Γράφει ο Δρ. Χρυσοβαλάντης Παπαθανασίου
*
Με το συλλογικό τραύμα ανοιχτό και σύσσωμη την κοινωνία να απαιτεί δικαίωση, η πρεμιέρα της δίκης για το έγκλημα των Τεμπών στη Λάρισα εξελίχθηκε σε ένα οργανωτικό φιάσκο που προσέβαλε όχι μόνο τη μνήμη των νεκρών και τις οικογένειές τους, αλλά και τους επιζώντες της τραγωδίας, οι οποίοι συνεχίζουν να βιώνουν το ανεξίτηλο αποτύπωμα εκείνης της εφιαλτικής νύχτας στο σώμα και την ψυχή τους. Παρά τις κυβερνητικές διαβεβαιώσεις περί πλήρους ετοιμότητας, η πραγματικότητα που αντιμετώπισαν οι παρευρισκόμενοι ήταν εκείνη μιας αίθουσας ανεπαρκούς χωρητικότητας, με ασφυκτικό συνωστισμό και τεχνικά προβλήματα. Η διαδικασία διεκόπη και ορίστηκε νέα δικάσιμος για την 1η Απριλίου 2026, ενώ συγγενείς θυμάτων, επιζώντες και συνήγοροι κατήγγειλαν ντροπιαστικές συνθήκες, που δεν συνάδουν με τη σοβαρότητα της υπόθεσης.
Το έγκλημα των Τεμπών δεν είναι μια «συνηθισμένη» υπόθεση μεγάλου ενδιαφέροντος. Συμπυκνώνει την κοινωνική οργή για τον τρόπο με τον οποίο λειτούργησε το κράτος, για τις προειδοποιήσεις που αγνοήθηκαν και για την ανεπάρκεια που μετατράπηκε σε μαζικό θάνατο, τροφοδοτώντας ταυτόχρονα μια επικίνδυνη, γενικευμένη απαξίωση του ίδιου του θεσμού της Δικαιοσύνης. Γι’ αυτό και η εν λόγω δίκη δεν θα κριθεί μόνο από την ετυμηγορία στο τέλος της διαδικασίας, αλλά και από την ίδια τη διαδικασία.
Η πρεμιέρα έδειξε ότι το ελληνικό κράτος δυσκολεύεται όχι μόνο να προλάβει την καταστροφή, αλλά και να οργανώσει με επάρκεια τη λογοδοσία στον απόηχό της. Οι πολίτες παρακολουθούν με έντονο ενδιαφέρον, προκειμένου να διαπιστώσουν αν οι θεσμοί μπορούν να σταθούν στο ύψος ενός εγκλήματος που συγκλόνισε τη χώρα. Γι’ αυτό και η έναρξη της διαδικασίας είχε τόσο μεγάλη σημασία. Η πρώτη εικόνα μετράει. Και η πρώτη εικόνα ήταν αυτή της κρατικής ανεπάρκειας, καθώς το κράτος δεν κατάφερε να διασφαλίσει το αυτονόητο: να ξεκινήσει αυτή η ιστορική δίκη με όρους στοιχειώδους αξιοπρέπειας, ασφάλειας και θεσμικού σεβασμού.
Οι συγγενείς των θυμάτων δεν ζητούν προνομιακή μεταχείριση. Ζητούν το ελάχιστο που οφείλει ένα κράτος δικαίου: μια διαδικασία αντάξια της μνήμης των ανθρώπων τους που χάθηκαν τόσο άδικα και συνεπή προς τη δημόσια δέσμευση για την ανάδειξη της αλήθειας. Γι’ αυτό και η συζήτηση για την αίθουσα δεν είναι δευτερεύουσα. Έχει θεμελιώδη σημασία γιατί το διακύβευμα είναι βαθιά πολιτικό: αποκαλύπτει αν το κράτος αντιμετωπίζει τη δίκη των Τεμπών ως κορυφαία θεσμική δοκιμασία, που απαιτεί πλήρη διαφάνεια, σοβαρότητα και επάρκεια, ή ως μια υπόθεση που πρέπει απλώς να διεκπεραιωθεί με όρους διαχειριστικής ελαχιστοποίησης του πολιτικού κόστους.
Η δίκη των Τεμπών δεν μπορεί να στριμωχτεί σε μια αίθουσα που δεν αντέχει το βάρος της Ιστορίας. Οφείλει να διεξαχθεί με όρους που να ανταποκρίνονται στο μέγεθος της τραγωδίας, στη λαϊκή απαίτηση για λογοδοσία και στον στοιχειώδη σεβασμό προς τους νεκρούς, τους επιζώντες και τις οικογένειές τους που επιβάλει η Δημοκρατία. Διότι σε μια τέτοια υπόθεση δεν δικάζονται μόνο πρόσωπα και πράξεις· δοκιμάζονται η ίδια η Δημοκρατία και οι θεσμοί της.