Μετά τις τελευταίες εξελίξεις στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ που έρχεται να προστεθεί στα όσα ιλαροτραγικά διαδραματίζονται στη δίκη για την τραγωδία των Τεμπών και όσα προηγήθηκαν με τις αποκαλύψεις στη δίκη των παρακολουθήσεων, η ανάγνωση που μπορεί να κάνει κανείς με ψύχραιμη ματιά δεν είναι μονοδιάστατη.

Από τη μία πλευρά, οι παρεμβάσεις αυτές αποκαλύπτουν τις τραγικές αδυναμίες του ελληνικού πελατειακού και διεφθαρμένου συστήματος κι από την άλλη, λειτουργούν ως μια κάποια εγγύηση ότι υπάρχουν μηχανισμοί, ( εκτός βέβαια της Ελληνικής Επικράτειας) που μπορούν να προστατεύσουν το δημόσιο συμφέρον. Αυτή η αναγκαιότητα ( των έξωθεν παρεμβάσεων) βέβαια από μόνη της αποτελεί μία τεράστια ΝΤΡΟΠΗ για μία χώρα που βρίσκεται στον πυρήνα της ΕΕ εδώ και πενήντα χρόνια.

Advertisement
Advertisement

Το ουσιαστικό ζήτημα κατά συνέπεια που πρέπει να απασχολεί τον καθένα Έλληνα πολίτη, δεν είναι η παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, αλλά γιατί αυτή καθίσταται αναγκαία τόσο συχνά. Και εκεί βρίσκεται σήμερα η πρόκληση για την Ελλάδα.

Μπορεί να ενισχύσει τους θεσμούς της, ώστε η ελπίδα και η προκοπή να βασίζονται σε ισχυρή δημοκρατία και όχι σε εξωτερικές διορθωτικές παρεμβάσεις.

Το ερώτημα που αναδύεται είναι πώς και με ποιες δυνάμεις μπορεί να έρθει η πολιτική αλλαγή στη χώρα για να μπορέσει επιτέλους να γίνει κανονική. Η απάντηση δεν είναι απλή, γιατί η πολιτική αλλαγή δεν προκύπτει μόνο από την φθορά μιας κυβέρνησης, αλλά από τη διαμόρφωση μιας νέας κοινωνικής και πολιτικής δυναμικής.

Πρώτα απ’ όλα, η πολιτική αλλαγή μπορεί να προκύψει μέσα από την ενεργοποίηση της κοινωνίας. Όταν οι πολίτες συμμετέχουν ενεργά, διεκδικούν, απαιτούν διαφάνεια και λογοδοσία, τότε δημιουργείται πίεση για ουσιαστικές αλλαγές. Η αποχή και η αδιαφορία, αντίθετα, ενισχύουν τη στασιμότητα και επιτρέπουν την αναπαραγωγή των ίδιων προβλημάτων.

Κατά δεύτερον, σημαντικό ρόλο μπορούν να διαδραματίσουν νέες πολιτικές δυνάμεις ή η ανανέωση των υπαρχουσών. Η πολιτική αλλαγή δεν σημαίνει απαραίτητα τη δημιουργία νέων κομμάτων, αλλά μπορεί να προκύψει και μέσα από βαθιές αλλαγές στο εσωτερικό των ήδη υπαρχόντων πολιτικών σχηματισμών. Νέα πρόσωπα, νέες ιδέες και διαφορετική πολιτική κουλτούρα μπορούν να δημιουργήσουν μια διαφορετική προοπτική.

Ένας τρίτος κρίσιμος παράγοντας είναι ο ρόλος της νέας γενιάς. Οι νέοι άνθρωποι που βιώνουν την ανασφάλεια, την ακρίβεια και την έλλειψη προοπτικής έχουν κάθε λόγο να συμμετέχουν ενεργά στη διαμόρφωση του μέλλοντος της χώρας. Η συμμετοχή τους μπορεί να φέρει φρέσκες ιδέες και να αλλάξει τις ισορροπίες στο πολιτικό σύστημα.

Advertisement

Παράλληλα, η πολιτική αλλαγή μπορεί να προκύψει μέσα από συνεργασίες και συγκλίσεις. Σε περιόδους κρίσης, οι ευρύτερες κοινωνικές και πολιτικές συμμαχίες μπορούν να δημιουργήσουν ένα νέο πλειοψηφικό ρεύμα που θα στηρίζεται σε ένα κοινό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων και ανασυγκρότησης.

Το σημαντικότερο, όμως, είναι η πολιτική αλλαγή να μην βασιστεί σε προσωποκεντρικές και μεσσιανικές λύσεις ή σε πρόσκαιρες λαϊκίστικες και μηδενιστικές αντιδράσεις που οδηγούν σε αδιέξοδο. Χρειάζεται σχέδιο, αξιοπιστία και μακροπρόθεσμο όραμα. Χρειάζεται δυνάμεις που θα εκφράζουν την κοινωνία, θα ενισχύουν τους θεσμούς και θα επιδιώκουν πραγματική πρόοδο.

Η Ελλάδα έχει ανάγκη από μια αλλαγή που δεν θα είναι απλώς εναλλαγή προσώπων, αλλά μετασχηματισμός του πολιτικού συστήματος. Και αυτή η αλλαγή μπορεί να έρθει μόνο μέσα από τη συνάντηση πολιτών, νέων ιδεών και υπεύθυνων πολιτικών δυνάμεων που θα τολμήσουν να χαράξουν έναν διαφορετικό δρόμο για τη χώρα.

Advertisement