Τα θεμέλια της διατλαντικής σχέσης μετακινούνται κάτω από τα πόδια της Ευρώπης και η ήπειρος βρίσκεται μπροστά σε μια ιστορική επιλογή: είτε θα εμβαθύνει τώρα την ολοκλήρωσή της είτε θα διολισθήσει στην περιφέρεια ενός κόσμου που ορίζεται όλο και περισσότερο από τον ανταγωνισμό μεγάλων δυνάμεων. Η μεταβαλλόμενη στάση των Ηνωμένων Πολιτειών, ο πόλεμος στην Ουκρανία, η αμυντική πίεση στα ανατολικά σύνορα της Ένωσης, η οικονομική και τεχνολογική ισχύς της Κίνας και η γενικευμένη γεωπολιτική ρευστότητα κατέστησαν σαφές ότι η σημερινή ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική δεν επαρκεί. Η απάντηση δεν μπορεί να είναι άλλη μία αποσπασματική διακυβερνητική διευθέτηση. Η απάντηση πρέπει να είναι περισσότερη Ευρώπη.
Για δεκαετίες, η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση προχωρούσε με την παραδοχή ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα παραμείνουν ο αξιόπιστος εγγυητής της ευρωπαϊκής ασφάλειας και ο σταθερός πυλώνας της δυτικής στρατηγικής τάξης. Η παραδοχή αυτή δεν έχει πια την ίδια βεβαιότητα. Σε διαδοχικές αμερικανικές διοικήσεις διαφαίνεται μια ευρύτερη αναπροσαρμογή προτεραιοτήτων προς τον Ινδο-Ειρηνικό και μια αυξανόμενη απαίτηση η Ευρώπη να αναλάβει μεγαλύτερο βάρος για τη δική της άμυνα και ανθεκτικότητα. Το μήνυμα προς τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες είναι σαφές: η Ευρώπη δεν μπορεί πλέον να στηρίζει το μέλλον της στην προσδοκία αυτόματης αμερικανικής ηγεσίας.
Αυτό εξηγεί γιατί η συζήτηση στην Ευρώπη δεν αφορά απλώς περισσότερες δαπάνες, αλλά περισσότερη ικανότητα κοινής δράσης. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ήδη από τον Μάρτιο του 2025 μίλησε ανοιχτά για μια πιο κυρίαρχη, πιο υπεύθυνη και καλύτερα εξοπλισμένη Ευρώπη στον τομέα της άμυνας, ενώ αμέσως μετά επιτάχυνε τη γραμμή της ευρωπαϊκής αμυντικής ετοιμότητας για τα επόμενα χρόνια. Το SAFE, ως πρώτο σκέλος του ReArm Europe / Readiness 2030, δημιουργήθηκε ακριβώς για να στηρίξει επείγουσες και μεγάλες επενδύσεις στην ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανική και τεχνολογική βάση.
Πρόκειται για σημαντική μετατόπιση. Όμως δεν αρκεί. Γιατί το πρόβλημα της Ευρώπης δεν είναι μόνο χρηματοδοτικό ή στρατιωτικό. Είναι βαθύτερα πολιτικό και θεσμικό. Είκοσι επτά εθνικοί προϋπολογισμοί, είκοσι επτά βιομηχανικές στρατηγικές και είκοσι επτά διαφορετικοί βαθμοί πολιτικής βούλησης δεν αρκούν για να παραχθεί η κλίμακα που απαιτεί ο νέος κόσμος. Η Ευρώπη θέλει στρατηγική αυτονομία, τεχνολογική κυριαρχία, ενεργειακή ανθεκτικότητα και πραγματική γεωπολιτική βαρύτητα. Αυτά, όμως, δεν μπορούν να στηριχθούν μόνο σε έναν ρυθμιστικό ρόλο ή σε ευκαιριακές συναινέσεις κορυφής. Χρειάζονται πιο βαθιά ενοποίηση, πιο κοινά εργαλεία και, πάνω απ’ όλα, πιο κοινή πολιτική βούληση.
Γι’ αυτό η σημερινή συγκυρία πρέπει να διαβαστεί ως ευκαιρία συνολικότερης ευρωπαϊκής εμβάθυνσης. Περισσότερη Ευρώπη σημαίνει περισσότερη κοινή άμυνα, περισσότερη κοινή βιομηχανική πολιτική, περισσότερη κοινή στρατηγική σκέψη και περισσότερη θεσμική συνοχή. Σημαίνει ότι η Ένωση οφείλει να σταματήσει να λειτουργεί σαν άθροισμα εθνικών αντιδράσεων και να αρχίσει να λειτουργεί σαν πολιτική οντότητα με ενιαία κατεύθυνση. Σημαίνει επίσης ότι οι νέες πρωτοβουλίες για την άμυνα και την ασφάλεια δεν πρέπει να θεωρηθούν μεμονωμένα τεχνικά εργαλεία, αλλά μέρη μιας ευρύτερης στροφής προς μια πιο ενωμένη Ευρώπη.
Στο ίδιο πλαίσιο, η νέα φάση επαναπροσέγγισης με το Ηνωμένο Βασίλειο δεν πρέπει να ιδωθεί ως απλή διαχείριση των συνεπειών του Brexit. Το πρώτο EU-UK Summit του Μαΐου 2025 και η νέα Security and Defence Partnership μεταξύ ΕΕ και ΗΒ δείχνουν ότι, υπό την πίεση των διεθνών εξελίξεων, ακόμη και σχέσεις που έμοιαζαν πολιτικά εξαντλημένες μπορούν να επανανοηματοδοτηθούν στρατηγικά. Η Ευρώπη οφείλει να αξιοποιήσει αυτή τη συγκυρία όχι μόνο για στενότερη συνεργασία με το Λονδίνο στην ασφάλεια και την άμυνα, αλλά και για να ανοίξει με νηφαλιότητα μια ευρύτερη συζήτηση για τη μακροπρόθεσμη επανένταξη του Ηνωμένου Βασιλείου στον πυρήνα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Αυτό μπορεί να μη φαίνεται άμεσα ώριμο θεσμικά, αλλά είναι ακριβώς οι στιγμές γεωπολιτικής πίεσης που αναδιαμορφώνουν τα όρια του εφικτού.
Μέσα σε αυτή τη μεγάλη εικόνα, η δημοσιονομική ένωση παραμένει κρίσιμη, όχι όμως ως το μόνο ή το πρώτο σύνθημα, αλλά ως το αναγκαίο παράλληλο επόμενο βήμα. Αν η Ευρώπη θέλει να χρηματοδοτήσει σε βάθος χρόνου την άμυνά της, να στηρίξει την καινοτομία της, να επιταχύνει την πράσινη μετάβαση χωρίς κοινωνική αποσταθεροποίηση και να απορροφά συμμετρικά τους εξωτερικούς κραδασμούς, θα χρειαστεί μόνιμη κοινή δημοσιονομική ικανότητα. Η εμπειρία του κοινού δανεισμού έδειξε ότι τα ταμπού μπορούν να σπάσουν όταν η πίεση είναι αρκετά μεγάλη. Το επόμενο βήμα είναι να πάψει η δημοσιονομική ενοποίηση να αντιμετωπίζεται ως εξαίρεση και να αρχίσει να σχεδιάζεται ως σταθερός πυλώνας μιας ισχυρότερης Ένωσης. Οι ίδιες οι συζητήσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου τον Μάρτιο του 2025 για το επόμενο πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο και για νέους ίδιους πόρους δείχνουν ότι αυτό το ζήτημα δεν βρίσκεται πια στο περιθώριο.
Οι αντιστάσεις είναι υπαρκτές. Υπάρχουν κυβερνήσεις που φοβούνται τη μεταφορά περισσότερης εξουσίας στις Βρυξέλλες, εκλογικά σώματα δύσπιστα απέναντι σε κάθε νέα μορφή ενοποίησης και παλιές ευρωπαϊκές καχυποψίες που δεν έχουν εκλείψει. Όμως ο μεγαλύτερος κίνδυνος σήμερα δεν είναι ότι η Ευρώπη θα προχωρήσει υπερβολικά γρήγορα. Είναι ότι θα συνεχίσει να κινείται πιο αργά από τις εξελίξεις που την απειλούν. Το κόστος της αδράνειας είναι πλέον μεγαλύτερο από το πολιτικό κόστος της εμβάθυνσης.
Το πραγματικό ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν η Ευρώπη μπορεί να αντέξει περισσότερη ολοκλήρωση. Είναι αν μπορεί να αντέξει χωρίς αυτήν. Η συζήτηση που ανοίγει σήμερα στην Ευρώπη δεν αφορά μόνο την άμυνα ή το μέλλον του κοινού δανεισμού. Αφορά το αν η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι έτοιμη να αναγνωρίσει ότι, σε έναν πιο επικίνδυνο και πιο ανταγωνιστικό κόσμο, η μόνη σοβαρή απάντηση είναι περισσότερη Ευρώπη. Το SAFE, το ReArm Europe, η νέα αμυντική ετοιμότητα, η επαναπροσέγγιση με το Ηνωμένο Βασίλειο και η αναζωπύρωση της συζήτησης για κοινή χρηματοδοτική ισχύ δεν είναι ξεχωριστά επεισόδια. Είναι κομμάτια της ίδιας ιστορικής ανάγκης. Η δημοσιονομική ένωση ανήκει σε αυτή την πορεία, όχι ως μοναδική λύση, αλλά ως ένα από τα επόμενα αποφασιστικά βήματα προς μια ισχυρότερη, πιο ενιαία και πιο πολιτική Ευρώπη, την οποία φαίνεται ότι ο κόσμος έχει ανάγκη.