Των Δρ. Χρήστου Φλώρου, Καθηγητή Χρηματοοικονομικής, Ελληνικό Μεσογειακό Πανεπιστήμιο (ΕΛΜΕΠΑ), και Φώτη Παπαθεοφάνους, Διαχειριστή Κεφαλαίων – Υπ. Διδάκτωρ (ΕΛΜΕΠΑ).
Η πρόσφατη έγκριση του κρατικού προϋπολογισμού για την κοινωνική ασφάλιση στη Γαλλία απομάκρυνε μια ενδεχόμενη νέα κρίση. Με το σύνθημα «ένας κακός προϋπολογισμός είναι καλύτερος από την απουσία προϋπολογισμού», και με μικρή πλειοψηφία, εγκρίθηκε από την γαλλική Εθνοσυνέλευση ο προϋπολογισμός του 2026 ακλουθώντας μια στρατηγική πολιτικού συμβιβασμού. Και όλα αυτά συμβαίνουν όταν η Γαλλία παρουσιάζει το υψηλότερο δημοσιονομικό έλλειμμα στην ευρωζώνη και ο φόβος για νέα πολιτική αστάθεια και οικονομική αβεβαιότητα θυμίζει άλλες εποχές, όταν η ισχυρή οικονομία της πέρασε σε κρίση.
Έτσι, είναι σημαντικό ότι η Γαλλική οικονομία προσπαθεί να ανακάμψει και να σταθεροποιηθεί το τελευταίο διάστημα αφού παρουσιάζει αισιόδοξα στοιχεία για ανάπτυξη – με άλλα λόγια, η ανθεκτικότητα της φαίνεται ότι θα επηρεάσει θετικά την πορεία της ευρωπαϊκής οικονομίας το 2026. Διαφορετικά, μια ενδεχόμενη κρίση στη γαλλική οικονομία λόγω δημοσιονομικού προβλήματος, ίσως φέρει εντάσεις που θυμίσουν την εποχή της Γαλλικής Επανάστασης όταν η Γαλλία κατέρρευσε γιατί είχε ένα κράτος αδύναμο οικονομικά και τελικά χρεοκοπημένο. Μια ιστορική αναδρομή στα γεγονότα της εποχής εκείνης, δείχνει την έννοια της οικονομικής δυσπραγίας αλλά και της δημοσιονομικής κρίσης.
Δεν είναι τυχαίο όταν κάποιοι θεωρούν ότι η Γαλλική Επανάσταση ξεκίνησε από τα λογιστικά βιβλία.
Στα τέλη του 18ου αιώνα, η Γαλλία ήταν πολιτιστικά και στρατιωτικά ισχυρή, αλλά οικονομικά εξαντλημένη. Οι πόλεμοι, οι βασιλικές σπατάλες και η συμμετοχή στην Αμερικανική Επανάσταση είχαν στραγγίξει τα ταμεία. Το δημόσιο χρέος είχε ξεπεράσει κάθε όριο, και οι τόκοι απορροφούσαν σχεδόν το μισό του ετήσιου προϋπολογισμού. Το φορολογικό σύστημα ήταν σκανδαλωδώς άδικο: οι ευγενείς και ο κλήρος απαλλάσσονταν σχεδόν πλήρως, ενώ οι φτωχοί αγρότες και οι μικροαστοί πλήρωναν για όλους. Όταν ο υπουργός Οικονομικών Ζακ Νεκέρ δημοσίευσε για πρώτη φορά τους κρατικούς λογαριασμούς, η αποκάλυψη προκάλεσε σοκ. Ο λαός είδε με αριθμούς μια χώρα που πλούτιζε τους λίγους, έτσι η κατάσταση δεν άργησε να ξεφύγει.
Οι κακές σοδειές του 1788-1789 ανέβασαν την τιμή του ψωμιού, το βασικό είδος διατροφής, στα ύψη. Και τότε το Παρίσι εξερράγη: η κρίση ήταν πρώτα λογιστική, έπειτα κοινωνική. Το 1790, η Εθνοσυνέλευση αποφάσισε τη δήμευση των εκκλησιαστικών γαιών, περίπου 10 % της συνολικής έκτασης της Γαλλίας, με την αξία τους να εκτιμάται σε 2-3 δισ. λίβρες. Επάνω σε αυτή τη γη εκδόθηκαν τα περίφημα Assignats – έντοκα χαρτονομίσματα που θεωρητικά αντιπροσώπευαν τίτλους ιδιοκτησίας πάνω στη γη. Στην πράξη, όμως, ήταν ένα πρώιμο πείραμα χαρτονομίσματος χωρίς πλήρη αντίκρισμα. Αρχικά κυκλοφόρησαν περίπου 400 εκατ. λίβρες σε Assignats. Μέχρι το 1792, η έκδοση είχε ξεπεράσει τα 2 δισ., και το 1796 άγγιξε τα 45 δισ. λίβρες – ποσό που ισοδυναμούσε με δεκάδες φορές τον ετήσιο προϋπολογισμό.
Ο πληθωρισμός εκτοξεύτηκε: το 1795 οι τιμές του ψωμιού είχαν αυξηθεί κατά πάνω από 1.000 %, και η αξία του Assignat είχε καταρρεύσει στο 1 % της ονομαστικής του. Οι πολίτες γύρισαν στο παζάρι, στις ανταλλαγές, στις συναλλαγές χωρίς χρήμα. Το μάθημα ήταν σκληρό και διαχρονικό: όταν το κράτος επιχειρεί να θεραπεύσει την οικονομία με περισσότερη εκτύπωση χρήματος και λιγότερη πειθαρχία, το φάρμακο γίνεται δηλητήριο και οι συνέπειες καταστροφικές. Η κυβέρνηση απάντησε με διοικητικά μέτρα.
Το 1793 ψηφίστηκε ο Νόμος του Μέγιστου (Loi du Maximum), που καθόριζε ανώτατες τιμές για βασικά αγαθά και όρια στα ημερομίσθια. Η εφαρμογή του, όμως, απέτυχε. Οι έμποροι σταμάτησαν να διαθέτουν προϊόντα, η μαύρη αγορά άνθισε, και η κρατική καταστολή – με τη μορφή του «Επαναστατικού Τρόμου» – έγινε η οικονομική πολιτική του φόβου. Ο πληθωρισμός δεν ελέγχθηκε ποτέ πλήρως και το 1797 η Κυβέρνηση προχώρησε σε μια ιδιότυπη «στάση πληρωμών», διαγράφοντας τα δύο τρίτα του δημόσιου χρέους (το λεγόμενο banqueroute des deux tiers). Η Γαλλία ουσιαστικά χρεοκόπησε. Η Ευρώπη παρακολουθούσε με τρόμο.
Οι κυβερνήσεις της Βρετανίας, της Αυστρίας και της Πρωσίας έβλεπαν στην κατάρρευση της γαλλικής οικονομίας απόδειξη ότι ο δημοκρατικός πειραματισμός οδηγεί στην αναρχία. Οι βρετανοί οικονομολόγοι, όπως ο Ντέιβιντ Ρικάρντο και ο Χένρι Θόρντον, μελέτησαν την εμπειρία των Assignats και τη χρησιμοποίησαν για να υποστηρίξουν τη δημιουργία σταθερών τραπεζικών συστημάτων και τον περιορισμό της ανεξέλεγκτης νομισματικής έκδοσης. Έτσι γεννήθηκε η ανάγκη για νομισματική πειθαρχία και μια ανεξάρτητη κεντρική τράπεζα. Το παράδειγμα της Γαλλίας έγινε προειδοποίηση.
Όταν ο Ναπολέων ανέλαβε την εξουσία το 1799, προχώρησε σε βαθιές μεταρρυθμίσεις. Δημιούργησε την Τράπεζα της Γαλλίας το 1800, υιοθέτησε ένα νέο, σταθερό νόμισμα – το φράγκο – και καθιέρωσε αυστηρό δημοσιονομικό έλεγχο. Οι μεταρρυθμίσεις αυτές σταθεροποίησαν τη χώρα και της επέτρεψαν να χρηματοδοτήσει τις εκστρατείες της χωρίς να καταρρεύσει εκ νέου.
Η Ευρώπη, βλέποντας την επιτυχία αυτού του μοντέλου, άρχισε να ιδρύει τις δικές της εθνικές τράπεζες – η Τράπεζα της Αγγλίας ενισχύθηκε θεσμικά, η Πρωσία δημιούργησε το 1765 την Reichsbank, και αργότερα η Αυστρία και η Ρωσία ακολούθησαν τον ίδιο δρόμο. Δύο αιώνες μετά, η Γαλλία βρίσκεται ξανά σε μια περίεργη ιστορική συμμετρία.
Ο πληθωρισμός, αν και όχι συγκρίσιμος με τον 18ο αιώνα, διαβρώνει τα εισοδήματα. Οι κοινωνικές εντάσεις πυκνώνουν. Το κόστος ζωής είναι στα ύψη και η ανισότητα μεγαλώνει. Το κράτος δαπανά περισσότερα απ’ όσα εισπράττει, και το δημόσιο χρέος ξεπερνά πλέον το 110% του ΑΕΠ. Το Παρίσι του 2025 δεν πεινά όπως το Παρίσι του 1789, αλλά η ανάγκη για σταθερότητα και εμπιστοσύνη στην οικονομία είναι προτεραιότητα σήμερα, σε μια εποχή που η παγκόσμια οικονομία κλονίζεται από πολέμους, γεωπολιτικές εντάσεις και ανισορροπία-αβεβαιότητα.
Η Γαλλία σήμερα μπορεί να μην βρίσκεται σε βαθιά οικονομική κρίση, καθώς η οικονομία της αναπτύσσεται γοργά και η ανεργία είναι σχετικά χαμηλή, ωστόσο αντιμετωπίζει σημαντικά προβλήματα λόγω υψηλού δημόσιου χρέους και ελλείμματος. Και μπορεί η Γαλλική οικονομία να είναι “too big to fail”, αφού είναι η δεύτερη μεγαλύτερη ευρωπαϊκή οικονομία, παρουσιάζει όμως χαμηλή ανάπτυξη και πολιτική αστάθεια.
Με δεδομένο ότι η Ευρωζώνη θα δει τον πλήρη αντίκτυπο των αμερικανικών δασμών μέσα στο 2026, και τις περισσότερες προβλέψεις να μιλάνε για ήπιους ρυθμούς ανάπτυξης, η περίπτωση της Γαλλικής οικονομίας είναι αναμφισβήτητα το μεγάλο πρόβλημα της Ευρωζώνης. Αυτό σε συνδυασμό με μια ενδεχόμενη βαθύτερη δημοσιονομική κρίση στη Γαλλία το 2026, ίσως φέρει ύφεση στην ευρωπαϊκή οικονομία. Έτσι, η γαλλική οικονομία είναι στο επίκεντρο των συζητήσεων της Ευρωζώνης μετά και την υποβάθμιση του αξιόχρεου της τον Σεπτ. 2025 λόγω αυξημένου χρέους και πολιτικής αστάθειας.
Τι συμβαίνει σήμερα; Μπορεί η οικονομική αβεβαιότητα σήμερα να μην είναι αποτέλεσμα βασιλικής σπατάλης, είναι γεγονός ότι η οικονομική ανάπτυξη μπορεί να έρθει μόνο με δημοσιονομική πειθαρχία. Η νομισματική πολιτική της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας λειτουργεί ως ένα νέο είδος Assignat – όμως μόνο με κοινωνική εμπιστοσύνη μπορούμε να μιλάμε για οικονομική αποτελεσματικότητα και πραγματική ανάπτυξη. Τα σημερινά δεδομένα δείχνουν ότι η γαλλική οικονομία σήμερα βρίσκεται σε πίεση: υψηλό χρέος, έλλειμμα, αδύναμη ανάπτυξη, ενώ η τελευταία υποβάθμιση της πιστοληπτικής της ικανότητας δείχνει το πρόβλημα.
Αν αυτό συνδυαστεί με περαιτέρω πολιτική αστάθεια, τότε η οικονομική αδυναμία της σύγχρονης Γαλλίας μπορεί να έχει πολλαπλάσιες συνέπειες στην ευρωπαϊκή οικονομία. Όπως στον 18ο αιώνα η Γαλλία είδε τα λογιστικά της στοιχεία να γίνονται πεδία μάχης, έτσι και σήμερα η Γαλλία αγωνίζεται να ισορροπήσει πάνω σε ισολογισμούς και την κοινωνική αποδοχή.
Η ιστορία επαναλαμβάνεται με διαφορετικό τρόπο. Τότε, η απόσταση μεταξύ Βερσαλλιών και Παρισιού ήταν η απόσταση ανάμεσα στους προνομιούχους και στους αγρότες. Σήμερα βλέπουμε μεγάλες Οικονομίες με προβλήματα: πέρα από τη Γαλλία, και άλλες ευρωπαϊκές χώρες όπως η Γερμανία, η Ιταλία και η Σουηδία αντιμετωπίζουν οικονομική αστάθεια, αποτέλεσμα της γεωπολιτικής έντασης και άλλων παγκόσμιων παραγόντων μετά την πανδημία Covid-19.
Οι περίοδοι πολιτικής έντασης στις δύο μεγαλύτερες ευρωπαϊκές οικονομίες (Γαλλία, Γερμανία) μαζί με τα οικονομικά προβλήματα είναι ένα εκρηκτικό μίγμα που δεν βοηθά την ανάπτυξη και την ευημερία. Σε αυτό καθοριστικό ρόλο μπορεί να παίξει η ΕΕ αφού αποδεικνύεται πλέον ότι μόνο μέσω της ευρωπαϊκής διακυβέρνησης και του ευρώ υπάρχει οικονομική ασφάλεια και προστασία.
Αρκεί αυτό να γίνει αντιληπτό όπως καλά έπραξε τελικά η Ελλάδα και απέφυγε ένα καταστροφικό Grexit. Και μπορεί να μην γίνεται αναφορά σήμερα σε Frexit, όμως η μεγάλη εικόνα είναι η συνεχής αναφορά στην οικονομική 10ετή κρίση της Ελλάδας και στο σημερινό θαύμα της ελληνικής οικονομίας που μετά από σημαντικές μεταρρυθμίσεις και δημοσιονομικούς στόχους, η θετική πορεία της οικονομίας τα τελευταία χρόνια μέσω δημοσιονομικής πειθαρχίας έφερε πλεονάσματα, υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και επενδύσεις.
Είναι γεγονός ότι, η ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας έφερε τελικά σημαντική ανάπτυξη και έτσι το ελληνικό θαύμα έφερε οικονομική επανάσταση. Συνεπώς, η μεγάλη πρόκληση σήμερα είναι αν η Γαλλία, και συνολικά η Ευρώπη, μπορούν να μεταρρυθμιστούν ακολουθώντας μια οικονομική-πολιτική «επανάσταση» στα ελληνικά πρότυπα, αφού το ελληνικό μοντέλο είναι υπόδειγμα δημοσιονομικής πειθαρχίας και σταθερότητας.
Η Γαλλική Επανάσταση μας θυμίζει ότι καμία κοινωνία δεν μπορεί να επιβιώσει όταν οι αριθμοί παύουν να βελτιώνονται προς όφελος της κοινωνίας. Οι κρίσεις δεν είναι ποτέ μόνο οικονομικές, είναι κρίσεις εμπιστοσύνης. Σήμερα δεν υπάρχει βασιλιάς ή αυλή που απολαμβάνει απεριόριστη εξουσία. Η οικονομική ύφεση δείχνει έντονα την πολυπλοκότητα της ευρωπαϊκής ένταξης και την ανάγκη για δημοσιονομική ευελιξία. Καμία λύση δεν είναι απλή – τα δημοσιονομικά επιτελεία πρέπει να συνδυάσουν μεταρρυθμίσεις με έμφαση στην αποδοχή και εμπιστοσύνη από την κοινωνία, η οποία πρέπει να τις αποδεχτεί ώστε στη συνέχεια να απολαύσει την οικονομική ευημερία.
Η πολιτική της ΕΕ κάθε άλλο από ποτέ πρέπει να συνδυάζεται με σταθερότητα, πειθαρχία και ισορροπία αλλά και ρυθμιστικούς κανόνες αποδεκτούς από όλα τα μέλη της. Γιατί διαφορετικά, όπως τότε, έτσι και σήμερα, οι μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες όπως αυτή της Γαλλίας θα κινδυνεύσει από έλλειψη σωστού σχεδιασμού, αστάθειας και οικονομικής αναποτελεσματικότητας.
Συμπερασματικά, η Γαλλία σήμερα παλεύει με υψηλά ελλείμματα και αναζητά νέα δημοσιονομική ισορροπία ώστε να αποφύγει μια πιθανή κατάρρευση όπως αυτή των προηγούμενων αιώνων, η Γερμανία προσπαθεί να απεγκλωβιστεί από τη οικονομική στασιμότητα, ενώ η ενεργειακή ανασφάλεια, οι πληθωριστικές πιέσεις και το υψηλό δημόσιο χρέος πιέζουν την ανάπτυξη της ευρωπαϊκής οικονομίας. Το παράδειγμα της Ελλάδας είναι ο δρόμος της ευρωπαϊκής ανάπτυξης και σταθερότητας στη νέα εποχή της τεχνολογικής επανάστασης της ΤΝ. Με ισχυρούς προϋπολογισμούς, δημοσιονομικό πλεόνασμα, υψηλά ποσοστά επενδύσεων και σταθερή μείωση του δημόσιου χρέους, δικαιωματικά η Ελλάδα βρίσκεται μεταξύ των οικονομιών με τις καλύτερες επιδόσεις στην ευρωζώνη και έτσι έχει τις δυνατότητες να πρωταγωνιστήσει στον σύγχρονο σχεδιασμό της ευρωπαϊκής οικονομίας μέσω της εξέλιξης της τεχνολογίας, του ψηφιακού ευρώ και της σύγχρονης ενιαίας αγοράς.