Όσοι επιχείρησαν να αλλοιώσουν τα γεγονότα, να σβήσουν πρόσωπα και να παραχαράξουν μνήμες, τη βρήκαν μπροστά τους. Επανέρχεται πάντα. Άλλοτε σιωπηλή, άλλοτε εκκωφαντική. Σαν από μηχανής θεός, ρίχνει φως εκεί όπου κάποιοι επένδυσαν στο σκοτάδι.
Λαός χωρίς μνήμη δεν έχει αναφορά. Δεν έχει μονοπάτι στον χρόνο. Δεν έχει πατρίδα. Αν κάτι μας κρατά δεμένους με τη γη των προγόνων μας, δεν είναι μόνο το χώμα. Είναι η Ιστορία μας. Είναι οι άνθρωποί της. Είναι οι στιγμές που όρισαν το μέτρο της αξιοπρέπειας.
Οι φωτογραφίες που επανήλθαν στο προσκήνιο και συνδέονται με τους 200 εκτελεσμένους της Καισαριανής δεν είναι απλώς ντοκουμέντα. Είναι αδιάψευστοι μάρτυρες μιας εποχής όπου οι ίδιοι οι δολοφόνοι κατέγραφαν τα εγκλήματά τους. Κράτησαν φωτογραφικά τεκμήρια για να θυμούνται την πράξη τους· χωρίς να το γνωρίζουν, κατέγραψαν την αθανασία εκείνων που εκτελούσαν.
Πάνω σε αυτούς τους ανθρώπους ρίχτηκε λάσπη. Χύθηκε προπαγάνδα. Επιχειρήθηκε η σπίλωση, η διαστρέβλωση, η απαξίωση. Και όμως, τίποτα δεν κατάφερε να τους αγγίξει, πόσο μάλλον να τους λερώσει. Η αξιοπρέπειά τους αποδείχθηκε ισχυρότερη από κάθε ψέμα. Η στάση τους μπροστά στον θάνατο έγινε το μέτρο της αλήθειας.
Δεν είναι απλώς πρόσωπα μιας φωτογραφίας. Είναι ήρωες. Και η Ιστορία, όταν έρχεται η ώρα της, τους αποκαθιστά.
Στην Καισαριανή χτίστηκε ένας βωμός μνήμης. Ένας τόπος ιερός, ποτισμένος με αίμα και τιμή. Κι όμως, κάποιοι άφρονες επιχείρησαν να τον αμαυρώσουν. Να τον βεβηλώσουν. Να «μουτζουρώσουν» την Ιστορία. Μα η Ιστορία δεν αντιγράφεται, δεν παραχαράσσεται, δεν παραγράφεται επειδή κάποιοι ανεκδιήγητοι αποφάσισαν να την προσβάλουν. Το μόνο που κατάφεραν ήταν να αποκαλύψουν το πραγματικό τους ποιόν.
Πώς έφτασαν αυτές οι φωτογραφίες στα χέρια ενός Βέλγου συλλέκτη; Είναι ένα ερώτημα που πονά. Γιατί πίσω από κάθε εικόνα κρύβεται μια ιστορία που δεν ανήκει σε κανέναν ιδιώτη. Ανήκει στη μνήμη ενός λαού. Οι φωτογραφίες αυτές ταξίδεψαν μέσα στα χρόνια, συχνά ξεριζωμένες από τα αρχεία όπου θα έπρεπε να βρίσκονται. Πέρασαν από στρατιωτικά συρτάρια, από χέρια κατακτητών, από ιδιωτικές συλλογές που δεν θα έπρεπε ποτέ να υπάρξουν.
Η Ιστορία κάνει τους δικούς της κύκλους. Βγαίνει ξανά στην επιφάνεια όταν υπάρχει κίνδυνος. Ξυπνά μνήμες σε ανθρώπους που έχασαν συγγενείς, παππούδες, αδέλφια, φίλους. Μνήμες που δεν ξεθωριάζουν, όσο κι αν κάποιοι προσπαθούν να τις θάψουν. Κάθε φωτογραφία είναι μια γροθιά στο στομάχι. Μια υπενθύμιση ότι τίποτα δεν μένει κρυμμένο για πάντα.
Αντί να αναλωνόμαστε σε όσους επιχειρούν να αμαυρώσουν τη μνήμη, ας κοιτάξουμε την αλήθεια κατάματα. Μια αλήθεια που δεν αφορά μόνο τους 200, αλλά όλους μας. Το μεγάλο, ανοιχτό κεφάλαιο του κατοχικού δανείου και των ελληνικών αποζημιώσεων παραμένει ζωντανό. Ένα κεφάλαιο της ιστορίας μας που, κατά κοινή ομολογία, η Γερμανία επιλέγει να αποσιωπά, επικαλούμενη παραγραφή, λες και η Ιστορία λειτουργεί με λογιστικούς όρους. Η Ελλάδα πλήρωσε βαρύ τίμημα. Ζωές χάθηκαν. Υπήρξαν λεηλασίες, αίμα, οικονομική αφαίμαξη. Το κατοχικό δάνειο δεν ήταν μια τυχαία «συμφωνία». Ήταν αρπαγή. Και οι αποζημιώσεις δεν είναι «διεκδικήσεις του παρελθόντος». Είναι ζήτημα δικαιοσύνης.
Μορφές όπως η Ψαρούδα-Μπενάκη και η Γλύκατζη-Αρβελέρ, που έφυγαν από τη ζωή, αγάπησαν την ιστορία αυτού του τόπου και την ανέβασαν ψηλά. Αφιέρωσαν τη ζωή τους στη γνώση, στη μνήμη, στην αλήθεια. Με την απουσία τους συνειδητοποιούμε ότι τίποτα δεν είναι τυχαίο. Ένας κόσμος ξαναχτίζεται, ένας κόσμος ξαναγεννιέται, γιατί η Ιστορία πολλά έχει να δώσει, αρκεί να θελήσουμε να τη δούμε.
Σε μια εποχή όπου το πολιτικό σκηνικό της χώρας δοκιμάζεται και η παρακμή του δημόσιου λόγου και έργου είναι ορατή, η Ιστορία παραμένει ο τελευταίος πυλώνας σταθερότητας και αναφοράς. Η Ιστορία ενώνει, δεν διχάζει. Μας θυμίζει ποιοι είμαστε, τι περάσαμε, τι αντέξαμε και τι χρωστάμε.
Ας κρατήσουμε τη μνήμη ζωντανή, γιατί έχει δύναμη. Η μνήμη είναι το νήμα που ενώνει γενιές, είναι το αντίβαρο της παραπληροφόρησης. Η Ιστορία δε χάνεται στα χρόνια όσο υπάρχουν άνθρωποι που τη τιμούν.
Σήμερα η Ιστορία ξαναχτυπά την πόρτα με τρόπο συγκλονιστικό.
Οι φωτογραφίες των 200 εκτελεσμένων στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, την Πρωτομαγιά του 1944, ήρθαν στο φως ύστερα από δημοπρασία στο eBay από Βέλγο συλλέκτη, ειδικευμένο σε ναζιστικά αναμνηστικά. Για δεκαετίες παρέμεναν άγνωστες στο ευρύ κοινό. Ξαφνικά, εμφανίστηκαν ως «αντικείμενα» προς πώληση, προκαλώντας σοκ και οργή.
Η δημοπρασία διακόπηκε άρον άρον μετά την παλλαϊκή κατακραυγή. Ήδη έχουν ταυτοποιηθεί πρόσωπα, όπως ο Βασίλης Παπαδήμας και ο Ηλίας Ρίζος, ενώ ειδικοί εκτιμούν ότι οι εικόνες είναι κατά 99% γνήσιες. Το Υπουργείο Πολιτισμού αποστέλλει εμπειρογνώμονες στη Γάνδη, προκειμένου να εξετάσουν το υλικό και να κινήσουν τις διαδικασίες για την επιστροφή του στην Ελλάδα.
Δεν πρόκειται για απλές φωτογραφίες. Πρόκειται για εθνικά κειμήλια. Για ζωντανά τεκμήρια μιας από τις πιο σκοτεινές στιγμές της Κατοχής. Για πρόσωπα που στάθηκαν απέναντι στους ναζί με παρρησία και αξιοπρέπεια, γνωρίζοντας το τέλος που τους περίμενε. Οι εικόνες αυτές δεν ανήκουν στην αγορά των συλλεκτών· ανήκουν στη συλλογική μνήμη.
Είναι ντοκουμέντα αλήθειας. Υπενθυμίζουν ότι η Ιστορία δεν διαγράφεται, δεν πωλείται και δεν παραχαράσσεται. Μάχεται την άγνοια και τη μικροψυχία με όπλο τα ίδια τα γεγονότα. Και ο χρόνος, όσο κι αν περνά, δεν ξεχνά.