1.Εισαγωγικές σκέψεις
Η νέα διακυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ δεν σηματοδοτεί μια απλή παλινδρόμηση στην πολιτική «America First» της πρώτης διακυβέρνησης, αλλά μια συστηματική προσπάθεια επαναθεμελίωσης της αμερικανικής ηγεμονίας πάνω σε νέους άξονες οικονομικού εθνικισμού, ενεργειακής αρπαγής και τεχνολογικής/διαστημικής κυριαρχίας.
Η νέα Εθνική Στρατηγική Ασφαλείας ( National Security Strategy /NSS) του 2025[1] κωδικοποιεί αυτή τη μετάβαση, παρουσιάζοντας έναν κόσμο όπου ο ανταγωνισμός μεγάλων δυνάμεων διασταυρώνεται με τους πολέμους για πόρους, τις εφοδιαστικές αλυσίδες, τα δίκτυα δεδομένων και την κυριαρχία στο Διάστημα.
Το Στρατηγικό κείμενο μετατοπίζει το κέντρο βάρους της αμερικανικής στρατηγικής από τον θεσμικό ατλαντισμό σε μια σκληρή λογική συναλλαγών με τους συμμάχους. Η έμφαση στον «οικονομικό πόλεμο» – δασμοί, έλεγχοι εξαγωγών, επαναπατρισμός παραγωγής, επιθετική βιομηχανική πολιτική – καθιστά τους συμμάχους όχι τόσο συνδιαμορφωτές κανόνων, όσο υποχρεωτικούς πολλαπλασιαστές ισχύος ενός επαναπατρισμένου αμερικανικού imperium.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι ευρωατλαντικές σχέσεις, η επανανοηματοδότηση του Δόγματος Μονρόε, η στρατηγική απέναντι στην Κίνα, καθώς και η άμεση επέμβαση στη Βενεζουέλα και οι απειλές προς άλλες χώρες – όπως η Κούβα και η Γροιλανδία, ενδεχομένως να μην αποτελούν αποσπασματικά επεισόδια, αλλά όψεις ενός ενιαίου γεωπολιτικού σχεδίου της διακυβέρνησης Τραμπ 2.0.
Η Ευρώπη σε αυτό το νέο στρατηγικό αφήγημα αποτυπώνεται ως «προβληματικός» εταίρος, με έμφαση σε δημογραφική στασιμότητα, σχετική οικονομική υποχώρηση και υποτιθέμενη «πολιτισμική» κόπωση.
Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν ο Τραμπ επιδιώκει απλώς έναν κλασικό διαμελισμό του πλανήτη σε σφαίρες επιρροής, αλλά αν στοχεύει σε μια πιο ριζική αναδιάρθρωση της παγκόσμιας ιεραρχίας. Αυτό περιλαμβάνει τη συστημική εξόντωση της Κίνας από ισότιμο πόλο ισχύος, την προοδευτική αποδυνάμωση – έως και αποσύνθεση – της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως ενιαίου πολιτικού υποκειμένου και την παράλληλη οικοδόμηση επιλεκτικών διμερών συμμαχιών με επιμέρους ευρωπαϊκά κράτη, τα οποία αναβαθμίζονται σε προνομιακούς εταίρους μιας αμερικανοκεντρικής αρχιτεκτονικής.
Η στρατηγική Trump 2.0 δεν περιορίζεται στην αμφισβήτηση του παραδοσιακού rules‑based διεθνούς συστήματος, αλλά τείνει προς την απονομιμοποίησή του και την αντικατάστασή του από ένα ιδιότυπο «America‑based order», όπου οι κανόνες δεν είναι καθολικοί και θεσμικά εγγυημένοι, αλλά διαμορφώνονται κατά περίπτωση, με γνώμονα τις προτεραιότητες ισχύος και ασφάλειας της Ουάσιγκτον.
Αυτό το σχήμα, από ευρωπαϊκή σκοπιά, αναδεικνύει ένα σύνθετο διακύβευμα: αφενός την ανάγκη ενίσχυσης της στρατηγικής αυτονομίας της ΕΕ, και αφετέρου την αντίσταση σε μια ολοένα πιο συναλλακτική, γεωοικονομικά δομημένη σχέση με τις ΗΠΑ, όπου η λογική της συμμαχικής αλληλεγγύης υποχωρεί σταδιακά έναντι ενός παζαριού ισχύος, ανταλλαγών και αντισταθμισμάτων.
Η κατανόηση αυτής της μετατόπισης από ένα rules‑based διεθνές σύστημα σε ένα ιδιότυπο America‑based order απαιτεί όχι μόνο κλασική ανάλυση εξωτερικής πολιτικής, αλλά και μια συστηματική διερεύνηση εναλλακτικών μελλοντικών εξελίξεων. Στο πλαίσιο αυτό, υιοθετείται μια προσέγγιση στρατηγικού foresight, η οποία αντιμετωπίζει τη νέα Εθνική Στρατηγική Ασφαλείας των ΗΠΑ (2025) ως «σημείο καμπής» και όχι ως σταθερό τελεσίδικο ορίζοντα. Μέσα από σενάρια, ανάλυση βασικών κινητήριων δυνάμεων και αναγνώριση κρίσιμων αβεβαιοτήτων, διερευνώνται οι πιθανές τροχιές της αμερικανικής ηγεμονίας, η προοδευτική αποδυνάμωση ή ανασυγκρότηση της ΕΕ και οι προϋποθέσεις για ουσιαστική ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία.
2.Ευρωατλαντικές σχέσεις: από τον κλασικό ατλαντισμό στις επιλεκτικές συνεργασίες
Το πρόσφατο κείμενο Εθνικής Στρατηγικής Ασφάλειας επισημοποιεί την τάση «αποσύνδεσης» μεταξύ των δύο πλευρών του Ατλαντικού, όχι μόνο σε όρους οικονομικών αλυσίδων αξίας και αμυντικών προτεραιοτήτων, αλλά και στο επίπεδο της πολιτισμικής περιγραφής της Δύσης. Η «Δύση» επανανοηματοδοτείται σταδιακά με φυλετικούς και θρησκευτικούς όρους – ως λευκή, χριστιανική κοινότητα που φέρεται να απειλείται από «άλλους», μετανάστες και μη‑Δυτικούς, οι οποίοι παρουσιάζονται ως φορείς αποσταθεροποίησης της κοινωνικής και πολιτισμικής ομοιογένειας και, στην περίπτωση της Ευρώπης, ως υπαρξιακή δημογραφική απειλή. Μια τέτοια ιδεοτυπική κατασκευή της Δύσης λειτουργεί διττά: αφενός νομιμοποιεί πιο σκληρές, αποκλειστικές πολιτικές σε θέματα μετανάστευσης, ασφάλειας και ταυτότητας και αφετέρου διευκολύνει την αμερικανική πλευρά να αντιμετωπίζει την Ευρώπη όχι ως ισότιμο πολιτικό εταίρο σε ένα κοινό norm‑based εγχείρημα, αλλά ως ευάλωτο, εσωτερικά διχασμένο χώρο που οφείλει να ευθυγραμμίζεται σε μια ηγεμονική, πολιτισμικά φορτισμένη εκδοχή του «Δυτικού» συμφέροντος.
Επιπροσθέτως, η απαίτηση για σημαντική αύξηση των ευρωπαϊκών αμυντικών δαπανών – με ορόσημο τη «Δέσμευση της Χάγης» για στόχο 5% του ΑΕΠ [2]– λειτουργεί ως καταλύτης για μια βαθιά αναδιάταξη της διατλαντικής σχέσης σε τρία επίπεδα:
-Πρώτον, μετατοπίζει τη βάση της συμμαχίας από το αφήγημα κοινών αξιών σε μια σχέση όπου η αξιοπιστία των Ευρωπαίων μετριέται κυρίως με δημοσιονομικούς δείκτες: πόσα δαπανούν για εξοπλισμούς, αγορές οπλικών συστημάτων και το κόστος της αμερικανικής αποτροπής.
-Δεύτερον, αυτό ενισχύει την ασυμμετρία εντός ΝΑΤΟ, καθώς τα ευρωπαϊκά κράτη ανακατανέμουν πόρους από κοινωνικές, πράσινες ή βιομηχανικές πολιτικές προς την άμυνα, χωρίς αντίστοιχη θεσμική αναβάθμιση του ρόλου τους στον στρατηγικό σχεδιασμό, ενώ η Ουάσινγκτον λειτουργεί ως «τιμολογών» ηγεμόνας, απαιτώντας περισσότερες δαπάνες αλλά διατηρώντας τον έλεγχο των βασικών επιλογών από την Κίνα έως τις περιφερειακές κρίσεις.
-Τρίτον, η κούρσα προς το 5% δημιουργεί μια de facto εσωτερική αποσύνδεση στην Ευρώπη, ανάμεσα σε κράτη μέλη που μπορούν να αντέξουν το βάρος και σε άλλα που κινδυνεύουν να παγιωθούν σε καθεστώς στρατηγικής εξάρτησης, εντείνοντας την πίεση για ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία – αλλά υπό αμερικανική ατζέντα και όχι με βάση μια αυτόνομη, συνεκτική ευρωπαϊκή αντίληψη απειλών και ρόλου στο διεθνές σύστημα. Κοντολογίς, η Ευρώπη καλείται να χρηματοδοτήσει την αποτρεπτική αρχιτεκτονική που σχεδιάζεται στην Ουάσινγκτον, με αντάλλαγμα μια επισφαλή, όλο και πιο συνθήκη‑εξαρτώμενη αμερικανική δέσμευση για την ασφάλειά της.
3.Η Ευρωπαϊκή Ένωση μπροστά σε ένα ιστορικό στρατηγικό σταυροδρόμι: Στρατηγική Αυτονομία ως πόλος ισχύος ή Στρατηγική εξάρτηση;
Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται πράγματι μπροστά σε ένα ιστορικό στρατηγικό δίλημμα, το οποίο οξύνει η Trump 2.0 αρχιτεκτονική ασφάλειας. Συνεπώς, η ΕΕ καλείται είτε να αποδεχθεί τον ρόλο του δευτερεύοντα, εξαρτημένου πυλώνα σε μια ευρωατλαντική τάξη που επανακαθορίζεται μονομερώς και σε μεγάλο βαθμό εξωδικαιϊκά από τις ΗΠΑ, είτε να επιταχύνει μια δύσκολη, αλλά αναγκαία μετάβαση προς ουσιαστική στρατηγική αυτονομία, με δικές της αμυντικές, βιομηχανικές και – κρίσιμα – διαστημικές πολιτικές.
Τα τελευταία βήματα σε επίπεδο ευρωπαϊκής αμυντικής αρχιτεκτονικής – η ενίσχυση των πόρων- Rearm2030, Safe, κα. για την αμυντική βιομηχανία, η συζήτηση για ένα «αμυντικό Schengen» με διευκολύνσεις στη διασυνοριακή μετακίνηση στρατευμάτων και υλικού, οι κοινές πρωτοβουλίες για προμήθειες οπλικών συστημάτων και αναπλήρωση αποθεμάτων – συνιστούν πρώιμα, αλλά ουσιαστικά στοιχεία μιας αυτόνομης ευρωπαϊκής αμυντικής βάσης.
Παράλληλα, η κοινή δημόσια στάση κρατών‑μελών απέναντι στις πλέον ακραίες κινήσεις της αμερικανικής διοίκησης, όπως οι δηλώσεις και πράξεις του Τραμπ έναντι της Ευρώπης, σηματοδοτεί μια αργή, αλλά υπαρκτή ωρίμανση της αντίληψης ότι η ΕΕ δεν μπορεί να παραμένει απλός αποδέκτης στρατηγικών αποφάσεων που λαμβάνονται στην Ουάσινγκτον.
Υπό αυτή τη σκοπιά, το «τραμπικό δίλημμα» λειτουργεί ως αρνητικός, αλλά ισχυρός καταλύτης. Η κλιμάκωση της πίεσης (γεωοικονομικός εκβιασμός, απαιτήσεις αμυντικών δαπανών, ιδεολογική αμφισβήτηση της Ευρώπης ως «παρακμάζοντος» εταίρου) καθιστά πιο ορατό το κόστος της στρατηγικής ανωριμότητας και ενισχύει τα επιχειρήματα υπέρ μιας ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας. Ωστόσο, αυτή η δυναμική δεν είναι δεδομένη: μπορεί να ανατραπεί εάν επικρατήσουν διασπαστικές κινήσεις, εθνικιστικοί ανταγωνισμοί ή εάν ενισχυθούν στην εξουσία ακραίες πολιτικές δυνάμεις που βλέπουν την ΕΕ περισσότερο ως «όχημα» εθνικής αποδόμησης παρά ως πλαίσιο συλλογικής ισχύος.
4.Η μετεξέλιξη του Δόγματος Μονρόε: Από τη Βενεζουέλα στη Γροιλανδία
Η στρατιωτική επέμβαση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα το 2025‑26 λειτουργεί ως εργαστήριο της νέας εκδοχής του Δόγματος Μονρόε, όπου η λογική της «ζωτικής σφαίρας» στο Δυτικό Ημισφαίριο συνδέεται ευθέως με πόρους, ενέργεια και καθεστώτα ασφαλείας. Επισήμως, η επιχείρηση πλαισιώνεται με όρους αντιμετώπισης της «ναρκο‑τρομοκρατίας», αποκατάστασης της δημοκρατίας και προστασίας της περιφερειακής ασφάλειας, σε πλήρη αντιστοίχιση με τη ρητορική της Εθνικής Στρατηγικής Ασφαλείας περί «κράτους δικαίου», καταπολέμησης των καρτέλ και εξάλειψης «τρομοκρατικών» δικτύων στο Δυτικό Ημισφαίριο.
Στην πράξη, όμως, η επέμβαση συνδέεται άμεσα με τον έλεγχο των τεράστιων πετρελαϊκών αποθεμάτων της χώρας, τη διασφάλιση προνομιακής πρόσβασης αμερικανικών εταιρειών στον ενεργειακό τομέα και την ενίσχυση της διαπραγματευτικής ισχύος των ΗΠΑ στις παγκόσμιες αγορές ενέργειας.
Η ρητή πρόβλεψη, στη στρατηγική, δικαιώματος «προληπτικών μέτρων» εντός του Δυτικού Ημισφαιρίου – ιδίως κατά καρτέλ και «τρομοκρατικών» οργανώσεων – αναβαθμίζει το Δόγμα Μονρόε από αρνητική αρχή μη‑ευρωπαϊκής παρέμβασης σε εργαλείο θετικής, ενεργητικής στρατιωτικής διαχείρισης της περιφέρειας. Η Βενεζουέλα αναδεικνύεται σε εμβληματικό πεδίο όπου η αρχή της κυριαρχίας και της μη επέμβασης υποχωρεί μπροστά σε μια ιεράρχηση ασφαλείας και πόρων που ορίζεται μονομερώς από την Ουάσινγκτον, με de facto ανάληψη ελέγχου του πετρελαϊκού τομέα και καθεστώτα «μεταβατικής διακυβέρνησης» υπό αμερικανική επιτήρηση.
5.Διεθνές δίκαιο ή δίκαιο του ισχυρού στην εποχή Trump 2.0;
Η μονομερής χρήση βίας εναντίον κυρίαρχου κράτους, χωρίς ρητή εξουσιοδότηση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ ή σαφή, τεκμηριωμένη επίκληση του δικαιώματος αυτοάμυνας κατά το άρθρο 51 του Χάρτη, εγείρει σοβαρά ερωτήματα συμβατότητας με το διεθνές δίκαιο και τους κανόνες jus ad bellum. Η επίκληση της «ναρκο‑τρομοκρατίας» και των διασυνδέσεων με διακρατικά εγκληματικά δίκτυα παραμένει νομικά αμφιλεγόμενη ως βάση ένοπλης επέμβασης, ιδίως όταν δεν συνοδεύεται από διαφανή, διαμοιρασμένα αποδεικτικά στοιχεία ούτε από ευρεία διεθνή συναίνεση.
Η de facto ανάληψη διακυβέρνησης («θα τρέξουμε εμείς τη χώρα μέχρι τη μετάβαση») προσεγγίζει μορφές ντε φάκτο κηδεμονίας και επαναφέρει, σε νέα μορφή, πρακτικές που παραπέμπουν σε παλαιότερα αποικιοκρατικά καθεστώτα, σε ευθεία ένταση με την αρχή της αυτοδιάθεσης των λαών και της πολιτικής ανεξαρτησίας των κρατών.
Η σύμπλευση τμημάτων της αντιπολίτευσης με την επέμβαση – η οποία παρουσιάζεται ως «ευκαιρία για ελευθερία» και «αποκατάσταση της δημοκρατίας» – δημιουργεί ένα ισχυρό αφηγηματικό πλαίσιο ανθρωπιστικής απελευθέρωσης, χωρίς όμως να αίρει το γεγονός ότι η δομή της επιχείρησης καθορίζεται από τις στρατηγικές προτεραιότητες και τις ενεργειακές επιδιώξεις των ΗΠΑ.
Η επιλογή μιας «rules-based order» χωρίς σταθερή αναφορά στον Χάρτη του ΟΗΕ και στις πηγές του διεθνούς δικαίου υπονομεύει τη θεσμική συνοχή του συστήματος, αποδυναμώνει τον δικαστικό έλεγχο και μετατρέπει το κανονιστικό πλαίσιο σε εργαλείο γεωπολιτικής ισχύος. Ταυτόχρονα, η επιμονή πολλών κρατών στις διαδικασίες του ΟΗΕ, στις γνωμοδοτήσεις του ΔΔΧ και στη δικαιοδοσία διεθνών και περιφερειακών δικαστηρίων δείχνει μια αντίρροπη δέσμευση στη διεθνή νομιμότητα και την έννοια του διεθνούς δικαίου ως «κοινής κληρονομιάς της ανθρωπότητας».[3]
Σε αυτό το σημείο, ο κλασικός διάλογος Αθηναίων–Μηλίων στον Θουκυδίδη προσφέρει έναν διαχρονικό φακό ερμηνείας. Οι Αθηναίοι απορρίπτουν τις εκκλήσεις των Μηλίων σε δικαιοσύνη και δίκαιο, διατυπώνοντας ωμά την αρχή ότι «οι ισχυροί πράττουν όσα τους επιτρέπει η δύναμή τους, ενώ οι αδύναμοι υπομένουν όσα είναι αναγκασμένοι»[4]. Η λογική αυτή αντανακλάται στο σύγχρονο δίλημμα: η Βενεζουέλα καθίσταται case study για τη σύγκρουση μεταξύ διακηρυγμένης norm‑based νομιμοποίησης και πραγματιστικής, power‑based άσκησης ηγεμονίας, όπου το διεθνές δίκαιο επιστρατεύεται ρητορικά, αλλά στην πράξη υποκαθίσταται από το «δίκαιο του ισχυρού».
6. Γροιλανδία: κόμβος στο νέο αρκτικό «μεγάλο παιχνίδι»
Η «υπόθεση Γροιλανδίας» εντάσσεται πλήρως στη λογική ενός διευρυμένου Δόγματος Μονρόε, το οποίο δεν περιορίζεται πλέον στο κλασικό δυτικό ημισφαίριο, αλλά αγκαλιάζει και την Αρκτική ως ζωτικό χώρο πόρων, στρατιωτικών υποδομών και διαστημικής επιτήρησης. Η επιμονή του Τραμπ να φέρει τη Γροιλανδία υπό αμερικανικό έλεγχο – αρχικά με τη μορφή «αγοράς», πλέον με ρητορική περί προσάρτησης ή ειδικών καθεστώτων σύνδεσης για λόγους εθνικής ασφάλειας – συνδέεται με την ενεργειακή, μεταλλευτική και στρατηγική σημασία του νησιού, ιδίως ως πηγής σπάνιων γαιών, ως μελλοντικού κόμβου νέων θαλάσσιων οδών στην Αρκτική και ως πλατφόρμας για προηγμένες δυνατότητες έγκαιρης προειδοποίησης και διαστημικής επιτήρησης.
Θεσμικά, η Γροιλανδία αποτελεί αυτοδιοικούμενο τμήμα του Βασιλείου της Δανίας. Με το Home Rule (1979) και το Self‑Government Act (2009) απέκτησε δικό της κοινοβούλιο και κυβέρνηση για τα περισσότερα εσωτερικά ζητήματα, ενώ η Δανία διατηρεί τις αρμοδιότητες σε εξωτερική πολιτική, άμυνα και νόμισμα. Ιστορικά, υπήρξε πλήρες μέλος της τότε ΕΟΚ μαζί με τη Δανία και αποχώρησε το 1985 μετά από δημοψήφισμα, αποκτώντας ειδικό καθεστώς ως «Υπερπόντια Χώρα και Επικράτεια» (Overseas Country and Territory – OCT), συνδεδεμένη με την ΕΕ μέσω της Δανίας, με ιδιαίτερη έμφαση στη συνεργασία στην αλιεία, την εκπαίδευση και την πράσινη ανάπτυξη. Το διπλό αυτό καθεστώς – εσωτερική αυτοδιοίκηση, εξωτερική ενσωμάτωση σε δανικό/ευρωπαϊκό πλαίσιο – καθιστά τη Γροιλανδία τόσο αντικείμενο διεκδίκησης όσο και υποκείμενο με δικές του, αυξανόμενες, πολιτικές φιλοδοξίες.
Το θεσμικό πλαίσιο της Γροιλανδίας έχει μεταβληθεί τρεις φορές, ενώ οι κάτοικοί της —αν και Ευρωπαίοι πολίτες— δεν διαθέτουν πλήρη ευρωπαϊκά διαβατήρια. Παράλληλα, η σχέση με τη Δανία παραμένει ιστορικά σύνθετη και ενίοτε συγκρουσιακή.
Τι σημαίνουν, λοιπόν, όλα αυτά για την ουσιαστική κυριαρχία και ασφάλεια του νησιού; Πώς επηρεάζει αυτή η αμφίσημη θεσμική ταυτότητα τη δυνατότητα χάραξης αυτόνομης εξωτερικής πολιτικής; Και, τελικά, πού αρχίζει και πού τελειώνει η ευρωπαϊκή κυριαρχία όταν το διακύβευμα αφορά στα αρκτικά εδάφη; Ερωτήματα κρίσιμα, που αποκτούν νέα ένταση όσο ο Τραμπ επαναφέρει την ιδέα προσάρτησης ή «στρατηγικής ενσωμάτωσης» της Γροιλανδίας.
Οι αποκαλύψεις για αμερικανικά σχέδια εφάπαξ πληρωμών ύψους 10.000–100.000 δολαρίων ανά κάτοικο, ώστε να ενθαρρυνθεί η απόσχιση από τη Δανία και η ενδεχόμενη ένταξη στις ΗΠΑ, καθώς και η διερεύνηση ενός Συμφώνου Ελεύθερης Σύνδεσης παρόμοιου με αυτό που ισχύει με τη Μικρονησία, τα Νησιά Μάρσαλ και το Παλάου, αναδεικνύουν μια σαφώς αποικιακή λογική «αγοράς συναίνεσης» με δημόσιο χρήμα, που θα μπορούσε να φτάσει συνολικά έως και τα 6 δισ. δολάρια για έναν πληθυσμό περίπου 57.000 κατοίκων, σε σύγκριση με τις σημερινές ετήσιες επιδοτήσεις από τη Δανία (~591 εκατ. δολάρια, περίπου το 60% του προϋπολογισμού).
Παρά τις διαβεβαιώσεις Τραμπ ότι οι Γροιλανδοί «θέλουν να είναι μαζί μας», δημοσκοπήσεις του 2025 δείχνουν ότι περίπου το 85% του πληθυσμού αντιτίθεται στην ένταξη στις ΗΠΑ, ενώ σχεδόν οι μισοί βλέπουν το αυξανόμενο ενδιαφέρον της Ουάσιγκτον ως απειλή για την κυριαρχία τους.
Η τοπική πολιτική σκηνή επιβεβαιώνει αυτή την αντίσταση: η κυβέρνηση της Γροιλανδίας επιμένει σε αειφόρο ανάπτυξη, τοπικό έλεγχο των πόρων και διεθνή συνεργασία σε ισότιμη βάση, ενώ το κεντροδεξιό κόμμα Demokraatit, που αναδείχθηκε πρώτο στις εκλογές του Μαρτίου 2025, απορρίπτει ρητά τις φιλοδοξίες των ΗΠΑ για άσκηση ελέγχου επί του νησιού.
Παράλληλα, πρόσφατη δημόσια παρέμβαση του αρχηγού της αντιπολίτευσης της Γροιλανδίας κατηγορεί τη Δανία ότι θέτει σε κίνδυνο το ΝΑΤΟ, επικρίνοντας ανοικτά τη Δανία υποστηρίζοντας ότι δεν μπορεί να λαμβάνει αποφάσεις για την Αρκτική και για ζητήματα που αφορούν άμεσα τη Γροιλανδία χωρίς τη σύμφωνη γνώμη της, όπως και πολλές άλλες αντίστοιχες απόψεις αναδεικνύουν την αυξανόμενη τάση ανεξαρτησίας του νησιού ως διακριτού πολιτικού υποκειμένου και φωτίζει την εσωτερική ένταση μεταξύ de jure δανικής κυριαρχίας και de facto επιδίωξης μεγαλύτερης αυτονομίας. Άλλωστε, ο τέως Πρωθυπουργός της Γροιλανδίας, Múte Egede, τον Ιανουάριο 2025 είχε δηλώσει δημόσια πως «ήλθε η ώρα για το επόμενο βήμα προς την ανεξαρτησία»[5].
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η ΕΕ έχει ενισχύσει τη θεσμική της παρουσία ανοίγοντας γραφείο στη Νουούκ (2024) και υπογράφοντας Μνημόνιο Στρατηγικής Συνεργασίας για βιώσιμες αλυσίδες πρώτων υλών (2023), αναγνωρίζοντας τη γεωπολιτική και «πράσινη» σημασία της Γροιλανδίας. Ταυτόχρονα, έχει καταστεί σαφές ότι μια ένοπλη αμερικανική επέμβαση ή προσπάθεια επιβολής κυριαρχίας δεν θα ήταν απλώς διμερές θέμα ΗΠΑ–Δανίας: ως τμήμα του Βασιλείου της Δανίας, η Γροιλανδία ενεργοποιεί τη ρήτρα αμοιβαίας άμυνας της ΕΕ (άρθρο 42(7) ΣΕΕ), ενώ καλύπτεται και από το άρθρο 5 του ΝΑΤΟ. Αυτό θα δημιουργούσε ένα πρωτοφανές νομικοπολιτικό παράδοξο, όπου ο επιτιθέμενος θα ήταν ο ίδιος ο σύμμαχος που υποτίθεται εγγυάται τη συλλογική άμυνα.
Μέσα σε αυτή τη συνθήκη, η Γροιλανδία γίνεται κομβικό σημείο του «νέου μεγάλου παιχνιδιού» στην Αρκτική: πεδίο όπου τέμνονται οι φιλοδοξίες των ΗΠΑ για ενεργειακή, στρατιωτική και διαστημική υπεροχή, οι ευρωπαϊκές προσπάθειες για προστασία της κυριαρχίας και βιώσιμη αξιοποίηση πόρων, καθώς και οι ευρύτεροι ανταγωνισμοί για τον έλεγχο των βόρειων θαλάσσιων οδών και των υποδομών επιτήρησης. Έτσι, συνδέεται οργανικά με τη συνολική εικόνα ενός αναθεωρημένου, τραμπικού Μονρόε που επεκτείνεται από τη Βενεζουέλα στην Αρκτική, από τα κοιτάσματα πετρελαίου έως τα ραντάρ και τους δορυφόρους, αποτυπώνοντας μια νέα αποικιακή φαντασίωση σε συνθήκες 21ου αιώνα.
7. Trump 2.0: Η Κίνα ως συστημικός αντίπαλος
Η Εθνική Στρατηγική Ασφαλείας του 2025 αναγνωρίζει την Κίνα ως τον κύριο στρατηγικό ανταγωνιστή, συνδυάζοντας ρητορική περί «δίκαιου ανταγωνισμού» με μια σειρά σκληρών μέτρων οικονομικής, τεχνολογικής και χρηματοπιστωτικής πίεσης. Η κλιμάκωση δασμών, οι απειλές για 100% δασμούς σε κινεζικά προϊόντα, οι περιορισμοί σε επενδύσεις, οι έλεγχοι εξαγωγών προηγμένης τεχνολογίας και νομοθετικές πρωτοβουλίες τύπου BIOSECURE Act[6] συγκροτούν μια στρατηγική «ασφυξίας» της κινεζικής τεχνολογικής και βιομηχανικής ανόδου, χωρίς πλήρη αποσύνδεση, αλλά με διατήρηση επιλεκτικών εξαρτήσεων όπου εξυπηρετούν την αμερικανική βιομηχανική πολιτική.
Στην περίπτωση της Βενεζουέλας, η Κίνα υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους πιστωτές και επενδυτές της Βενεζουέλας, ιδιαίτερα στον ενεργειακό τομέα, μέσω ενός πλέγματος δανείων με εξασφάλιση πετρελαϊκές ροές («oil‑for‑loans»), στα οποία κεντρικό ρόλο είχαν κρατικές τράπεζες και δημόσιες πετρελαϊκές εταιρείες, όπως η CNPC και η Sinopec.
Από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, κινεζικές κρατικές τράπεζες και ενεργειακοί όμιλοι έχουν διαθέσει προς τη Βενεζουέλα ποσά που εκτιμώνται περίπου στα 60 δισεκατομμύρια δολάρια, καθιστώντας το Καράκας έναν από τους μεγαλύτερους μεμονωμένους αποδέκτες κινεζικής κρατικά υποστηριζόμενης χρηματοδότησης στη Λατινική Αμερική. Παράλληλα, εκκρεμούν χρέη της τάξης των 10–12 δισεκατομμυρίων δολαρίων, συνδεδεμένα με μακροπρόθεσμες συμβάσεις «πετρέλαιο έναντι χρηματοδότησης», γεγονός που καθιστά το Πεκίνο άμεσα εκτεθειμένο σε κάθε διαταραχή της παραγωγής και εξαγωγής από τη Βενεζουέλα, τόσο σε επίπεδο δημόσιων οικονομικών όσο και ισολογισμών κρατικών πετρελαϊκών.
Η αμερικανική επέμβαση, σε συνδυασμό με τις κυρώσεις, πολλαπλασιάζει τον κίνδυνο μη αποπληρωμής, αναδιάρθρωσης υπό δυσμενείς όρους ή και απώλειας μέρους των κινεζικών επενδύσεων, αποκαλύπτοντας τα τρωτά σημεία μιας στρατηγικής χρηματοοικονομικής διπλωματίας που στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό σε δημόσιους πόρους και κρατικές ενεργειακές εταιρείες. Η χρονική συγκυρία καθιστά την κατάσταση ακόμη πιο αμήχανη για το Πεκίνο: λίγες ώρες πριν από το αμερικανικό πλήγμα, ο Κινέζος ειδικός απεσταλμένος Qiu Xiaoqi είχε συναντηθεί με τον Μαδούρο για να επαναβεβαιώσει τους διμερείς δεσμούς και τη στήριξη της κινεζικής κυβέρνησης, γεγονός που υπογραμμίζει την αιφνιδιαστική υπονόμευση των κινεζικών – και κατ’ επέκταση κρατικο-εταιρικών – προσπαθειών σταθεροποίησης της σχέσης[7].
Η εμπειρία της Βενεζουέλας αναδεικνύεται ως case study στις εσωτερικές κινεζικές συζητήσεις για τους κινδύνους υπερέκθεσης σε πολιτικά ασταθείς χώρες σε περιοχές όπου οι ΗΠΑ θεωρούν ότι έχουν «ειδικά προνόμια» βάσει ενός εκσυγχρονισμένου Δόγματος Μονρόε.
Σε βραχυπρόθεσμο επίπεδο, η Κίνα εμφανίζεται ως «χαμένη» σε όρους οικονομικών συμφερόντων και γεωπολιτικής θέσης στη Λατινική Αμερική: οι ροές πετρελαίου διαταράσσονται, τα δάνεια τίθενται υπό αμφισβήτηση και η εικόνα της Κίνας ως αξιόπιστου, μακροπρόθεσμου εταίρου χάνει έδαφος απέναντι στην αμερικανική στρατιωτική ισχύ. Ωστόσο, η κρίση προσφέρει στο Πεκίνο και μια διαφορετική ευκαιρία: να ενισχύσει την αντι‑αμερικανική του ρητορική, παρουσιάζοντας την επέμβαση ως απόδειξη ότι οι ΗΠΑ παραμένουν αναθεωρητικός ηγεμόνας που εργαλειοποιεί την καταπολέμηση του εγκλήματος και της τρομοκρατίας για να επιβάλλει καθεστώτα επιρροής και να αποκλείει τρίτες δυνάμεις από κρίσιμες αγορές.
Στο μεσο‑μακροπρόθεσμο επίπεδο, η αναστάτωση στην παραγωγή και εξαγωγή βενεζουελάνικου πετρελαίου υποχρεώνει το Πεκίνο να επαναξιολογήσει την εξάρτησή του από διμερή σχήματα «πετρέλαιο έναντι χρηματοδότησης» στη Λατινική Αμερική και να αναζητήσει πιο διαφοροποιημένες, ανθεκτικές ενεργειακές διαδρομές.
8. Χρήση ισχύος για περιορισμό περιφερειακών αντιπάλων και αποτροπή στρατηγικής σύγκλισης Μόσχας–Πεκίνου;
Μέση Ανατολή: Σε αυτή την εξίσωση πρέπει να προστεθεί και το σκληρό «πόκερ» που παίζεται στη Μέση Ανατολή, όπου η αντιπαράθεση για τον έλεγχο κυβερνήσεων, καθεστώτων και ενεργειακών ροών λειτουργεί ως κρίσιμο υποσύστημα της ευρύτερης σύγκρουσης ΗΠΑ–Κίνας, αλλά και της μετατόπισης ισχύος από τον παγκόσμιο Βορρά προς τον παγκόσμιο Νότο. Η περιοχή δεν είναι πλέον μόνο πεδίο κλασικής γεωπολιτικής: αποτελεί κόμβο ενός ενεργειακού και τεχνολογικού ανταγωνισμού που συνδέεται με τη μετάβαση σε νέα καύσιμα, τη διαμόρφωση των τιμών υδρογονανθράκων και τον έλεγχο κρίσιμων υποδομών (λιμένες, αγωγοί, data routes, 5G), τις οποίες διεκδικούν ενεργά τόσο οι παραδοσιακές δυνάμεις του Βορρά όσο και οι ανερχόμενοι παίκτες του Νότου.
Οι εξελίξεις στο Ιράν – από την εντατικοποίηση των κυρώσεων και των επιχειρήσεων «σκιώδους πολέμου» έως τις προσπάθειες αλλαγής συμπεριφοράς του καθεστώτος – αναδεικνύουν το πώς οι ΗΠΑ επιδιώκουν να περιορίσουν τη δυνατότητα της Τεχεράνης να λειτουργεί ως περιφερειακός πυλώνας για εναλλακτικές προς τη Δύση διαδρομές ενέργειας και επιρροής, στις οποίες επενδύει και η Κίνα. Για το Πεκίνο, η πρόσβαση σε ιρανικό πετρέλαιο και φυσικό αέριο, όπως και η συμμετοχή σε έργα υποδομών στο πλαίσιο της Belt and Road Initiative, αποτελεί μέρος μιας στρατηγικής ενεργειακής διαφοροποίησης και γεωοικονομικής εδραίωσης στη Δυτική Ασία και, ευρύτερα, μιας πολιτικής ανάδειξης του παγκόσμιου Νότου ως αυτόνομου γεωπολιτικού χώρου.
Για την Ουάσινγκτον, η ίδια κίνηση εκλαμβάνεται ως απειλή για την αμερικανική δυνατότητα να διαμορφώνει τις τιμές και τις ροές ενέργειας και να διατηρεί τον έλεγχο κρίσιμων θαλάσσιων αρτηριών (Hormuz, Bab el‑Mandeb κ.ά.).
Σε αυτό το σκηνικό εντάσσεται και ο India–Middle East–Europe Corridor (IMEC), ως εναλλακτική – ή συμπληρωματική – διαδρομή συνδεσιμότητας και εμπορίου έναντι των κινεζικών διαδρόμων της Belt and Road. Η Ινδία προβάλλει μέσω του IMEC ως αναδυόμενος πόλος που επιδιώκει να συνδέσει τον Ινδικό Ωκεανό με τη Μεσόγειο παρακάμπτοντας ορισμένα κινεζικά hubs, ενώ το Ισραήλ, μαζί με κράτη του Κόλπου, διεκδικεί ρόλο κεντρικού κόμβου λιμενικών, ενεργειακών και ψηφιακών υποδομών στην αναδυόμενη αρχιτεκτονική του διαδρόμου. Από αμερικανική σκοπιά, ο IMEC λειτουργεί ως εργαλείο «περιορισμού» της κινεζικής επιρροής και ταυτόχρονα ως μέσο ανάσχεσης της ιρανικής περιφερειακής διασύνδεσης· από την οπτική του παγκόσμιου Νότου, όμως, εντάσσεται σε μια ευρύτερη τάση πολλαπλασιασμού επιλογών συνδεσιμότητας και διαπραγμάτευσης μεταξύ ανταγωνιζόμενων κέντρων ισχύος.
Έτσι, η Μέση Ανατολή εξελίσσεται σε κρίσιμο πεδίο της μάχης ΗΠΑ–Κίνας (και εν μέρει Ινδίας) για τον έλεγχο όχι μόνο των παραδοσιακών υδρογονανθράκων, αλλά και των μελλοντικών ενεργειακών και βιομηχανικών αλυσίδων αξίας: από τις συμφωνίες εξαγωγής LNG και τα διυλιστήρια, μέχρι τις επενδύσεις σε πετροχημικά, logistics, ψηφιακές υποδομές και «πράσινη» ενέργεια που συνοδεύουν τις ενεργειακές ροές. Σε αυτό το πλαίσιο, κάθε κίνηση πίεσης ή αποσταθεροποίησης κυβερνήσεων (όπως στο Ιράν, αλλά και σε άλλα σημεία της περιοχής) δεν πρέπει να ιδωθεί ως μεμονωμένο επεισόδιο, αλλά ως τμήμα μιας βαθύτερης γεωοικονομικής και γεωπολιτικής αντιπαράθεσης, στην οποία ο παγκόσμιος Νότος – με κεντρικούς ενδιάμεσους παίκτες όπως η Ινδία και το Ισραήλ – καθίσταται πεδίο όπου ΗΠΑ και Κίνα παλεύουν να «κλειδώσουν» φιλικά καθεστώτα, αποκλειστικές συμβάσεις και πρόσβαση σε κρίσιμες ενεργειακές και γεωστρατηγικές θέσεις.
Εδώ αναδύεται το ερώτημα‑κλειδί: επιδιώκει ο Τραμπ τη διαχείριση της Κίνας ως «αναγκαίου κακού» σε ένα πολυπολικό σύστημα περιορισμένης κυριαρχίας, ή τη συστημική εξόντωσή της ως ισότιμου πόλου, μέσω ενός συνδυασμού οικονομικής αποδυνάμωσης, τεχνολογικού αποκλεισμού και διαστημικής υπεροχής; Η απάντηση δεν είναι μονοσήμαντη, αλλά τα δεδομένα υποδεικνύουν ότι η στρατηγική κινείται προς μια ελεγχόμενη, διαρκή αποσταθεροποίηση της κινεζικής ανόδου, παρά προς μια σταθερή, θεσμοθετημένη συνύπαρξη ισότιμων πόλων.
Ρωσία: Η σχέση Trump–Ρωσίας ενσαρκώνει αυτή τη διπλή λογική. Σε επίπεδο ρητορικής, ο Τραμπ συχνά εμφανίζεται διατεθειμένος να «κάνει μια συμφωνία» με τη Μόσχα, να αναγνωρίσει τη Ρωσία ως αναπόφευκτο μεγάλο παίκτη και να αποδυναμώσει τη ρητορική ενός νέου Ψυχρού Πολέμου. Πίσω όμως από τον λόγο, η στρατηγική γραμμή παραμένει σαφής: η Ρωσία δεν πρέπει να αποκτήσει καθαρό στρατηγικό κέρδος από την ουκρανική σύγκρουση ούτε να αισθανθεί αρκετά ασφαλής ώστε να εμβαθύνει ακόμη περισσότερο τη σύμπραξή της με την Κίνα. Η Ουκρανία λειτουργεί έτσι ως μόνιμος μηχανισμός κόστους και αποτροπής, αλλά και ως ευέλικτο «χαρτί» σε ένα ευρύτερο παιχνίδι αναδιάταξης ισχύος, όπου ο τελικός αντίπαλος παραμένει η Κίνα και η πιθανότητα συγκρότησης ενός ευρασιατικού άξονα Μόσχας–Πεκίνου.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Ουκρανία αντιμετωπίζεται λιγότερο ως αυτόνομος στρατηγικός σκοπός και περισσότερο ως εργαλείο για τρεις στόχους: τον περιορισμό της ρωσικής αναθεωρητικής ισχύος στην ευρύτερη Ανατολική Ευρώπη, την αποτροπή μιας βαθιάς και θεσμοθετημένης στρατηγικής σύγκλισης Μόσχας–Πεκίνου σε μια ενιαία ευρασιατική «αντι-συσπείρωση» και την πίεση προς τους Ευρωπαίους συμμάχους να αναλάβουν μεγαλύτερο μέρος του κόστους σε πόρους, εξοπλισμούς και πολιτικό ρίσκο. Η στρατιωτική και οικονομική βοήθεια προς το Κίεβο λειτουργεί έτσι και ως διαπραγματευτικός μοχλός – προς τη Ρωσία, προς την Κίνα και προς την ίδια την Ευρώπη.
9.Τι παίζεται στο Διάστημα: προς μια αμερικανική κυριαρχία τροχιάς;
Η διαστημική διάσταση αποτελεί ίσως το πιο υποτιμημένο, αλλά στρατηγικά κρίσιμο, σκέλος της Trump 2.0 γεωπολιτικής. Η Εθνική Στρατηγική Ασφαλείας ανάγει το Διάστημα σε πυλώνα της αμερικανικής αποτροπής και επιτήρησης, προωθώντας την ιδέα ενός «χρυσού θόλου» που θα συνδυάζει αντιαεροπορικές, αντιπυραυλικές και διαστημικές δυνατότητες, ώστε κανένας αντίπαλος να μην μπορεί να κρατά τις ΗΠΑ «όμηρο» μέσω πυραυλικών ή διαστημικών απειλών.
Παράλληλα, εντείνεται ο ανταγωνισμός για αντιδορυφορικές δυνατότητες, την προστασία κρίσιμων δορυφορικών υποδομών, την εκμετάλλευση σπάνιων πόρων στη Σελήνη και σε αστεροειδείς, καθώς και η αξιοποίηση ιδιωτικών εταιρειών ως προέκταση της κρατικής ισχύος. Στο σημείο αυτό, το Δόγμα Μονρόε τέμνεται με το Διάστημα: η αξίωση ότι κανένας ανταγωνιστής δεν μπορεί να αποκτήσει ανατρεπτική παρουσία σε «γειτονικούς» προς τις ΗΠΑ χώρους επεκτείνεται από το Δυτικό Ημισφαίριο στις τροχιές, στα σημεία Lagrange και στις κρίσιμες διαστημικές οδούς επικοινωνίας.
10. Προς μια νέου τύπου αμερικανική κυριαρχία: Αναγνώσεις στρατηγικού foresight σε ένα μετα‑κανόνων διεθνές σύστημα.
Σε έναν ολοένα πιο V.U.C.A. World (Volatility, Uncertainty, Complexity, Ambiguity)[8] όπου η αστάθεια, η αβεβαιότητα, η πολυπλοκότητα και η ασάφεια δεν αποτελούν εξαίρεση αλλά πλέον τον κανόνα, η ικανότητα στρατηγικού foresight και μιας προληπτικής διακυβέρνησης (anticipatory governance) μετατρέπεται από «πολυτέλεια ανάλυσης» σε προϋπόθεση επιβίωσης και νομιμοποίησης των διεθνών δρώντων. Σε αυτό το πλαίσιο, η αξιοποίηση σεναρίων foresight, δηλαδή μια συστηματική προσπάθεια χαρτογράφησης εναλλακτικών εκδοχών του μέλλοντος, αντί της πρόβλεψης ενός και μοναδικού «γραμμικού» αποτελέσματος, αποκτά ιδιαίτερη αξία στην μελέτη των διεθνών σχέσεων.
(i)Η μελέτη «The Future of the Rules‑Based International Order του Voros» (OPEN – Allied Command Transformation/ΝΑΤΟ)[9], χρησιμοποιεί κλασικά εργαλεία στρατηγικής προοπτικής –το σχήμα των Τριών Οριζόντων (H1–H2–H3), το Futures Triangle και τα αρχετυπικά σενάρια continuation, collapse, constrained/new equilibrium, transformation– για να χαρτογραφήσει εναλλακτικά μέλλοντα της διεθνούς τάξης σε μια περίοδο δομικής μετάβασης του συστήματος. Μέσα από τα σενάρια που περιγράφονται στη συνέχεια, χαρτογραφούνται οι πιθανές μορφές διεθνούς τάξης σε ένα συνεχές πλαίσιο «διάχυσης της ισχύος» από πιο συνταγματικές/φιλελεύθερες εκδοχές, μέσω ισορροπίας ισχύος, έως ηγεμονικές αρχιτεκτονικές, αξιοποιώντας αναλύσεις για το πώς η συγκέντρωση ή η διάχυση ισχύος διαμορφώνει θεσμούς, κανόνες και βαθμούς δέσμευσης των μεγάλων δυνάμεων και τυπολογίες τύπου Ikenberry [10]– μια θεωρητική προσέγγιση που υποστηρίζει ότι ο τύπος διεθνούς τάξης, δηλαδή ο τρόπος οργάνωσης των θεσμών, των κανόνων και των δεσμεύσεων μεταξύ κρατών εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την κατανομή ισχύος στο διεθνές σύστημα: όταν η ισχύς είναι συγκεντρωμένη σε μια ηγεμονική δύναμη, τείνουν να προκύπτουν περισσότερο ιεραρχικές, ηγεμονικές ή “συνταγματικές‑ηγεμονικές” μορφές τάξης, ενώ όταν η ισχύς είναι πιο διαχεόμενη μεταξύ πολλών μεγάλων δυνάμεων, κυριαρχούν πιο διαπραγματευμένες, πολυμερείς και ισορροπημένες θεσμικές ρυθμίσεις, στις οποίες καμία δύναμη δεν μπορεί να επιβάλει μονομερώς τους κανόνες.
–Στον πρώτο ορίζοντα (H1) τοποθετείται η παρακμάζουσα μεταψυχροπολεμική rules‑based order, με κεντρικούς θεσμούς όπως ΟΗΕ, ΝΑΤΟ, ΕΕ, να παραμένουν μεν σημείο αναφοράς, αλλά υπό αυξανόμενη πίεση από αναδυόμενες δυνάμεις, εσωτερικές κρίσεις νομιμοποίησης και εντεινόμενο στρατηγικό ανταγωνισμό.
–Ο δεύτερος ορίζοντας (H2) περιγράφεται ως ρευστή, συγκρουσιακή «ζώνη μετάβασης», όπου πολλαπλές εικόνες του μέλλοντος διεθνούς συστήματος συνυπάρχουν και ανταγωνίζονται, ενώ ο τρίτος ορίζοντας (H3) αποτυπώνει ριζικά διαφορετικές, δυνητικά μεταφιλελεύθερες ή και μετακανόνων αρχιτεκτονικές παγκόσμιας τάξης. Στο αρχετυπικό σενάριο της συνέχισης (continuation), η διεθνής τάξη εξελίσσεται ως επιμήκυνση της υφιστάμενης φιλελεύθερης τάξης, με προσαρμογές, αλλά χωρίς ρήξη: η πολυμέρεια, οι κανόνες και οι θεσμοί επιβιώνουν, αν και λιγότερο δυτικοκεντρικά και με μεγαλύτερο μερίδιο επιρροής για αναδυόμενες δυνάμεις.
–Στο σενάριο κατάρρευσης (collapse), αντίθετα, οι θεσμοί και οι κανόνες της rules‑based order διαβρώνονται σε τέτοιο βαθμό ώστε η ωμή ισχύς, οι ζώνες επιρροής και οι ad hoc συνασπισμοί να γίνονται ο βασικός μηχανισμός ρύθμισης των σχέσεων, με αυξημένη αστάθεια, κίνδυνο κρίσεων και δραστική μείωση της δυνατότητας για αποτελεσματική συλλογική δράση σε παγκόσμιες προκλήσεις.
-Ανάμεσα σε αυτά τα δύο άκρα, το τρίτο σενάριο της ισορροπίας υπό περιορισμούς (constrained/new equilibrium) περιγράφει την ανάδυση ενός πιο πολυκεντρικού, «μετα‑κανόνων» συστήματος, όπου πολλαπλά κέντρα ισχύος και θεσμών συνυπάρχουν σε ένα νέο, αλλά περιορισμένο ισοζύγιο: η παλιά τάξη ούτε συνεχίζεται πλήρως ούτε καταρρέει ολότελα, αλλά μετασχηματίζεται σε μωσαϊκό περιφερειακών και θεματικών ρυθμίσεων, με επιλεκτική συμμόρφωση σε κανόνες και έντονη διαπραγμάτευση για το ποιοι κανόνες ισχύουν πού και για ποιους.
-Το τέταρτο σενάριο του μετασχηματισμού (transformation) αντιστοιχεί σε βαθιά, δομική αλλαγή του τρόπου με τον οποίο ορίζονται και οργανώνονται η κυριαρχία, η ασφάλεια, η ανάπτυξη και τα δικαιώματα στο διεθνές σύστημα, υπό την πίεση τεχνολογικών, οικολογικών και γεωπολιτικών τομών. Σε αυτή τη λογική, το μέλλον μπορεί να πάρει τη μορφή είτε ενός σταδιακά σταθεροποιημένου, μετα‑φιλελεύθερου πολυπολικού πλαισίου κανόνων, είτε μιας πιο φιλόδοξης, νέας πολυμερούς αρχιτεκτονικής παγκόσμιας διακυβέρνησης· σε κάθε περίπτωση όμως, πρόκειται για τάξη ποιοτικά διαφορετική από τη μεταψυχροπολεμική. Η μελέτη χρησιμοποιεί αυτή την τυπολογία για να αναδείξει ότι η παρούσα φάση αντιστοιχεί σε έναν H2 κόσμο, όπου η μεταψυχροπολεμική λογική της «διεύρυνσης» της φιλελεύθερης τάξης υποχωρεί, ενώ διαμορφώνονται περισσότερο κατακερματισμένες, πολυπολικές και εν δυνάμει συγκρουσιακές διατάξεις ισχύος, ανοίγοντας τον δρόμο για έναν μετα‑κανόνων διεθνή χώρο στον οποίο η αναζήτηση νέου ισοζυγίου μεταξύ ηγεμονίας, ισορροπίας και θεσμών παραμένει ανοιχτή
(ii) Tο «Diplomacy and the Future of World Order»[11] , διατυπώνει τρία (3) βασικά σενάρια‑πλαίσια για την εξέλιξη της διεθνούς τάξης, τα οποία συνδέονται άμεσα με τις τυπολογίες διεθνούς τάξης και τις συζητήσεις για την μεταψυχροπολεμική φιλελεύθερη τάξη.
Το πρώτο σενάριο είναι ένας κόσμος όπου τα κράτη «πάνε μόνα τους» (go‑it‑alone/state‑centric world): η διεθνής τάξη γίνεται πιο ανταγωνιστική, κρατοκεντρική και συναλλακτική, με έμφαση σε ανταγωνιστική/εργαλειακή διπλωματία και περιορισμένη εμπιστοσύνη σε θεσμούς και κανόνες.
Το δεύτερο σενάριο είναι μια προσπάθεια επιστροφής ή αναζωογόνησης μιας φιλελεύθερης rules‑based order, όπου η έμφαση μετατοπίζεται σε πιο «governance‑based» διπλωματία, ενίσχυση διεθνών οργανισμών και κανόνων και επιδίωξη ενός πιο συνεργατικού, θεσμικού πλαισίου, έστω με αναγκαίες μεταρρυθμίσεις.
Το τρίτο σενάριο είναι ένα υβριδικό, «à la carte» ή variable‑geometry μέλλον, στο οποίο τα κράτη –και άλλοι δρώντες– συνεργάζονται κατά περίπτωση γύρω από συγκεκριμένα προβλήματα και θεματικά πεδία, σχηματίζοντας ad hoc πολυμερείς ή μινι‑πολυμερείς διαμορφώσεις.
Σε αυτό το πλαίσιο, η διεθνής τάξη δεν οργανώνεται γύρω από έναν ενιαίο, συνεκτικό φιλελεύθερο κανόνα‑πλαίσιο, αλλά γύρω από πλέγματα επιλεκτικής συνεργασίας, κάτι που συνομιλεί άμεσα με σενάρια «constrained/new equilibrium» και «μετα‑κανόνων» τάξης , όπως αυτά που αναδεικνύει και η μελέτη The Future of the Rules‑Based International Order.
(iii)Παράλληλα, η μελέτη του Mazarr για τη RAND(2018)[12] διακρίνει τέσσερα (4) εναλλακτικά μοντέλα μελλοντικής διεθνούς τάξης, διαφοροποιημένα από τη μέχρι τότε υφιστάμενη:
(i) το A Realist’s View, έναν πιο επικίνδυνο κόσμο εθνικιστικών, πιο διεκδικητικών κρατών με εντεινόμενο ανταγωνισμό, αυξημένο κίνδυνο διακρατικής σύγκρουσης και ρευστές ισορροπίες ισχύος, σε συγγένεια με την ιδέα μιας «συναυλίας» μεγάλων δυνάμεων (Great Power Concert),
(ii) τη Global Constitutional Order, μια παγκόσμια συνταγματική τάξη αυστηρά θεσμοποιημένων κανόνων που δεσμεύουν και τις μεγάλες δυνάμεις,
(iii) τις εκδοχές Liberal Internationalism, όπου ενισχυμένοι θεσμοί επιτρέπουν τη συνέχιση της συνεργασίας ακόμη και υπό σχετική υποχώρηση της αμερικανικής ηγεμονίας, και
(iv) το Pragmatic Cooperation, ένα είδος «κοντσέρτου εθνών» με αποδυναμωμένη αμερικανική ηγεμονία, αναδυόμενη πολυπολικότητα (Κίνα, Ινδία, Ευρώπη) και επιστροφή σε σφαίρες επιρροής υπό μια Westphalian λογική «μη παρέμβασης».
Ήδη από το 1997, ο Zbigniew Brzezinski προειδοποιούσε ότι το πιο επικίνδυνο σενάριο θα ήταν ένας ευρύς συνασπισμός Κίνας, Ρωσίας και ενδεχομένως Ιράν, ενωμένων όχι τόσο από μια κοινή ιδεολογία όσο από «συμπληρωματικές μνησικακίες» – την «εκατονταετία ταπείνωσης» στην περίπτωση της Κίνας και την ταπείνωση της μεταψυχροπολεμικής περιόδου στην περίπτωση της Ρωσίας.
Σε αυτό το νέο περιβάλλον, η μετεξέλιξη του Δόγματος Μονρόε σε παγκόσμιο δόγμα ενεργητικής επιβολής –από τη Βενεζουέλα και την Αρκτική έως τις γήινες τροχιές και τις σεληνιακές αποστολές– λειτουργεί ως επιταχυντής μετάβασης από έναν rules‑based σε έναν de facto America‑based order, στον οποίο οι κανόνες γίνονται ολοένα περισσότερο εργαλείο των ισχυρών παρά κοινό πλαίσιο δέσμευσης.
Ταυτόχρονα, η σε εξέλιξη Μεγατάση (Μega trend) μετατόπισης ισχύος από τον παγκόσμιο Βορρά προς τον παγκόσμιο Νότο – με κεντρικό ρόλο της διεύρυνσης των BRICS/BRICS+ ως οχήματος αναδιάταξης της παγκόσμιας ισχύος, αλλά και τη διεύρυνση των μορφών συνεργασίας Νότου–Νότου – αναδιαμορφώνει το «τρίγωνο» των πιθανών μελλοντικών μορφών διεθνούς τάξης. Η κίνηση αυτή δεν περιορίζεται σε παραλλαγές φιλελεύθερου διεθνισμού και «απρόθυμης» διεθνούς τάξης, αλλά ωθεί προς σενάρια πιο ρεαλιστικής ισορροπίας ισχύος, συνασπισμού/συνεννόησης μεγάλων δυνάμεων και, στο όριο, προς εκδοχές κινεζοκεντρικής ηγεμονίας, όπως αποτυπώνονται στα σενάρια H3 στη μελέτη The Future of the Rules‑Based International Order.
Η «τραμπική» στρατηγική, με την έμφαση σε ωμή ισχύ, γεωοικονομικό καταναγκασμό, ad hoc διμερείς «συμφωνίες» και επιλεκτικές συμμαχίες, μπορεί βραχυπρόθεσμα να φρενάρει τη μετατόπιση ισχύος μέσω πίεσης και αποδυνάμωσης ανεπιθύμητων καθεστώτων, αλλά μακροπρόθεσμα κινδυνεύει να επιταχύνει τη διαφοροποίηση του παγκόσμιου Νότου και να ενισχύσει τη διάχυση ισχύος προς εναλλακτικά κέντρα.
Σε αυτό το μετα‑κανόνων σκηνικό, η Ευρωπαϊκή Ένωση παύει να μπορεί να λειτουργεί μόνο ως «πρεσβευτής» του rule of law και καλείται να πάρει θέση μέσα σε ένα κινούμενο συνεχές μεταξύ συνταγματικής τάξης, ισορροπίας ισχύος και ηγεμονίας.
Το υπαρξιακό της δίλημμα δεν αφορά πλέον μόνο το αν θα παραμείνει παράρτημα ενός σκληρότερου America‑based order ή αν θα επιχειρήσει να λειτουργήσει ως γέφυρα Δύσης–παγκόσμιου Νότου, αλλά και το κατά πόσο είναι διατεθειμένη να επενδύσει –με πραγματικό πολιτικό και υλικό κόστος– στη δική της στρατηγική αυτονομία: από την άμυνα, την τεχνολογία και τη διαστημική παρουσία μέχρι τη διαμόρφωση νέων, πιο συμμετρικών παγκόσμιων αλυσίδων αξίας.
Το αν η παγκόσμια τάξη θα σταθεροποιηθεί τελικά σε μια νέα, έστω διαφορετική, «συνταγματική» μορφή ή θα ολισθήσει σε βαθύτερα στρώματα απο‑θεσμοποίησης και αστάθειας θα εξαρτηθεί, σε μεγάλο βαθμό, από τις επιλογές των ΗΠΑ, της Κίνας, του ενισχυόμενου παγκόσμιου Νότου και από το αν η Ευρώπη θα τολμήσει να συμπεριφερθεί ως στρατηγικός παγκόσμιος δρών (Global actor) και όχι απλώς ως διαχειριστής ή χειρότερα ως παρατηρητής της παρακμής μιας παγκόσμιας τάξης που φθίνει.
Θα κλείσω αυτό το άρθρο αντλώντας από τη «μελαγχολία του διεθνούς δικαίου» του ομ. καθηγητή Στέλιου Περράκη[13], ο οποίος περιγράφει τη μελαγχολία ως εκείνο το αίσθημα που γεννά το χάσμα ανάμεσα στην τυπική κανονιστική πληρότητα της διεθνούς δικαιοταξίας και στην ελλειμματική πολιτική βούληση εφαρμογής της. Όπως αναδεικνύεται ιδίως στις περιπτώσεις της Ουκρανίας και της Γάζας, όπου σωρεύονται παραβιάσεις jus ad bellum και jus in bello, η κρίση δεν αφορά τον ίδιο τον κανόνα αλλά τη διεθνή πολιτική και την «επιλογή» των κρατών να απομακρύνονται από τις νομικές δεσμεύσεις τους, συχνά πίσω από το άλλοθι της εθνικής ασφάλειας ή του εθνικού συμφέροντος.
Δρ Ελευθερία Φτακλάκη
Διεθνολόγος/Πολιτικός Επιστήμων
Policy Maker & Αναλύτρια Strategic Foresight
Διδάκτωρ Ευρωπαϊκής & Διεθνούς πολιτικής /Πανεπιστήμιο Αιγαίου
Μεταδιδακτορικός τίτλος στην Ευρωπαϊκή Εξωτερική &Αμυντική Πολιτική
[1] National Security Council. National Security Strategy of the United States of America. Washington, DC: The White House, 2025.
[2] BBC News. “Nato Agrees Spike in Defence Spending and Stresses ‘5% Commitment’ at The Hague Summit.” 25 June 2025. https://www.bbc.com/news/articles/cj4en8djwyko.
[3] Στ. Περράκης, «Γίνεται “διεθνής τάξη με βάση κανόνες” χωρίς διεθνές δίκαιο;», στο Π. Ήφαιστος (επιμ.), Το διεθνές σύστημα σε ιστορική μετάβαση, Εκδ. Ποιότητα, Αθήνα, 2025, σ. 481‑485.
[4] Βλ. και ανάλυση στο: Π. Ήφαιστος, «Θουκυδίδης: Ο Διάλογος Αθηναίων‑Μηλίων», διαθέσιμο στο ifestos.edu.gr.
[5] Sam Meredith (2026). Why most Greenlanders favor a future without Trump — or Denmark
PUBLISHED MON, JAN 12 2026. Διαθέσιμο στο σύνδεσμο:
https://www.cnbc.com/2026/01/12/greenland-independence-denmark-trump-military-operation.html
[6] BIOSECURE Act είναι αμερικανική νομοθεσία που αποσκοπεί στο να αποκόψει την ομοσπονδιακή κυβέρνηση και τους δικαιούχους ομοσπονδιακής χρηματοδότησης από βιοτεχνολογικό εξοπλισμό και υπηρεσίες που παρέχονται από «εταιρείες βιοτεχνολογίας ανησυχίας» συνδεδεμένες με ξένους αντιπάλους (κυρίως κινεζικές).
[7] Maduro received Chinese representative hours before Trump’s claim he’s been captured», Anadolu Agency, 2 January 2026· βλ. επίσης Reuters, «China caught off guard by US capture of Venezuela’s Maduro», 8 January 2026.
[8] What VUCA Really Means for You, Harvard Business Review, 2014
[9] Voros, J. (2025). The Future of the Rules‑Based International Order. OPEN Publications, Allied Command Transformation (NATO). Norfolk, VA
[10] G. John Ikenberry, After Victory: Institutions, Strategic Restraint, and the Rebuilding of Order after Major Wars (Princeton: Princeton University Press, 2001)
[11] The Future of the Rules‑Based International Order, pp. 28–29.
[12] Mazarr, Michael, Timothy Heath, and Astrid Cevallos. China and the International Order. Research
Reports, RR-2423-OSD. RAND Corporation, 2018. https://doi.org/10.7249/RR2423.
[13] Περράκης, Στέλιος (2025), «Η μελαγχολία του διεθνούς δικαίου», Τετράδια Διεθνούς Δικαίου και Διεθνούς Πολιτικής, τόμ. 12‑13, σ. 15‑17.