Το τρίτο δεκαήμερο του Μαΐου του 1963 έβρισκε την Ελλάδα στις συνήθεις συνθήκες έκτακτης ανάγκης, αφαιρώντας άλλες φορές ήπια και άλλοτε βίαια τα διακυβεύματα του κλασσικού κοινοβουλευτισμού, ο οποίος άλλωστε δεν είχε ποτέ εγκαθιδρυθεί έως τότε στην χώρα. Οι ρίζες αυτής της τακτικής, όσο και οι συνέπειες της, ήταν βαθιές και μακροχρόνιες.
Σε επίπεδο νομικού οπλοστασίου, η εξουσία που εγκαθιδρύθηκε αυτά τα χρόνια χρησιμοποίησε αβίαστα τις πρακτικές της προηγούμενης της Κατοχής περιόδου, δρέποντας τους σπόρους που είχαν σπείρει τόσο η δικτατορία Μεταξά (1936-1941) όσο και η, προγενέστερη της, συντηρητική στροφή της τελευταίας κυβέρνησης Βενιζέλου (1928-1932), χαρακτηριστικότερο παράδειγμα της οποίας δεν ήταν άλλο από το ιδιώνυμο του 192.
Στροφή που επικύρωσε ανάμεσα σε άλλα δύο αυταρχικά νομοθετήματα των πρώτων χρόνων της αβασίλευτης δημοκρατίας (1924-1935), το ν.δ της 24 της Απριλίου 1924 (το περίφημο «Κατοχυρωτικό» της Κυβέρνησης Παπαναστασίου) και το ν.δ της 2 Ιουνίου 1926 της δικτατορίας Παγκάλου (όπου για πρώτη φορά θεσπιζόταν το διοικητικό μέτρο της εκτόπισης υπόπτων).[1] Η στροφή αυτή υπαγορεύτηκε τόσο από την κατάρρευση της Μεγάλης Ιδέας στα παράλια της Σμύρνης το 1922 που δημιούργησε μέσα από το προσφυγικό ρεύμα τα πρώτα συγκροτημένα προλεταριακά στρώματα στα αστικά κέντρα, όσο και από την διεθνή οικονομική κρίση του 1929 και τις ποικίλες κοινωνικοπολιτικές δυναμικές της, η οποία επέβαλλε την εμφάνιση ενός πιο παρεμβατικού-αυταρχικού κράτους, μέσω της ενίσχυσης της εκτελεστικής εξουσίας.
Τον Απρίλιο και τον Μάιο του 1963 η εκτελεστική εξουσία είχε αμφισβητηθεί με ιδιαίτερη τραχύτητα, ιδιαίτερα μετά την περίοδο που είχε ακολουθήσει την εμβληματική πορεία του Όλντερμάστον. Η πορεία ειρήνης Μαραθώνας-Αθήνα, που απαντήθηκε με απίστευτη αστυνομική καταστολή στα όρια των σωματικών και ψυχολογικών βασανισμών σε Έλληνες και ξένους κυρίως της Αγγλικής επιτροπής του ιδρύματος Μπ. Ράσσελ, είχε απαντηθεί με το σώμα ενός αλύγιστου Λαμπράκη να σπάει τον αστυνομικό κλοιό και να αναδύεται κυριολεκτικά κρατώντας το πανό του Όλντερμάστον από την κορυφή του τύμβου του Μαραθώνα.
Ως απάντηση προστέθηκε και το περίφημο χαστούκι Ιρλανδέζας παντρεμένης με τον Αμπατιέλλλο Μπ. Αμπατιέλλου στην βασίλισσα Φρειδερίκη στο Λονδίνο λίγες ημέρες μετά. Ενώ η ίδια η Αθήνα ζούσε στους ρυθμούς της ενδόξου επισκέψεως Ντε Γκολ, πιθανότατα στρατηγική κίνηση του φίλου του Κωνσταντίνου Καραμανλή για να εξευρωπαϊσει το προφίλ μιας εξαιρετικά αυταρχικής Ελλάδας, στην Θεσσαλονίκη που ήθελε να τονώσει το προφίλ ως ένα κέντρο της ελληνικής περιφέρειας μέσα από την επίσκεψη ενός σημαντικού και δη ξένου προσώπου, η επίσκεψη θεωρήθηκε σταθμός και πρόβα τζενεράλε για την ετοιμότητα προσφοράς της παρακρατικής οργάνωσης Καρφίτσα.
Αλλά παράλληλα η πόλη θεωρήθηκε τόσο από το Ίδρυμα Μπ. Ράσσελ κι το Κίνημα Ειρήνης όσο και από την ΕΔΑ πως έπρεπε να λάβει γνώση των τελευταίων δραματικών γεγονότων και η περίφημη συγκέντρωση της 22ας Μαΐου ανακοινώθηκε.
Τα ίδια τα γεγονότα της ιστορικής βραδιάς, οι προπηλακισμοί, η ανενόχλητη και υποβοηθούμενη οχλοκρατία από την Αστυνομική Διεύθυνση Θεσσαλονίκης της εποχής όπως στοιχειοθετήθηκαν εκ των υστέρων απ’ την επίσημη Εισαγγελική έρευνα, οι δολοφονικές επιθέσεις στον Τσαρουχά (που ολοκληρώθηκε με την δολοφονία του ως χρωστούμενο λίγα χρόνια μετά) και στον Λαμπράκη που ετελεύτησε έπειτα από 3 ημέρες, αλλά και οι αντίθετες απόψεις για “ένα τυχαίο περιστατικό που προσπάθησε να εκμεταλλευτεί η αντιπολίτευση” έχουν κριθεί από την ίδια την ελληνική δικαιοσύνη (παρόλο που ουσιαστικά δεν ετιμώρησε ποτέ βαθμοφόρους τους οποίους η κοινή συνείδηση και η ίδια έκρινε ενόχους) κι έχουν περάσει στην ιστορία.
Αυτό που μένει και αξίζει μελλοντικά να αναδειχθεί όσον αφορά την παράμετρο της τοπικής και όχι μόνο ιστορίας, είναι ο ρόλος που έπαιξαν οι 100ώρες του Μάη, τα 3 μερόνυχτα που η νεολαία κυρίως της πόλης ξαγρυπνούσε στα γρασίδια του ΑΧΕΠΑ, πολιτισμικά στην απελευθέρωση κυρίως των κοριτσιών. Η Καίτη Τσαρουχά[2], κόρη του δολοφονηθέντα βουλευτή της ΕΔΑ Γιώργη Τσαρουχά, θυμάται πως ήταν η πρώτη φορά που κορίτσια ξενυχτούσαν μαζικά όλο το βράδυ σε δημόσιο χώρο στο πλάι αγοριών, προξενώντας τις ειρωνείες συντηρητικών κύκλων με σχετική ανάρτηση που θα δούμε στον ελληνικό Βορρά, όσο και πολιτικά στην ίδρυση της Δημοκρατικής Νεολαίας Λαμπράκη. Αλλά εξίσου σημαντική είναι και η μελέτη των αναπαραστάσεων στον χώρο του τύπου (στηριγμένης σε 2 ‘μελέτες περίπτωσης’) για εκείνον τον εμβληματικό Μάη της Θεσσαλονίκης.
Σχολιασμός
Είναι κοινός τόπος ότι η αναπαράσταση του κόσμου που διαχέεται μέσα από τα συστημικά μίντια δεν αποτελεί ουδέτερη καταγραφή της καθεαυτό πραγματικότητας, αλλά μια εκδοχή της που συνυφαίνεται με τις κυρίαρχες κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές συντεταγμένες. Aποτελεί έτσι προσπάθεια καθιέρωσης του αυτονόητου της κοινωνικής ηγεμονίας, στην οποία αντιπαραβάλλονται εναλλακτικοί τρόποι πληροφόρησης, το φαινόμενο της περίφημης αντιπληροφόρησης που αναπτύσσουν συχνά τις δικές τους στρατηγικές αντιπροπαγάνδας.
Γενικότερα, κάθε φορά που ένα οριακό γεγονός συμβαίνει επιδρά στον τρόπο πρόσληψης τόσο του συλλογικού μας (εθνικού ή πολιτικού) εαυτού όσο και του άλλου. Η δολοφονία Λαμπράκη αμφισβητεί την πρωτοκαθεδρία και την πλήρη κάλυψη μιας δράκας ακραίων που οδήγησαν μέχρι και στην παραίτηση του εκλεγμένου πρωθυπουργού της χώρας, παρά το αδιαμφισβήτητο των πολιτικών και όχι προσωπικών ευθυνών του εκείνη την εποχή.
Κατά τον Brehm «κάθε φορά που μια προσιτή συμπεριφορά αποσύρεται» (ή υπάρχει κίνδυνος να αποσυρθεί) «από το πεδίο των δυνατοτήτων ενός ατόμου, προκαλείται μια κατάσταση ψυχολογικής αναδραστικότητας και η οποία εκφράζεται με την τάση ανάκτησης της προγενέστερης χαμένης κατάστασης» με πλήρη άρνηση είτε του συμβάντος είτε με απαξίωση της αντίπαλης κριτικής.
Η ένταση της ψυχολογικής αναδραστικότητας είναι συνάρτηση παραγόντων που επηρεάζουν το μέγεθος της προσλαμβανόμενης ως απειλής όπως:
α. Της σπουδαιότητας που προσλαμβάνει η αποσυρόμενη συμπεριφορά, κάτι που έχει να κάνει με το οικοσυστημικό ζητούμενο κάθε τόπου, αφού π.χ. στην Ελλάδα παράμετροι όπως το ομόθρησκον είναι εξαιρετικά σημαντικοί,
β. της αναλογίας ανάμεσα σε αυτό που είναι (ή εκλαμβάνεται ως) αποσυρόμενο και των συμπεριφορών που παραμένουν προσιτές ή εφικτές και τέλος
γ. του μεγέθους της πραγματικής ή φανταστικής απειλής που νιώθει ότι βιώνει (ή ασκείται) πάνω στο άτομο.
Και τα τρία συναντιούνται στην αναπαράσταση των γεγονότων που επιχειρείται από τον Ελληνικό Βορρά όπου παρατηρούμε να προβάλλεται με ιδιαίτερη έμφαση το Ιδεολόγημα της κατάστασης έκτακτης ανάγκης εξαιτίας του κομμουνιστικού κινδύνου, παρά τον διαχωρισμό του μεταπολεμικού κόσμου σε ευκρινείς και κατ’ ουσίαν πανίσχυρες κι αδιατάρακτες ζώνες επιρροής Ανατολής και Δύσης.
Έτσι η αναπαράσταση των γεγονότων ξεκινά με την ουδέτερη διατύπωση “Αιματηρά Σύρραξις Εν Θεσσαλονίκη κατά Συγκέντρωσιν Φίλων της Ειρήνης”(Πρωτοσέλιδο 23ης Μαίου 1963), η οποία σε μια 2η ανάγνωση ενοχοποιεί την “Συγκέντρωσιν των Φίλων της Ειρήνης”.
Ενώ την 26η Μαίου (1 μόλις ημέρα μετά τον θάνατο) η προτεραιότητα είναι πια να καταγγελθεί η “εθνική απρέπεια” της αντιπολίτευσης (της Ένωσης Κέντρου) που “σκυλεύει το πτώμα του Λαμπράκη”.
Στο ίδιο φύλλο τα περιστατικά γίνεται προσπάθεια να αποδοθούν σε συνομωσία “κατά της Ελλάδος” Η εφημερίδα θριαμβολογεί “εναντίον των ταραχοποιών” αποδεχόμενη ως θέσφατο την έκθεση του αστυνομικού διευθυντή Θεσσαλονίκης ώστε να απονομιμοποιηθεί κάθε αντίθετη άποψη. Η εφημερίδα (κι είναι ενδιαφέρουσα η τελεσιδικία προ της δίκης για τον μάρτυρα Σωτηρχόπουλο) κλείνει βιαστικά “με ανακούφισην” όπως γράφει μια υπόθεση που μόλις άρχιζε.
Η ανάγκη διαλεύκανσης των γεγονότων απουσιάζει εξ ολοκλήρου λοιπόν αφού δημοσιεύονται μόνο οι επίσημες αναφορές και ανακοινώσεις των αρχών της πόλης. Άλλωστε νόμοι που ψηφίζονται για την σωτηρία της πατρίδας πολλές φορές όπως επισημαίνεται[3] ακροβατούσαν ή ξεπερνούσαν τα όρια της συνταγματικότητας και ουσιαστικά οικοδομούν σιγά-σιγά ένα κράτος εντελώς διαφορετικό από το κράτος μιας δυτικού τύπου αστικής δημοκρατίας της εποχής.
Η υπεράσπιση των θεσμών, της πόλης, της αστυνομίας, της κυβέρνησης, γίνεται έτσι μια κεντρική επιλογή υπενθυμίζοντας τις πολιτικές ρητορικές που αναπτύσσονται στην προσπάθεια της όποιου χρώματος εξουσίας να διαπραγματευτεί με στρατηγικές ή σχήματα-λόγου την νέα πραγματικότητα μετά από ένα οριακό συμβάν.
Μιλώντας για την μεταβολή που υπέστη στην ιστορική διαδρομή του το «Πρόταγμα της Ασφάλειας» οι Jackson & Towle μιλούν με τον τρόπο τους για “διάχυση της ευθύνης” που συνέβη στα εθνικά κράτη, και τις στρατηγικές που αυτό το αίσθημα της “διαρκούς ανασφάλειας” συνέβαλλε στο να αναπτυχθούν.
Ανάμεσα τους, μετά την διαπραχθείσα ακρότητα ή κατά την έμπρακτη διάρκεια της, η μετατόπιση του κέντρου βάρους στην δημόσια ρητορική από το “ηρωικό” (το οποίο γραφικοποιείται και ταυτίζεται με το “ακραίο”) στο “μετριοπαθές”, η μετατόπιση από την μακροκλίμακα των μεγάλων ιδεών κι ιδεολογιών (αυτό που η κοινωνική ανθρωπολογία αποκαλεί ανθρωπολογικές σταθερές) στην μικροκλίμακα συμπεριφορών κι αξιών, που οι κάτοχοι της “αρχής” εκπροσωπούν αποκλειστικά μεγαλύνοντας την ύπαρξη της ράτσας, ενώ οι “αντίπαλοι” διαβάλλουν.
Οι όροι και οι προβαλλόμενες λέξεις είναι έτσι μεγαλόστομες, “πατρίδα”, “έθνος”, “ασφάλεια”, ”συνομωσία”, “έκτακτη ανάγκη”.
Ουσιαστικά η αναπαράσταση μέσω της εφημερίδας θέτει το ζήτημα τι συμβαίνει όταν μία κοινωνία (όπως η Ελληνική και δη η Θεσσαλονικιώτικη της δεκαετίας του ’60) πρέπει να υπερασπιστεί το φαντασιακό μιας “εθνικής συλλογικότητας εν κινδύνω”.
Εν αντιθέσει στους “Δρόμους της Ειρήνης” έχουμε την προβολή της “προσωπικότητας” ως εναλλακτικής προσέγγισης απέναντι στους απρόσωπους θεσμούς. Στο ιστορικό μεταθανάτιο τεύχος των “Δρόμων” η επιλογή δεν είναι μια κινηματική φωτογραφία του Λαμπράκη ως πολιτικού υποκειμένου, αλλά μια προσωπική, η φωτογραφία με άλλα λόγια μιας “ανθρωπολογικής σταθεράς” (όρος από την κοινωνική ανθρωπολογία) με ένα θέμα πανανθρώπινο όπως ένας πατέρας με το παιδί του. Eπιλογή κατανοητή κι ανθρώπινη, αφού η προσπάθεια απανθρωποποίησης των πολιτικά άλλων ήταν σε πλήρη εφαρμογή.
Στην προσέγγιση των “Δρόμων” έχουμε, την ίδια ώρα, από την μια αναπαραγωγή των προτύπων της βαθιά ενσωματωμένης κουλτούρας στην οποία η οικογένεια χρησιμοποιείται συχνά για να συγκινήσει, παρόλο που δρα ως το χαμηλότερο σκαλί στην κλίμακα της ιεραρχίας[4]. Με τον τρόπο η “εναλλακτική κριτική” του αντίπαλου πολιτικού πόλου δεν είναι τόσο ριζοσπαστική κι αποτελεί στοιχείο μιας ομοιότροπης διαφορετικότητας, και μάλιστα σε εποχή, όπως επεσήμανε η νέα γαλλική κοινωνιολογική σχολή -δεκαετία του ’60- που η πολυπολιτισμικότητα δεν αφορούσε «εθνοτικούς άλλους» όπως στην εποχή της έντονης μετανάστευσης προς την Δύση (δεκαετία του 90 και δώθε) αλλά την ευθεία αμφισβήτηση των ποικίλων εκφάνσεων «κανονικότητας» από εναλλακτικές ιδεολογικές προτάσεις και ομάδες.
Αλλά από την άλλη έχουμε και χρήση του λεγόμενου νεωτερικού ήρωα[5]. Όπως είναι φυσικό σε ένα τεύχος που βγαίνει μετά από ένα τέτοιο οριακό γεγονός ο φόρος τιμής που αποδίδεται στον νεκρό είναι σημαντικός και φορτισμένος.
Μετρήσαμε πως δεν υπάρχει ούτε μια σελίδα στην οποία να μην αναφέρεται το όνομα του Λαμπράκη, ενώ περιλαμβάνει άρθρα, γραπτά, ποιήματα και έργα τέχνης των Γιάννη Ρίτσου, Νικηφόρου Βρεττάκου, Μποστ, Μανώλη Παπουτσάκη, Μίκυ Θεοδωράκη, Μίνου Αργυράκη, με τον λαό ως θεμέλιο και προσκυνητή του μάρτυρα-ήρωα κ.ά. καθώς και του ίδιου του Γρηγόρη Λαμπράκη, αφού παρατίθενται σελίδες από το προσωπικό του ημερολόγιο.
Έτσι οι φράσεις που εντοπίζουμε στα τεύχη των Δρόμων είναι: “Κρατούσες στ’ ανοιχτά σου χέρια την ΕΛΛΑΔΑ… Μαζί σου όλοι μαζί ανεβαίνουμε- γι’ αυτό ανεβαίνουμε πρωταθλητή μας, Μαραθρονοδρόμε μας…” (Ρίτσος) ”Υπάρχουν οι μεγάλες αποδείξεις που βεβαιώνουν πως το έθνος υπάρχει. Και τόσο η ζωή όσο κι ο θάνατος υπήρξαν μια τέτοια απόδειξη. Μια λαμπρή απόδειξη που βεβαιώνει πως η χειμαζώμενη αυτή χώρα, η έκθετη στην ασέβεια και στην καταδρομή, η καταπατημένη από τα ίδια της τα σαπρόφυτα, διατηρεί ανέπαφες τις μεγάλες της ρίζες…Πως μέσα της κλείνει μιαν αυτοτελή ζωή, μιαν αυτοτελή μοίρα, έναν αυτοτελή ήλιο…Τόσο η ζωή όσο και ο θάνατος του Λαμπράκη, απόδειξε πως υπάρχουν. Ο νεκρός που έγινε παρηγοριά και μας αποδόθηκε, που έγινε ελπίδα και μας αποδόθηκε…” “Μας είπαν πως θα πέθαινε αλλά εμείς τους είπαμε πως θα ζούσε…”Ολόκληρος γίγαντας είναι δυνατόν να πεθάνει;” έλεγαν” “ΑΝΑΣΤΗΘΗΚΕ… όπου όπως περίπου ο Χριστός ο Λαμπράκης μαζεύει γύρω του τους απόκληρους, τους “γύφτους”. Ο Λαμπράκης ζει…Κάθε νέος και Λαμπράκης”.
Επεκτείνοντας την ερμηνευτική προσέγγιση του Sennet για την «πτώση του δημοσίου ανθρώπου» στη νεωτερικότητα και στο πολιτικό της πρότυπο, ο Δεμερτζής[6] εξηγεί ότι στο νέο αστυακό περιβάλλον του 19ου αιώνα, που οξύνθηκε πολύ περισσότερο στον 20ό, αυξήθηκε η ορατότητα και μειώνεται η κοινωνικότητα […] αφού μέσω της ανάθεσης ο επώνυμος ήρωας παρέμεινε κι ενδυναμώθηκε ως δημιουργός στη Δημόσια Σφαίρα.
Το όνομα του πρωτομάρτυρα υπερκαλύπτει τα πάντα σε έναν κόσμο με την βαθιά ανάγκη συμβολισμών και συμβόλων. Αλλά η αγιοποιητική αυτή στάση είναι αφ’ εαυτής ανθρωπολογική σταθερά αφού έρευνες στον χώρο της κοινωνικής ανθρωπολογίας έχουν δείξει ότι τους αιώνες μαζικής δημιουργίας αγίων (3ο με 5ο αιώνα μΧ) τα χαρακτηριστικά που αρκούσαν για να γίνει κάποιος άγιος ήταν: α) η γενναιόδωρη φιλανθρωπία, όπως αυτή που επέδειξε ως γιατρός ο Λαμπράκης και β) η αντίδραση στην εξουσία όπως επέδειξε ο ίδιος ως βουλευτής. Ο λαϊκός ήρωας λοιπόν “αγιάζεται” από τον περίγυρό του, για να αποτελεί η συμπεριφορά του ανάμνηση τόσο για την γειτνίαση των ανθρώπων και την πολιτική εξουσία όσο και ως διαπύρσιο παράδειγμα για αυτούς που διαφωνούν με την εξουσία.
Στους “Δρόμους” ο ήρωας-άγιος τιμάται όπως είναι λογικό και θεμιτό από προσωπικότητες του ίδιου βεληνεκούς, Θεοδωράκης, Βολονάκης, Ρίτσος και τόσοι άλλοι, κι ένα σημαντικότατο συλλογικό κίνημα όπως οι Λαμπράκηδες γεννιέται. Στο πεδίο όμως των αναπαραστάσεων, και παρά το απόλυτα κατανοητό αυτών των ευρύτερα επαναλαμβανόμενων άλλωστε επιλογών με την χρήση προσωπικών στιγμών, και παρά τον μέγιστο σεβασμό στον νεκρό με την χρήση αρχετυπικών συμβόλων, οι επιλογές αυτές δεν είναι πολιτιστικά ουδέτερες, και την ίδια στιγμή που χρησιμοποιούν θεμιτά πανανθρώπινους συμβολισμούς, θέτουν και το ερώτημα του βαθμού αντανάκλασης της ηγεμονικής ματιάς στις εναλλακτικές “επαναστατικές” αναγνώσεις.
Σε αυτήν την κατεύθυνση άλλωστε βοηθά η επισήμανση πως ακόμη κι όταν ένα ριζοσπαστικό γεγονός συμβεί (στην οικονομία ή στην κοσμοαντίληψη και αυτοαντίληψη κι άρα στην ταυτότητα) και θα πρέπει να το αξιολογήσουμε και να το χρησιμοποιήσουμε, «το μυαλό μας είναι ήδη απεικασμένο από ένα πλαίσιο συμπερασμάτων, τυπικών σχημάτων και εμπειρικών αντικειμένων»[7].
Αλλά το πλέον ενδιαφέρον σημείο, το γνησιότερο όλων ίσως, είναι πως στην αναπαράσταση των γεγονότων στους “Δρόμους” που εκπροσωπούν θα λέγαμε την λαϊκή φωνή, υπάρχουν σύμβολα της γης που συναντάμε στο Δημοτικό μας τραγούδι, συνδέοντας την πολιτική ρητορική με την λογοτεχνική παράδοση:
“Έπεσε ο Μέγας Δρυς στη γη” γράφει ο Ρίτσος ενώ ο Βρεττάκος σημειώνει: πως “η μεγάλη αυτή χώρα… διατηρεί ανέπαφες τις μεγάλες της ρίζες”.
Κι ο Μίκης προσέθεσε την συνυφασμένη με την βαθύτερη λαϊκή παράδοση φράση: “είπαμε λέει μοιρολόγια έξω από το νοσοκομείο όπου χαροπάλευε ο Γρηγόρης Λαμπράκης”..
Αν ο Bachelar ανέδειξε την χρήση των παγκόσμιων συμβόλων όπως το δένδρο κι οι ρίζες του στην γραφή (ιδίως σε καιρούς τρικυμισμένους) είναι τα ίδια σύμβολα που φυτρώνουν όχι στην παγκοσμιότητα μα στον τόπο, εφαλτήριο για να σεβαστείς άλλωστε και τους τόπους των άλλων.
Είναι ίσως αυτό που ο Αλεξίου έγραψε με αφορμή τον Ρίτσο ότι “Αν κάποιος θα ’θελε να διαβάσει την ιστορία του αιώνα, θα την έβρισκε ακέρια στην ποίηση του Ρίτσου”, ακριβώς γιατί ακουμπά στη γη και στα γεννήματά της. Αυτό το “ακέρια” θυμίζει πως η λαϊκή μούσα περιγράφει απόλυτα την πολυεδρική παραδοσιακή ζωή και διασώζει τον εθνικό παλμό, σε σημείο που ο μελετητής της Α. Passow να παρατηρεί έστω απλουστευτικά ότι οι υποθέσεις των ασμάτων, όπως και των ιστοριών θα προσθέταμε (είτε με συντηρητικά είτε με προοδευτικά στοιχεία ειπωμένες) είτε στηρίζονται σε λαϊκές παραδόσεις, είτε θα είναι πλαστές.
Η επιφυλλίδα “Μέρα Μαγιού μου μίσεψες” όπως και φράσεις για “πάλεμα στα μαρμαρένια αλώνια” στους “Δρόμους”, ή “Περπατά Μαζί μας” που κάνουν αιώνιο τον νεκρό (θέτοντας το ερώτημα για κοινούς τόπους αγιοποίησης και ηρωοποίησης) σπάνε τις επίσημες πολιτικές ρητορικές όλων των πλευρών, και φέρνουν στην επιφάνεια, όπως σε κάθε τραγωδία, καθώς έχει γραφτεί, “την προσπάθεια του ανθρώπου να κατανοήσει τον ακατανόητο αέναο κύκλο της ζωής, της φθοράς, του θανάτου και της αναγέννησης”[8].
Συμπεράσματα
Σε κάθε διαδικασία μετάβασης, όπως αυτή που προξενείτε από ένα οριακό γεγονός, όλες οι αντίρροπες δυναμικές χρησιμοποιούν κώδικες πολιτιστικούς για να εκφραστούν. Κώδικες που, την ίδια στιγμή που εκφράζουν την στιγμή της αγωνίας ή της ελπίδας, διατρέχουν κριτικά ή όχι τον χρόνο που τους συμπεριλαμβάνει αλλά αδυνατούν να ξεπεράσουν συνήθως την κοινωνία που τους δημιουργεί.
Το κορμί του νεκρού, κορμί του πατέρα, του πρωταθλητή, του πολιτικού εκπροσώπου σημαντικής μερίδας πολιτών, επηρεάζεται από την επανανοηματοδότηση της σχέσης «δημόσιου/ιδιωτικού» που «συνέβη» στην ύστερη νεοτερικότητα. Η ενσωμάτωση στις κυρίαρχες αξίες και η μαζική κουλτούρα, έχει επισημάνει ο Ρούσης αναφερόμενος στον Τορτ[9] διέπονται από μια διαταξικότητα, καθώς οι διαδικασίες και τα ιδεολογήματα αντανακλώνται στους διάφορους κοινωνικούς χώρους ή θεσμούς.
Από την άλλη, έρευνες σε σχέση με την προσαρμοστικότητα των ταυτοτήτων έχουν αναδείξει ότι από τις πολλαπλές ταυτότητες του σύγχρονου ανθρώπου, αυτή που προηγείται κάθε φορά είναι αυτή που συνάδει με το ευρύτερο πλαίσιο κοινωνικής αναφοράς. Πλαίσιο το οποίο «καθορίζεται» από τις εκάστοτε συντεταγμένες της «δυναμικής ισορροπίας» μεταξύ των ηγεμονικών πρακτικών, των κοινωνικοοικονομικών «αναγκών», και των εναλλακτικών προσεγγίσεων.
Οι βιοπολιτικές προσταγές µορφοποιούν το πλέγµα αυτό καθώς «πραγµατώνονται µέσω των διαπλοκών βιολογικής και πολιτικής ύπαρξης, των κοινωνικών υποκειµένων».
Η φυσική παρουσία των μελών του κινήματος Ειρήνης στον Δημόσιο χώρο μιας βαθιά απεικασμένης από ακραίους ετερόδοξους πόλης θεωρήθηκε απειλή, υπενθυμίζοντας ότι στις διάφορες προσεγγίσεις που σημάδεψαν την παραγωγή ταυτοτήτων τους τελευταίους αιώνες, ο «άλλος» αντιμετωπιζόταν τις περισσότερες φορές ως «Απειλή», σε ένα έθνος κράτος που εννοώντας την ετερότητα ως εχθρικό πόλο της κοινωνικής συνοχής προσπάθησε να «θεσμοποιήσει» την καταστολή του. που δικαιολογούσε ακόμη και την φυσική εξόντωση του διαφορετικού.
Ελένη Καρασαββίδου
[1] (Μαρίνος, 2014)
[2] Σε προσωπική συνέντευξη που της πήραμε στη διάρκεια της έρευνας γι’ αυτό το άρθρο στις 9 Μαίου του 2014.
[3] (Μαρίνος, 2014).
[4] (Hill, 1964)
[5] (Bauman, 1992)
[6] (Δεμερτζής 2002, 267-268)
[7] (Connerton, 1989, 6)
[8] (ό.π. Αλεξίου, 2008)
[9] (Ρούσης, 131)