Κάθε φορά που εμφανίζεται ένα νέο πολιτικό ή κοινωνικό φαινόμενο, η δημόσια συζήτηση κινείται με σχεδόν προβλέψιμο τρόπο. Η ανάλυση περιορίζεται σε γρήγορα συμπεράσματα, εντυπώσεις της στιγμής και αριθμούς δημοφιλίας. Και η άμεση απάντηση ανιχνεύεται πρωτίστως και πάνω απ’ όλα στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης. Ποιος κερδίζει, ποιος χάνει, ποιος “γράφει” καλύτερα στο ψηφιακό καφενείο. Όμως αυτή η ανάγνωση, όσο διαδεδομένη κι αν είναι, σπάνια βοηθά στην κατανόηση της πραγματικής πολιτικής δυναμικής.
Σε θεσμικό επίπεδο, καμία σοβαρή αποτίμηση δεν μπορεί να γίνει χωρίς χρόνο, δεδομένα και διάλογο. Και τα τρία υστερούν στη σημερινή εποχή της τεχνολογίας και της ταχύτητας της πληροφόρησης. Παρόλο που θεωρητικά αφήνουν παντοτινό ψηφιακό αποτύπωμα. Η πολιτική, ωστόσο, ποτέ δεν λειτουργεί με στιγμιότυπα ή με πρόχειρες ερμηνείες. Απαιτεί συνομιλία με όλους τους εμπλεκόμενους και προσπάθεια κατανόησης του ευρύτερου πλαισίου. Όταν αυτή η διαδικασία παρακάμπτεται, η συζήτηση μετατρέπεται σε άσκηση ταχύτητας και όχι ουσίας.
Η τεχνολογία και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης εντείνουν αυτή τη στρέβλωση. Συχνά αντιμετωπίζονται ως άμεσος δείκτης πολιτικής ισχύος, ενώ στην πραγματικότητα η σχέση τους με την εκλογική επιρροή είναι πολύ πιο σύνθετη. Σε αρκετές εκλογικές αναμετρήσεις στη δυτική Ευρώπη, δεν προκύπτει άμεση συσχέτιση ανάμεσα στη δημοφιλία στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης και στο εκλογικό αποτέλεσμα. Η ψηφιακή απήχηση δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε πολιτική δύναμη.
Αυτό δεν σημαίνει ότι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι αδιάφορα. Αντιθέτως, αποτελούν ένα εξαιρετικά χρήσιμο και πλέον απαραίτητο εργαλείο. Όμως παραμένουν εργαλείο. Δεν μπορούν να υποκαταστήσουν την κοινωνική πραγματικότητα ούτε να λειτουργήσουν ως μοναδικό φίλτρο πολιτικής ανάλυσης. Η ουσιαστική προσέγγιση προϋποθέτει διπλή ανάγνωση: τι συμβαίνει στο ψηφιακό πεδίο και τι συμβαίνει στην πράξη, στις στάσεις, στις συμπεριφορές και στις επιλογές των πολιτών.
Καθοριστικό ρόλο σε αυτή τη συζήτηση παίζει και η γενεακή αλλαγή. Οι νεότερες γενιές έχουν μεγαλώσει μέσα στην τεχνολογία και συμμετέχουν στη δημόσια ζωή με διαφορετικούς όρους. Η Generation X (όσοι γεννήθηκαν μεταξύ 1965-1980) υπήρξε μεταβατική, καθώς έζησε τόσο την εποχή πριν όσο και μετά την ψηφιακή μετάβαση. Αποτελεί μια σύγχρονη γέφυρα ανάμεσα στον αναλογικό και τον ψηφιακό κόσμο. Η Generation Z (όσοι γεννήθηκαν 1997–2012) αποτελούν την πρώτη ψηφιακή γενιά όπου τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης αποτέλεσαν κι αποτελούν εν πολλοίς βασικό περιβάλλον καθημερινής ζωής.
Μέχρι και σήμερα ωστόσο οι κοινωνικές και πολιτικές στάσεις δεν διαμορφώνονται μονοδιάστατα ούτε αποκλειστικά μέσα από ψηφιακά κανάλια. Κι αυτό παρατηρείται ακόμα και στην Generation Z. Από την άλλη όσο περνάει ο καιρός τόσο η ψηφιακή πηγή πληροφόρησης θα αποτελεί τη βάση μιας διαδικασίας επιρροής και διαμόρφωσης γνώμης. Κι όσο ο αλγόριθμος θα διαδραματίζει εντονότερο ρόλο τόσο θα πρέπει να είμαστε περισσότεροι υποψιασμένοι για όσα διαβάζουμε ή μελετάμε στον ψηφιακό μας περιβάλλον.
Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν η τεχνολογία επηρεάζει την πολιτική. Αυτό είναι δεδομένο. Το ερώτημα είναι αν αυτή η επιρροή μπορεί να ελεγχθεί ή να προβλεφθεί. Μέχρι στιγμής, τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι ο έλεγχος είναι περιορισμένος. Οι κοινωνικές δυναμικές παραμένουν πολυπαραγοντικές και συχνά απρόβλεπτες, παρά την εξέλιξη των εργαλείων ανάλυσης.
Σε μια εποχή όπου η εικόνα συχνά συγχέεται με την ουσία, η πολιτική χρειάζεται μεγαλύτερη θεσμική σοβαρότητα και λιγότερη βιασύνη. Δεν είναι διαγωνισμός δημοφιλίας ούτε αντανάκλαση της ροής ενός ψηφιακού χρονολογίου. Αντί για εύκολες ερμηνείες, απαιτείται βαθύτερη κατανόηση της κοινωνίας και των μεταβολών της. Μόνο έτσι μπορεί να υπάρξει ουσιαστικός δημόσιος διάλογος και όχι απλώς θόρυβος που μοιάζει με πολιτική.