Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται αντιμέτωπη με την κλιμάκωση του πολέμου ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ισραήλ και το Ιράν, αλλά και στην ανοικτή πληγή της 4ετους σύρραξης στην Ουκρανία.
Τα παραπάνω κατεγράφησαν και στη χθεσινή 12ωρη Σύνοδο Κορυφής των Ηγετών της ΕΕ με τους «27» ηγέτες να είναι αμφίθυμοι και διστακτικοί στο να κάνουν ουσιαστικά βήματα για τα δύο παραπάνω κρίσιμα ζητούμενα, ιδιαίτερα όταν η σύνδεση των μετώπων Ιράν και Ουκρανίας γίνεται παραπάνω από ορατή στο ενεργειακό ζήτημα που ανησυχεί και ταράζει την Ένωση.
Συγκεκριμένα, η διάθεση 90δις ευρώ προς το Κίεβο από την ΕΕ βρίσκει την Ουγγαρία και τον Βίκτορ Όρμπαν να χαρακτηρίζει τη στρατηγική των Ευρωπαίων απέναντι στην ενεργειακή κρίση «απλώς τρελή», αφού η Ένωση χρειάζεται το ρωσικό πετρέλαιο για να επιβιώσει, περισσότερο από πότε, με τους ηγέτες της Ευρώπης να αντιτίθενται σοβαρά.
Δύσκολη ωστόσο παραμένει και η ευρωπαϊκή στάση, στο μέτωπο της Μ. Ανατολής παρά τις πιέσεις του Ντόναλντ Τραμπ προς τους συμμάχους των ΗΠΑ να συνδράμουν στρατιωτικά στην επαναλειτουργία της ναυσιπλοΐας στην περιοχή, οι ευρωπαϊκές χώρες επιλέγουν να κινηθούν στη διπλωματική οδό.
Είναι χαρακτηριστική η φράση η οποία αποδίδεται στην επικεφαλής της ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής Κάγια Κάλας που συνοψίζει αυτή την ανησυχία λέγοντας: “Το να ξεκινάς έναν πόλεμο είναι σαν μια ερωτική σχέση, είναι εύκολο να μπεις και δύσκολο να βγεις”.
Η ουσία αυτής της τοποθέτησης είναι σαφής: η Ευρώπη δεν θέλει να μετατραπεί από παρατηρητή και διπλωματικό συνομιλητή σε συμμέτοχο μιας ανοιχτής περιφερειακής σύρραξης χωρίς σαφή στρατηγικό ορίζοντα και στόχευση.
Τι είναι όμως αυτό που ανησυχεί ή καθηλώνει την ΕΕ σήμερα : α) σοβαρή επιφυλακτικότητα απέναντι σε μια πιθανή γενικευμένη σύρραξη, άρα και αποστασιοποίησή της από τη στρατηγική των ΗΠΑ-Ισραηλ για στρατιωτική εμπλοκή και β) η σοβαρή ενεργειακή αβεβαιότητα
Α) Σχετικά με το πρώτο σκέλος η ευρωπαϊκή στάση για μη στρατιωτική εμπλοκή της είναι μια προσπάθεια να διαμορφωθεί ένας διακριτός ρόλος για την Ε.Ε. ως παράγοντα σταθεροποίησης, σε αντίθεση με τη στρατιωτική λογική της άμεσης εμπλοκής που τροφοδοτούν ΗΠΑ και Ισραήλ. Οι ευρωπαϊκές χώρες επιδιώκουν να έχουν περισσότερο χρόνο, περισσότερη πληροφόρηση και κυρίως μεγαλύτερη σαφήνεια για τους πολεμικούς στόχους της Ουάσιγκτον και του Τελ Αβίβ.
Β) Σχετικά με το ενεργειακό σκέλος της κρίσης το οποίο είναι ιδιαίτερα κρίσιμο για την Ευρώπη. Η ουσιαστική διακοπή της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ, σε συνδυασμό με τις επιθέσεις σε κρίσιμες ενεργειακές υποδομές, έχει ήδη προκαλέσει σοβαρούς τριγμούς στις αγορές. Η αναστολή εργασιών φόρτωσης πετρελαίου στο λιμάνι της Φουτζέιρα, μετά από επίθεση με drone, κατέδειξε πόσο ευάλωτη είναι η εφοδιαστική αλυσίδα σε ολόκληρο τον Κόλπο. Η Φουτζέιρα, λίγο έξω από τα Στενά του Ορμούζ, αποτελεί κομβικό σημείο εξόδου για περίπου 1 εκατομμύριο βαρέλια αργού ημερησίως, δηλαδή περίπου το 1% της παγκόσμιας ζήτησης.
Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η αναταραχή αυτή ξυπνά μνήμες από προηγούμενες ενεργειακές κρίσεις, σε ένα ακόμα πιο εύφλεκτο περιβάλλον. Οι τιμές της ενέργειας έχουν ήδη εκτιναχθεί, ενώ η προοπτική παρατεταμένης αποσταθεροποίησης απειλεί να αναζωπυρώσει τον πληθωρισμό, να επιβαρύνει την ευρωπαϊκή βιομηχανία και τα νοικοκυριά και να δοκιμάσει εκ νέου την ανθεκτικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Η γεωπολιτική ανάφλεξη απειλεί τις ροές φυσικού αερίου και πετρελαίου και δυστυχώς η ευρωπαϊκή συζήτηση δείχνει συχνά να παραμένει εγκλωβισμένη σε παράλληλες προτεραιότητες. Δεν πέρασε απαρατήρητο το γεγονός ότι, παρά την προειδοποίηση του Κατάρ ότι ενδέχεται να μην μπορέσει να τηρήσει συμβόλαια προμήθειας LNG με χώρες όπως το Βέλγιο και η Ιταλία λόγω των ιρανικών πληγμάτων, οι ηγέτες αφιέρωσαν ώρες συζητώντας ζητήματα που αφορούν το σύστημα εμπορίας ρύπων και όχι τη διέξοδο απεμπλοκής ή άλλης εναλλακτικής.
Και ίσως αυτό να είναι το βασικό συμπέρασμα της παρούσας συγκυρίας και της κρίσιμης Συνόδου των 27 ηγετών που μόλις ολοκληρώθηκε: η Ευρώπη δεν κατάφερε να φτάσει αποφασιστικά πουθενά ούτε στο μέτωπο του Ιράν ούτε στο μέτωπο της Ουκρανίας.
Πρόκειται για μια εικόνα που δεν αποκαλύπτει μόνο την επιφυλακτικότητα της Ε.Ε., αλλά και το βαθύ στρατηγικό της έλλειμμα απέναντι σε δύο συγκρούσεις που επηρεάζουν άμεσα την πορεία της. Ενώ, ταυτόχρονα, επιβεβαιώνει την αμηχανία των ηγετών της να χαράξουν έναν δυναμικό ευρωπαϊκό ρόλο για την ειρήνη και τη σταθερότητα στη διαμόρφωση της επόμενης μέρας στην Ευρώπη και στον κόσμο.