Κάποτε το offline σήμαινε παύση. Σήμερα, για μια ολόκληρη γενιά και κυρίως για τη Gen Z μοιάζει περισσότερο με κοινωνικό ρίσκο. Όχι επειδή χάνεται το σήμα, αλλά επειδή χάνεται η αίσθηση της παρουσίας. Η Gen Z είναι η πρώτη γενιά που δεν γνώρισε ποτέ έναν κόσμο χωρίς διαδίκτυο. Δεν προσαρμόστηκε στην ψηφιακή πραγματικότητα· διαμορφώθηκε μέσα σε αυτή. Από την κοινωνικοποίηση και την ενημέρωση μέχρι την αυτοέκφραση και την ταυτότητα, σχεδόν τα πάντα περνούν μέσα από οθόνες. Η ψηφιακή παρουσία δεν είναι συμπληρωματική της ζωής — είναι ενσωματωμένη σε αυτή.

Το πρόβλημα δεν είναι η τεχνολογία. Είναι το κόστος της απουσίας.

Advertisement
Advertisement

Για τη Gen Z, το offline δεν σημαίνει απλώς αποσύνδεση. Σημαίνει ότι δεν είδες, δεν απάντησες, δεν ήσουν εκεί. Σε έναν κόσμο όπου οι εμπειρίες συμβαίνουν σε πραγματικό χρόνο μέσα από stories, posts και ομαδικές συνομιλίες, η μη συμμετοχή βιώνεται συχνά ως αποκλεισμός. Το Fear of Missing Out δεν αφορά πια μόνο events ή κοινωνικές εξόδους. Αφορά τη συλλογική εμπειρία της καθημερινότητας. Μια συζήτηση που έγινε και τελείωσε μέσα σε λίγες ώρες, μια τάση που εμφανίστηκε και εξαφανίστηκε, μια είδηση που σχολιάστηκε πριν καν προλάβεις να τη δεις. Το offline ισοδυναμεί με το να μένεις εκτός ρυθμού.

Οι ψηφιακές πλατφόρμες δεν λειτουργούν πλέον μόνο ως εργαλεία επικοινωνίας. Παράγουν κοινωνικά σήματα: πότε ήσουν τελευταία φορά online, πόσο γρήγορα απαντάς, αν είδες και δεν απάντησες. Η σιωπή γίνεται μετρήσιμη. Για τη Gen Z, που μεγάλωσε μέσα σε αυτή τη λογική, η αποσύνδεση συχνά χρειάζεται εξήγηση. Το offline δεν ερμηνεύεται ως ξεκούραση, αλλά ως απόσταση. Ως αδιαφορία. Ως σιωπηρή απόρριψη. Έτσι, η συνεχής σύνδεση παύει να είναι επιλογή και μετατρέπεται σε άτυπη υποχρέωση.

Σε αντίθεση με προηγούμενες γενιές, η Gen Z δεν χρησιμοποιεί απλώς τα social media αλλά πολύ περισσότερο διαμορφώνει ταυτότητα μέσα από αυτά. Το ποιος είσαι συνδέεται άμεσα με το πώς εμφανίζεσαι ψηφιακά. Likes, views και reactions λειτουργούν ως μορφές κοινωνικής επιβεβαίωσης, ιδιαίτερα σε ηλικίες όπου η ανάγκη αποδοχής είναι έντονη. Το offline, σε αυτό το πλαίσιο, μοιάζει με παύση της ταυτότητας. Αν δεν ανεβάζεις, αν δεν σχολιάζεις, αν δεν συμμετέχεις, υπάρχει η αίσθηση ότι χάνεις έδαφος. Όχι απαραίτητα σε σχέση με τους άλλους, αλλά σε σχέση με τον ίδιο σου ψηφιακό εαυτό.

Τα τελευταία χρόνια, πλήθος ερευνών συνδέουν τη διαρκή συνδεσιμότητα με αυξημένα επίπεδα άγχους, κοινωνικής σύγκρισης και ψυχικής κόπωσης, ιδιαίτερα στους νέους. Μελέτες δείχνουν ότι η Gen Z αναφέρει υψηλότερα επίπεδα στρες σε σχέση με προηγούμενες γενιές, ενώ η ανάγκη για συνεχή online παρουσία συχνά εντείνει το αίσθημα πίεσης. Παράλληλα, έρευνες γύρω από την ψηφιακή κόπωση υπογραμμίζουν ότι η συνεχής εγρήγορση, η αίσθηση ότι πρέπει να είσαι πάντα διαθέσιμος, εξαντλεί γνωστικά και συναισθηματικά αποθέματα. Το offline, αντί να λειτουργεί ως ανάπαυλα, βιώνεται ως απειλή απώλειας.

Αν και το φαινόμενο διαπερνά πλέον όλες τις ηλικίες, στη Gen Z είναι πιο έντονο γιατί δεν υπάρχει εμπειρικό “πριν” για σύγκριση. Οι Millennials θυμούνται έναν κόσμο χωρίς smartphones. Η Gen Z όχι. Για αυτήν, η αποσύνδεση δεν είναι επιστροφή σε κάτι γνώριμο, αλλά μετάβαση σε κάτι άγνωστο. Γι’ αυτό και η εύκολη ερμηνεία περί εθισμού συχνά αποτυγχάνει. Δεν πρόκειται για ατομική αδυναμία, αλλά για προσαρμογή σε ένα περιβάλλον που επιβραβεύει τη συνεχή παρουσία και τιμωρεί τη σιωπή.

Η συζήτηση για το offline δεν χρειάζεται ηθικολογία. Η τεχνολογία δεν είναι εχθρός. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν υπάρχει ακόμη χώρος για παύση χωρίς ενοχή. Για απουσία χωρίς εξήγηση. Για ιδιωτικότητα χωρίς φόβο κοινωνικής απομάκρυνσης. Για τη Gen Z, το offline είναι κοινωνική και ψυχολογική δοκιμασία. Και ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο δεν είναι ότι φοβόμαστε να αποσυνδεθούμε αλλά ότι αρχίζουμε να θεωρούμε αφύσικη την ιδέα ότι η ζωή δεν χρειάζεται να είναι διαρκώς ορατή για να είναι υπαρκτή.