Γράφει ο Διονύσης Τσιριγώτης, Αναπληρωτής Καθηγητής, Πανεπιστημίου Πειραιώς

Η κοινή διάσκεψη των ηγετών της Γαλλίας, της Ελλάδας και της Κυπριακής Δημοκρατίας στη βάση Ανδρέας Παπανδρέου στην Πάφο, πρέπει να αναγνωσθεί όχι ως μια συγκυριακή διπλωματική χειρονομία, αλλά ως ένδειξη μιας βαθύτερης αναδιάρθρωσης της ευρωπαϊκής στρατηγικής στην Ανατολική Μεσόγειο. Η συνάντηση του Εμανουέλ Μακρόν, του Κυριάκου Μητσοτάκη και του Νίκου Χριστοδουλίδη εντάσσεται σε μια ευρύτερη διαδικασία μετασχηματισμού της ευρωπαϊκής πολιτικής ασφάλειας, κατά την οποία η Ένωση, επιχειρεί να μεταβεί από μια κυρίως κανονιστική δύναμη (normative power) σε έναν γεωπολιτικό δρώντα με επιχειρησιακή ικανότητα προβολής ισχύος.

Advertisement
Advertisement

Η τριμερής αυτή πρωτοβουλία αποκτά ιδιαίτερη σημασία στο πλαίσιο της εντεινόμενης αστάθειας που εκτείνεται από την Ερυθρά Θάλασσα έως την Ανατολική Μεσόγειο. Οι επιθέσεις σ’ εμπορικά πλοία, η αβεβαιότητα γύρω από τις ενεργειακές ροές και η πιθανότητα περιφερειακής διάχυσης της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή έχουν επαναφέρει στο επίκεντρο της διεθνούς πολιτικής ένα κλασικό γεωστρατηγικό ζήτημα⸱ τον έλεγχο των θαλάσσιων γραμμών επικοινωνίας. Από τη σκοπιά της θεωρίας της θαλάσσιας ισχύος, όπως αυτή διατυπώθηκε από τον Alfred Thayer Mahan, η ασφάλεια των θαλάσσιων εμπορικών διαδρόμων αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση της οικονομικής και πολιτικής ισχύος των κρατών. Στη σύγχρονη συγκυρία, η προστασία αυτών των γραμμών αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία, καθώς η παγκοσμιοποιημένη οικονομία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την αδιάλειπτη λειτουργία των θαλάσσιων δικτύων μεταφοράς ενέργειας και εμπορευμάτων.

Η αναφορά του Εμανουέλ Μακρόν σε μια πιθανή νέα αποστολή συνοδείας τάνκερ και εμπορικών πλοίων, κατά το πρότυπο της ευρωπαϊκής επιχείρησης «Ασπίδες», αντανακλά ακριβώς αυτή τη στρατηγική λογική. Η πρωτοβουλία δεν περιορίζεται στη διαχείριση μιας άμεσης απειλής, αλλά συνδέεται με τη διαμόρφωση ενός ευρωπαϊκού πλαισίου θαλάσσιας ασφάλειας που επιδιώκει να προστατεύσει τις κρίσιμες εμπορικές αρτηρίες που συνδέουν τον Ινδοειρηνικό με τη Μεσόγειο και την Ευρώπη. Στο επίπεδο της στρατηγικής θεωρίας, η πρωτοβουλία αυτή μπορεί να ερμηνευθεί ως προσπάθεια συγκρότησης μιας μορφής συλλογικής θαλάσσιας αποτροπής (collective maritime deterrence), όπου η παρουσία ναυτικών δυνάμεων λειτουργεί ταυτόχρονα ως μηχανισμός προστασίας και ως μήνυμα πολιτικής αποφασιστικότητας.

Η γαλλική συμμετοχή στην τριμερή διάσκεψη αντανακλά επίσης την ευρύτερη επιδίωξη του Παρισιού να διαμορφώσει έναν ηγετικό ρόλο στην ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας. Από τη σκοπιά των θεωριών ηγεμονίας και περιφερειακής ισχύος, η Γαλλία επιχειρεί να λειτουργήσει ως «πυρήνας στρατηγικής πρωτοβουλίας» μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η ανάπτυξη γαλλικών ναυτικών δυνάμεων στην Ανατολική Μεσόγειο και η αναφορά στο αεροπλανοφόρο Charles de Gaulle υποδηλώνουν ότι το Παρίσι επιδιώκει να μεταφράσει την έννοια της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας σε συγκεκριμένες επιχειρησιακές δυνατότητες.

Η προσέγγιση αυτή συνδέεται με μια ευρύτερη γαλλική γεωπολιτική αντίληψη, σύμφωνα με την οποία η Μεσόγειος αποτελεί κρίσιμο χώρο για τη διαμόρφωση της ευρωπαϊκής ισχύος. Από τον Ψυχρό Πόλεμο έως σήμερα, η Γαλλία έχει επανειλημμένα επιχειρήσει να διατηρήσει ενεργό παρουσία στη μεσογειακή περιφέρεια, τόσο για λόγους στρατηγικής ισορροπίας όσο και για λόγους οικονομικής και ενεργειακής ασφάλειας. Η ενίσχυση των σχέσεων με την Ελλάδα και την Κύπρο εντάσσεται σε αυτή τη μακροπρόθεσμη στρατηγική, καθώς δημιουργεί ένα πλέγμα συνεργασίας που επιτρέπει στη Γαλλία να διατηρεί πρόσβαση σε έναν από τους σημαντικότερους γεωπολιτικούς κόμβους της Ευρασίας.

Η Κύπρος καταλαμβάνει ιδιαίτερη θέση σε αυτή τη στρατηγική γεωγραφία. Η γεωγραφική της θέση, στο σημείο συνάντησης Ευρώπης, Μέσης Ανατολής και Βόρειας Αφρικής, την καθιστά φυσικό κόμβο θαλάσσιας και αεροπορικής διασύνδεσης. Στο πλαίσιο της θεωρίας των γεωστρατηγικών «κόμβων» (strategic chokepoints and hubs), η Κύπρος λειτουργεί ως προκεχωρημένο σημείο επιτήρησης και προβολής ισχύος σε μια περιοχή που χαρακτηρίζεται από αυξανόμενη αστάθεια. Η αναβάθμιση του ρόλου της Κυπριακής Δημοκρατίας ως ευρωπαϊκού κόμβου ασφάλειας αντανακλά επομένως μια βαθύτερη μετατόπιση στην αντίληψη της ΕΕ για τα εξωτερικά της σύνορα.

Η ελληνική διάσταση της τριμερούς συνεργασίας προσδίδει επιπλέον στρατηγικό βάθος στο σχήμα αυτό. Η Ελλάδα, λόγω της γεωγραφικής της θέσης και των ναυτικών της δυνατοτήτων, λειτουργεί ως γέφυρα μεταξύ της ευρωπαϊκής ηπειρωτικής ασφάλειας και της μεσογειακής θαλάσσιας στρατηγικής. Η αναφορά του Κυριάκου Μητσοτάκη στην αποστολή της φρεγάτας «Κίμων» υπογραμμίζει την επιχειρησιακή διάσταση της ελληνογαλλικής αμυντικής συνεργασίας, η οποία τα τελευταία χρόνια έχει εξελιχθεί σ’ έναν από τους βασικούς άξονες της ευρωπαϊκής στρατηγικής στην περιοχή.

Advertisement

Από τη σκοπιά των θεωριών περί συμμαχιών, η τριμερής συνεργασία μπορεί να θεωρηθεί ως παράδειγμα «περιφερειακής εξισορρόπησης» (regional balancing). Τα τρία κράτη συγκροτούν ένα πλέγμα συνεργασίας που επιδιώκει να διατηρήσει την ισορροπία ισχύος σε μια περιοχή όπου πολλαπλοί δρώντες -κρατικοί και μη κρατικοί- επιδιώκουν να επηρεάσουν τις θαλάσσιες και ενεργειακές ροές. Η συνεργασία αυτή δεν αποτελεί τυπική στρατιωτική συμμαχία, αλλά έναν ευέλικτο μηχανισμό στρατηγικού συντονισμού που επιτρέπει την προσαρμογή στις μεταβαλλόμενες συνθήκες της περιφερειακής ασφάλειας.

Η έννοια των «ασύμμετρων απειλών», στην οποία αναφέρθηκε ο Έλληνας πρωθυπουργός, εντάσσεται ακριβώς σε αυτή τη στρατηγική ανάγνωση. Οι μεταναστευτικές ροές, η πειρατεία, οι επιθέσεις σε εμπορικά πλοία και η δραστηριότητα μη κρατικών ένοπλων οργανώσεων αποτελούν μορφές ανασφάλειας που δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν αποκλειστικά μέσω συμβατικών στρατιωτικών μέσων. Αντιθέτως, απαιτούν ένα σύνθετο πλέγμα στρατιωτικών, διπλωματικών και θεσμικών εργαλείων. Η ευρωπαϊκή επιχείρηση «Ασπίδες» και η πιθανή επέκταση των αποστολών συνοδείας πλοίων αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της πολυεπίπεδης προσέγγισης.

Συμπερασματικά, η τριμερής διάσκεψη στην Πάφο μπορεί να ερμηνευθεί ως έκφραση μιας ευρύτερης μετατόπισης στην ευρωπαϊκή στρατηγική κουλτούρα. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, αντιμέτωπη με μια περίοδο αυξημένης γεωπολιτικής αβεβαιότητας, επιχειρεί να ενισχύσει την ικανότητά της να δρα ως παράγοντας ασφάλειας στην άμεση περιφέρειά της. Η συνεργασία Γαλλίας, Ελλάδας και Κύπρου λειτουργεί ως εργαστήριο αυτής της νέας στρατηγικής λογικής, όπου η προστασία των θαλάσσιων γραμμών επικοινωνίας, η αποτροπή περιφερειακών απειλών και η ενίσχυση της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας συνδέονται σ’ ένα ενιαίο γεωπολιτικό πλαίσιο.

Advertisement

Με αυτή την έννοια, η τριμερής συνάντηση δεν αποτελεί απλώς μια διπλωματική πρωτοβουλία της στιγμής. Αντιπροσωπεύει ένα βήμα προς τη διαμόρφωση μιας συνεκτικής ευρωπαϊκής στρατηγικής στην Ανατολική Μεσόγειο, όπου η θαλάσσια ισχύς, η θεσμική συνεργασία και η γεωπολιτική εξισορρόπηση συγκροτούν τους βασικούς άξονες της περιφερειακής ασφάλειας.