Το Ιράν δεν έχει τα μέσα να κλείσει μόνιμα το Στενό του Ορμούζ. Ωστόσο, ακόμη και αν είχε τα μέσα, ένα πλήρες και διαρκές κλείσιμο θα ήταν πράξη αυτοϋπονόμευσης. Ο λόγος είναι απλός: θα διέκοπτε συγχρόνως τόσο τις δικές του εξαγωγές όσο και εκείνες των λοιπών κρατών του Κόλπου, οπότε θα προκαλούσε άμεση διεθνή και πιθανώς στρατιωτική αντίδραση, με αποτέλεσμα την επιδείνωση της ήδη εύθραυστης οικονομικής του κατάστασης και των περιφερειακών ισορροπιών.
Αυτή δεν είναι βιώσιμη στρατηγική επιλογή. Πιθανώς να αποτελεί επιλογή ύστατης κλιμάκωσης ή απελπισίας, αλλά η πραγματική στρατηγική είναι διαφορετική και πιο σύνθετη. Το Ιράν μπορεί να εργαλειοποιήσει την αβεβαιότητα, δηλαδή όχι τη διακοπή της ροής αλλά την αμφιβολία ως προς την τελική τιμή και την παράδοση του φορτίου.
Σε μια παγκόσμια αγορά που λειτουργεί με ροές πετρελαίου και μηχανισμούς τιθάσευσης του κινδύνου, κάθε δομικό στοιχείο της έχει μετρήσιμο κόστος. Κατά συνέπεια, η αβεβαιότητα θα αυξήσει τα war-risk premia (προσαύξηση ασφαλίστρων λόγω πολεμικού κινδύνου), θα περιορίσει τη διαθέσιμη spot χωρητικότητα, θα ενισχύσει τους ναύλους των μεγάλων πετρελαιοφόρων (VLCC) και θα μεταβάλει τελικά το delivered cost του crude (το τελικό κόστος παράδοσης του αργού πετρελαίου). Κάθε ένα από αυτά τα στοιχεία μεταφράζεται σε τιμή, η οποία μεταφράζεται σε πολιτική πίεση. Το leverage μιας τέτοιας επιλογής, επομένως, δεν είναι πρωτίστως στρατιωτικό, αλλά αγοραίο. Σε μια οικονομία που βασίζεται στη ροή ενέργειας, αυτό το αγοραίο leverage είναι συχνά πιο αποτελεσματικό από το στρατιωτικό.
Το πετρέλαιο δεν είναι απλώς ένα ακόμη προϊόν (commodity). Είναι το αίμα στις αρτηρίες της παγκόσμιας οικονομίας και, σε συνθήκες έντασης, ο ναύλος προσθέτει 4–6 δολάρια ανά βαρέλι, περιορίζονται τα arbitrage, άρα και το «κλείδωμα» τιμών, και τα refinery margins αναπροσαρμόζονται. Συνεπώς, η τιμή του πετρελαίου δεν καθορίζεται μόνο στις αγορές Brent αλλά και στα ναυλοσύμφωνα. Άρα, πέραν του φυσικού γεωγραφικού choke point που αποτελούν τα Στενά, υπάρχει και ένα ακόμη λειτουργικό, δηλαδή η χωρητικότητα του στόλου.
Η Ελλάδα ελέγχει περίπου το 77% των ευρωπαϊκών δεξαμενόπλοιων, άρα η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) καθίσταται δομικός παράγοντας στη μεταφορά ενέργειας, αλλά πολιτικά συμπεριφέρεται σαν να μην είναι. Αντί να παρατηρεί ουδέτερα και αμήχανα τις εξελίξεις, η ΕΕ θα μπορούσε να έχει πραγματικό ρόλο σε αυτές, οπότε να είχε κληθεί στο τραπέζι των συνομιλιών. Προς το παρόν, παρακολουθεί τις εξελίξεις από τους δέκτες της τηλεόρασης.
Η ευρωπαϊκή αδράνεια δεν εντάσσει τη ναυτιλία σε ένα πλαίσιο ενιαίας γεωοικονομικής στρατηγικής, αλλά την αντιμετωπίζει ως ακόμη ένα μέσο μεταφοράς που ρυθμίζεται από αμιγώς εσωτερικούς ευρωπαϊκούς κανόνες. Πλάνη οικτρή, αφού η ναυτιλία έχει τη δυνατότητα παγκόσμιας θεσμικής ευελιξίας. Με αυτή την προσέγγιση, ευρωπαϊκός κανονισμός απαγορεύει σε ευρωπαϊκά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και πηγές κεφαλαίου να χρηματοδοτήσουν πλοία μεταφοράς πετρελαίου. Όμως η κοντόφθαλμη αυτή προσέγγιση, που βασίζεται κυρίως σε ιδεολογήματα και όχι στην ουσία της προστασίας του περιβάλλοντος, δεν θα αποτρέψει τη χρηματοδότηση των δεξαμενόπλοιων από τρίτες χώρες, όπως η Κίνα, άρα θα μειωθεί η σχετική επιρροή της ΕΕ.
Η Ελλάδα, στην παρούσα φάση, διαφαίνεται πλήρως ευθυγραμμισμένη με την πολιτική των ΗΠΑ, και αυτή είναι μια λογική, αν και πιθανώς η μοναδική βιώσιμη επιλογή της, αφού οι ΗΠΑ ελέγχουν, μέσω του δολαρίου, την ασφάλιση, το εμπόριο και τη μεταφορά όλων των προϊόντων, και ειδικά του πετρελαίου, άρα ορίζουν τις ροές. Πιθανώς να έχει μειωθεί η συνολική ικανότητά τους, αλλά η επίδειξη σκληρής ισχύος, όπου οι ΗΠΑ κρίνουν σκόπιμο, καταλύει αντιστάσεις και «μπαϊράκια» από άλλους δρώντες. Όσο δεν υπάρχει ευρωπαϊκό αντίβαρο, ήτοι μια βιώσιμη πολιτική στρατηγικής ενσωμάτωσης της ναυτιλίας στο υψηλότερο πλαίσιο της ισχύος και της πολιτικής, η Ελλάδα θα είναι άμεσα συνδεδεμένη στο άρμα των ΗΠΑ. Η ΕΕ συμπεριφέρεται ως χερσαία δύναμη, αν και η ιστορία της Ευρώπης είναι βαθιά θαλάσσια. Άρα το πρόβλημα δεν είναι άλλο παρά η απουσία ευρωπαϊκού πλαισίου.
Το γεωοικονομικό αποτύπωμα του συγκεκριμένου πολιτικού ελλείμματος θα διαφανεί άμεσα μόλις η άμυνα του Ιράν καταρρεύσει. Οι ροές θα αποκατασταθούν, τα premia θα πέσουν και η αγορά θα σταθεροποιηθεί σε αναμενόμενα επίπεδα, αλλά δεν θα αλλάξει ο έλεγχος και η ουσία.
Οι παίκτες στο καρέ: οι ΗΠΑ, μέσω διμερών σχέσεων και σκληρής ισχύος, η Κίνα, μέσω χρηματοδότησης, και η Ρωσία, μέσω ενεργειακών συμμαχιών και αποθεμάτων, ξαναμοιράζουν την τράπουλα και επανακατανέμουν την ισχύ. Η ΕΕ είναι απούσα. Η Ελλάδα παίζει, στο μέτρο του δυνατού, και με τους τρεις παίκτες: ναυπηγεί πλοία στην Κίνα, εξυπηρετεί αμερικανικές πολιτικές και ροές ενέργειας, και όποιο παλαιό πλοίο περισσεύει καταλήγει νόμιμα και νομότυπα σε χέρια τρίτων που εμπλέκονται στον σκιώδη στόλο που διατηρεί το οξυγόνο στη ρωσική οικονομία. Πρόκειται για επικίνδυνο παιχνίδι με μεγάλα κέρδη. Ωστόσο, είναι αρκετά σοφό στην ουσία του: η εξουσία και η ισχύς είναι σαν τη φωτιά. Δεν πρέπει να απομακρύνεσαι γιατί θα κρυώσεις, αλλά ούτε να πλησιάζεις πολύ γιατί θα καείς.
Άρα, με αφορμή τα πρόσφατα γεγονότα στο Ιράν, η αβεβαιότητα στο παγκόσμιο εμπόριο και η ναυτιλία αποκτούν ιδιαίτερη σημασία ανάλυσης. Η ΕΕ διαθέτει την κρίσιμη χωρητικότητα μέσω της Ελλάδας, αλλά δεν τη μετατρέπει σε στρατηγική. Η ΕΕ πρέπει να καταλάβει ότι δεν αρκεί η κοινή άμυνα και η στήριξη στην Ουκρανία, ούτε επαρκεί η ρητορική περί στρατηγικής αυτονομίας και ανεξαρτησίας. Αν η Ευρώπη θέλει ρόλο στο παγκόσμιο γίγνεσθαι, θα πρέπει να αποκτήσει όραμα θαλάσσιας επιρροής και πολιτικής. Αυτό σημαίνει ότι άλλες οριζόντιες πολιτικές, όπως η προστασία του περιβάλλοντος, θα πρέπει να σέβονται υπαρξιακές προτεραιότητες της ΕΕ. Δεν υπάρχει κοινή άμυνα χωρίς εμπορικά πλοία.
Η εμπειρία από τον πόλεμο των Φόκλαντ αποδεικνύει κάτι απλό: σε περίοδο κρίσης, τα εμπορικά πλοία μετατρέπονται σε στρατηγική υποδομή. Όποιος διαθέτει χωρητικότητα ή μπορεί να την ενεργοποιήσει διαθέτει επιχειρησιακό βάθος. Αυτή είναι η προσφορά της Ελλάδας στα σχέδια των ισχυρών. Αυτό δεν αφορά μόνο τον πόλεμο, αλλά κάθε γεωοικονομική αντιπαράθεση, ακόμη και χωρίς την επίδειξη σκληρής ισχύος. Αν η Ευρώπη δεν αποκτήσει όραμα για τη θέση της στις παγκόσμιες ροές ενέργειας και κεφαλαίου, τα κράτη-μέλη θα κινηθούν αυτόνομα. Και η «κοινή» πολιτική θα διαβρώνεται στην πράξη. Η ισχύς δεν είναι ιδέα. Είναι δομή. Και σήμερα, η δομή της μεταφοράς ενέργειας περνά από τη ναυτιλία.