τον υπουργό».
Και ξαφνικά, ως εκ θαύματος, η κοινοβουλευτική ομάδα απέκτησε φωνή.
Βουλευτές που επί χρόνια ψήφιζαν τα πάντα με την πειθαρχία μαθητή στρατιωτικής σχολής, ανακάλυψαν τώρα την ανάγκη «πολιτικού προβληματισμού». Άνθρωποι που δεν ενοχλήθηκαν ούτε από το κλίμα θεσμικής καχεξίας ούτε από τις διαδοχικές σκιές γύρω από κυβερνητικές υποθέσεις, σήμερα ανησυχούν βαθιά για «τη σχέση κόμματος και κοινωνίας». Συγκινητικό. Σχεδόν ποιητικό.
Η αλήθεια βέβαια είναι πιο πεζή. Δεν φοβούνται για τη δημοκρατία. Φοβούνται μήπως τους πάρει η δημοκρατία τη θέση.
Γιατί όταν το κυβερνών κόμμα αρχίζει να γλιστρά δημοσκοπικά προς ζώνες πολιτικής φθοράς, ο βουλευτής παύει να σκέφτεται ιδεολογικά. Δεν τον απασχολεί πια η μεγάλη εικόνα. Τον απασχολεί ο σταυρός. Το χωριό που γκρινιάζει. Ο κομματάρχης που εξαφανίστηκε. Η τοπική κοινωνία που δεν εντυπωσιάζεται πλέον από selfies υπουργικών εγκαινίων και δελτία Τύπου για ασφαλτοστρώσεις.
Και κάπου εκεί αρχίζει το πραγματικό δράμα. Διότι πολλοί από τους σημερινούς κυβερνητικούς βουλευτές μεγάλωσαν πολιτικά μέσα σε ένα περιβάλλον σχεδόν αποστειρωμένο από πραγματικό πολιτικό κίνδυνο. Έμαθαν να λειτουργούν σε συνθήκες κυριαρχίας. Με φιλικά κανάλια, ελεγχόμενη επικαιρότητα και τη βεβαιότητα ότι «στο τέλος ο κόσμος θα ψηφίσει σταθερότητα».
Μόνο που ο κόσμος έχει ένα ελάττωμα: κουράζεται.
Κουράζεται να ακούει ότι όλα πάνε καλά όταν στο σούπερ μάρκετ αφήνει πίσω προϊόντα για να βγει ο λογαριασμός. Κουράζεται να ακούει για ανάπτυξη όταν βλέπει λογαριασμούς, ενοίκια και μισθούς να μοιάζουν με κακόγουστο αστείο. Και κυρίως κουράζεται από την αλαζονεία της εξουσίας — εκείνη την ειδική μορφή πολιτικής τύφλωσης που κάνει μια κυβέρνηση να πιστεύει ότι η φθορά αφορά πάντα τους προηγούμενους.
Γι’ αυτό και η πρόσφατη γκρίνια στο εσωτερικό της ΝΔ δεν είναι πολιτικό γεγονός υψηλής σημασίας. Είναι σύμπτωμα φόβου. Όχι φόβου για τη χώρα, αλλά φόβου προσωπικής αποκαθήλωσης. Οι ίδιοι άνθρωποι που μέχρι χθες υπερασπίζονταν με θέρμη κάθε κυβερνητική επιλογή, σήμερα αφήνουν αιχμές, κάνουν «παρεμβάσεις», ζητούν «επανασύνδεση με την κοινωνία». Λες και έλειπαν χρόνια στο εξωτερικό και επέστρεψαν τώρα έκπληκτοι από την κατάσταση.
Είναι εντυπωσιακό πόσο γρήγορα ξυπνά η εσωκομματική συνείδηση όταν απειλείται η επανεκλογή.
Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η αγωνία με την οποία το κυβερνητικό στρατόπεδο προσπαθεί να παρουσιάσει αυτή την εικόνα ως δήθεν υγιή δημοκρατική λειτουργία. Σαν να πρόκειται για μια παράταξη γεμάτη ελεύθερες φωνές και δημιουργικές εντάσεις. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για πολιτικό προσωπικό που μυρίζει για πρώτη φορά πιθανότητα ήττας και αντιδρά όπως κάθε σύστημα εξουσίας όταν χάνει τη σιγουριά του: με νευρικότητα, μουρμούρα και εσωτερικές διαρροές.
Και όμως, μέσα σε όλο αυτό υπάρχει και κάτι σχεδόν κωμικό. Οι βουλευτές που σήμερα ανησυχούν επειδή δεν ακούγεται η κοινωνία, ήταν οι ίδιοι που δεν μιλούσαν όταν το κόμμα λειτουργούσε ως κάθετη διοικητική πυραμίδα. Όσο υπήρχαν υπουργικές καρέκλες, προσκλήσεις, δημόσιες σχέσεις και τηλεοπτική ασφάλεια, η σιωπή παρουσιαζόταν ως υπευθυνότητα. Τώρα που η καρέκλα τρίζει, η σιωπή βαφτίστηκε πρόβλημα δημοκρατίας.
Ίσως τελικά αυτή να είναι η πιο ειλικρινής εικόνα της σύγχρονης πολιτικής ζωής: βουλευτές που ανακαλύπτουν τη φωνή τους μόνο όταν κινδυνεύουν να χάσουν το μικρόφωνο.