Γράφει ο Διονύσης Τσιριγώτης, Αναπληρωτής Καθηγητής, Πανεπιστημίου Πειραιώς

Η ιστορική διαδρομή του Ιράν, από τη μετονομασία του, το 1935, έως τη σημερινή ένοπλη σύρραξη, δεν μπορεί να κατανοηθεί μόνο μέσα από τις παραδοσιακές κατηγορίες της γεωπολιτικής ισχύος, της ενέργειας ή της στρατιωτικής αντιπαράθεσης. Αντιθέτως, για να γίνει πλήρως αντιληπτή η δυναμική του σύγχρονου ιρανικού κράτους και ιδίως η ανθεκτικότητά του στον πόλεμο απαιτείται η ενσωμάτωση ενός λιγότερο προφανούς αλλά καθοριστικού παράγοντα⸱ της κοινωνικής και μορφωτικής του δομής, και ειδικότερα του ρόλου των γυναικών.

Advertisement
Advertisement

Από την εποχή του Ρεζά Σαχ Παχλαβί, του ιδρυτή της δυναστείας των Παχλαβί και αρχιτέκτονα του συγκεντρωτικού εκσυγχρονιστικού κράτους, η επιδίωξη ήταν σαφής. Η μετατροπή του Ιράν σ’ ένα σύγχρονο, κυρίαρχο έθνος-κράτος, απαλλαγμένο από την εικόνα ενός εξαρτημένου, «εξωτικού» χώρου που διαχειρίζονται εξωτερικές δυνάμεις. Η μετονομασία της χώρας δεν ήταν παρά η συμβολική κορύφωση αυτής της στρατηγικής. Ωστόσο, κάτω από αυτή την προσπάθεια εκσυγχρονισμού, παρέμενε ενεργή η θεμελιώδης αντίφαση της ιρανικής πολιτικής οικονομίας⸱ η ένταση μεταξύ εθνικής κυριαρχίας και εξωτερικού ελέγχου, ιδίως στον τομέα του πετρελαίου.

Η ανάδειξη του Μοχάμεντ Μοσαντέκ, πρωθυπουργού του Ιράν στις αρχές της δεκαετίας του 1950, μετέφερε αυτή την αντίφαση στο πεδίο της λαϊκής πολιτικής. Η εθνικοποίηση του πετρελαίου το 1951 αποτέλεσε την πιο καθαρή έκφραση της ιρανικής αξίωσης για κυριαρχία. Το πραξικόπημα του 1953, οργανωμένο με τη στήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ηνωμένου Βασιλείου, δεν ανέτρεψε απλώς έναν εκλεγμένο ηγέτη· επανακαθόρισε τη σχέση του Ιράν με τη Δύση. Δημιούργησε ένα διαρκές ιστορικό τραύμα, ενσωματωμένο στη συλλογική μνήμη, σύμφωνα με το οποίο κάθε προσπάθεια εθνικής αυτονόμησης μπορούσε να ακυρωθεί μέσω εξωτερικής παρέμβασης.

Η Ισλαμική Επανάσταση του 1979 υπήρξε η ιστορική απάντηση σε αυτό το τραύμα. Δεν επρόκειτο μόνο για την ανατροπή του Μοχάμεντ Ρεζά Σαχ, αλλά για την πλήρη αναδιάρθρωση της σχέσης του Ιράν με το διεθνές σύστημα. Το νέο καθεστώς, υπό την ηγεσία του Αγιατολάχ Χομεϊνί, οικοδομήθηκε πάνω σε μια διπλή βάση. Από τη μία πλευρά, την απόρριψη της δυτικής επιρροής και, από την άλλη, την επιδίωξη κοινωνικής κινητοποίησης μέσω ιδεολογικών και θεσμικών μηχανισμών που συνδύαζαν θρησκεία, επανάσταση και κρατική ισχύ.

Σε αυτό το πλαίσιο, η εκπαίδευση αναδείχθηκε σε κεντρικό εργαλείο κρατικής στρατηγικής. Ιδίως μετά το 1979, το Ιράν επένδυσε μαζικά στη διεύρυνση της πρόσβασης στην ανώτατη εκπαίδευση, συμπεριλαμβανομένων των γυναικών. Το αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής είναι σήμερα εντυπωσιακό⸱ οι γυναίκες αποτελούν περίπου το 60% των φοιτητών στα ιρανικά πανεπιστήμια, ποσοστό που υπερβαίνει εκείνα των περισσότερων ευρωπαϊκών χωρών και των Ηνωμένων Πολιτειών. Παράλληλα, διατηρούν σημαντική παρουσία σε επιστημονικά πεδία όπως η ιατρική, οι φυσικές επιστήμες και οι βιοεπιστήμες, όπου σε ορισμένες περιπτώσεις αποτελούν ακόμη και την πλειοψηφία των αποφοίτων.

Ωστόσο, αυτή η εκπαιδευτική υπεροχή δεν μεταφράζεται σε αντίστοιχη συμμετοχή στην οικονομία ή στην πολιτική εξουσία. Η συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας παραμένει εξαιρετικά χαμηλή, γύρω στο 15–20%, δημιουργώντας ένα βαθύ δομικό χάσμα ανάμεσα στην κοινωνική δυναμική και την θεσμική πραγματικότητα. Με διαφορετική διατύπωση, το Ιράν, παράγει υψηλού επιπέδου ανθρώπινο κεφάλαιο το οποίο δεν μπορεί να απορροφήσει πλήρως. Αυτό το χάσμα δεν είναι απλώς κοινωνικό, είναι πολιτικό και στρατηγικό.

Η σημασία αυτής της αντίφασης γίνεται ιδιαίτερα εμφανής στη σημερινή συγκυρία του πολέμου. Η Ισλαμική Δημοκρατία εμφανίζει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα απέναντι στις αποκεφαλιστικές επιθέσεις και την εκτεταμένη καταστροφή υποδομών από τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ. Όμως αυτή η ανθεκτικότητα δεν βασίζεται μόνο στους μηχανισμούς ασφαλείας ή στους Φρουρούς της Επανάστασης. Εδράζεται επίσης σε μια κοινωνία υψηλού μορφωτικού επιπέδου, ικανή να στηρίξει την κρατική λειτουργία ακόμη και υπό συνθήκες κρίσης.

Advertisement

Ταυτόχρονα, όμως, αυτή η ίδια κοινωνία αποτελεί και δυνητική πηγή αστάθειας. Η ύπαρξη μιας εκτεταμένης, μορφωμένης γυναικείας μεσαίας τάξης με περιορισμένες δυνατότητες πολιτικής και οικονομικής έκφρασης δημιουργεί ένα υπόγειο δυναμικό δυσαρέσκειας, το οποίο μπορεί να ενεργοποιηθεί σε περιόδους έντασης ή μετασχηματισμού. Έτσι, το Ιράν λειτουργεί υπό μια διπλή συνθήκη⸱ η κοινωνική του δομή ενισχύει την ανθεκτικότητα του κράτους, αλλά ταυτόχρονα υπονομεύει τη μακροπρόθεσμη σταθερότητά του.

Τοιουτοτρόπως, η στρατηγική συμπεριφορά του Ιράν στον πόλεμο αποκτά πρόσθετη διάσταση. Η Τεχεράνη δεν περιορίζεται σε μια συμβατική στρατιωτική άμυνα, αλλά επιδιώκει να μεταφέρει το κόστος της σύγκρουσης σε πλανητικό επίπεδο,  μέσω της διατάραξης των ενεργειακών ροών, της πίεσης στα Στενά του Ορμούζ και της ευρύτερης οικονομικής αβεβαιότητας. Παράλληλα, και όπως υποδεικνύουν πρόσφατες αναλύσεις, αυξάνεται η πιθανότητα προσφυγής σε ασύμμετρες μορφές δράσης, συμπεριλαμβανομένης της διεθνούς τρομοκρατίας, ιδίως εάν το καθεστώς εκτιμήσει ότι αντιμετωπίζει υπαρξιακή απειλή.

Την ίδια στιγμή, η διπλωματική διάσταση παραμένει ανοιχτή αλλά αβέβαιη. Οι δηλώσεις της αμερικανικής ηγεσίας περί επικείμενης συμφωνίας και οι ενδείξεις παρασκηνιακών επαφών δεν συνοδεύονται από ουσιαστική αποκλιμάκωση, αλλά από περαιτέρω στρατιωτική ενίσχυση. Αυτό υποδηλώνει ότι η διπλωματία λειτουργεί όχι ως εναλλακτική της σύγκρουσης, αλλά ως προέκτασή της με άλλα μέσα.

Advertisement

Συμπερασματικά, η πορεία του Ιράν από το 1935 έως σήμερα αποκαλύπτει μια εντυπωσιακή ιστορική συνέχεια. Από τον εκσυγχρονισμό του Ρεζά Σαχ, την εθνική διεκδίκηση του Μοσαντέκ, το τραύμα του 1953 και την επαναστατική ρήξη του 1979, έως τη σημερινή πολεμική κρίση, το κεντρικό διακύβευμα παραμένει το ίδιο: η επιβίωση και η αυτονομία ενός κράτους που βρίσκεται στο επίκεντρο των παγκόσμιων γεωπολιτικών ανταγωνισμών. Αυτό που έχει αλλάξει είναι τα μέσα. Και ανάμεσα σε αυτά, η κοινωνική και μορφωτική δυναμική ιδίως η θέση των γυναικών αναδεικνύεται ως ένας από τους πιο κρίσιμους, αλλά συχνά υποτιμημένους, παράγοντες που θα καθορίσουν την επόμενη φάση της ιρανικής ιστορίας.