Γράφει ο Στάθης Κυριακίδης, Ναύαρχος (εα), Στρατηγικός Αναλυτής και Μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου του Strategy International.
Ολοκληρώθηκε και η δεύτερη εβδομάδα του πολέμου του συνασπισμού ΗΠΑ – Ισραήλ εναντίον του Ιράν. Οι πρώτες ημέρες είχαν ως κύριο χαρακτηριστικό το μπαράζ βλημματικών επιθέσεων από πλευράς του Ιράν όχι μόνον εναντίον αμερικανικών και ισραηλινών στόχων στη Μέση Ανατολή, αλλά και εναντίον πολιτικών στόχων και τοποσήμων χωρών του Κόλπου. Πλέον, κατά τη δεύτερη εβδομάδα, το κέντρο βάρους αυτών των επιθέσεων έχει μετατοπισθεί, προς τις ενεργειακές υποδομές, αλλά και προς πλοία που διέρχονται από τα Στενά του Χορμούζ, χωρίς όμως να έχουν κλείσει «επισήμως» τα Στενά, είτε με ναρκοθέτηση, είτε με σχετική διακήρυξη.
Είχε ήδη καταστεί σαφές από τον πόλεμο των 12 ημερών, τον προηγούμενο Ιούνιο, ότι οι αεροναυτικές ικανότητες του Ιράν ήταν συγκριτικά περιορισμένες αλλά, το κυριότερο, η δυνατότητα της αεράμυνας του είχε πληγεί σε βαθμό τέτοιο, ώστε μια σειρά νέων αεροπορικών επιδρομών δεν θα ήταν ιδιαίτερα απαιτητική από επιχειρησιακής άποψης, ούτε απαγορευτική από πλευράς δυνητικών φίλιων απωλειών. Τα ισραηλινά και αμερικανικά αεροσκάφη επιχειρούν πρακτικά ανενόχλητα εντός του εναερίου χώρου του Ιράν και διατηρούνται on task περισσότερο χρόνο, εφοδιαζόμενα εν πτήσει.
Επίσης, τα αποθέματα πυρομαχικών των επιτιθεμένων δείχνουν ικανοποιητικά για τη διεξαγωγή στοχευμένων επιχειρήσεων. Από την άλλη, ερωτηματικό αποτελούσε η δυνατότητα κατασκευής ή/και προμήθειας μη επανδρωμένων συστημάτων και κατευθυνομένων βλημάτων από πλευράς των Φρουρών της Επανάστασης οι οποίοι, ήδη από τις πρώτες μέρες των επιχειρήσεων του Ιουνίου 2025, είχαν υποχωρήσει θέτοντας ως πρώτη προτεραιότητα την επιβίωση του καθεστώτος, μέσω της διατήρησης ικανού «αποτρεπτικού» βληματικού δυναμικού.
Η πρώτη εβδομάδα του πολέμου κατέδειξε μεν τον μεγάλο αριθμό τέτοιων όπλων που διέθεταν οι Ένοπλες Δυνάμεις του Ιράν μια και πραγματοποίησαν, περισσότερες από 2.000 εκτοξεύσεις μη επανδρωμένων συστημάτων και περισσότερες από 500 εκτοξεύσεις βαλλιστικών πυραύλων, σύμφωνα με την αμερικανική Κεντρική Διοίκηση (USCENTCOM), εναντίον αμερικανικών στόχων, του Ισραήλ, και του συνόλου των χωρών του Κόλπου (ανεξάρτητα αν τα 2 drones κατά του Ομάν οφείλονταν σε λάθος). Επίσης έχει πληγεί η Κύπρος (βάση της Μεγάλης Βρετανίας στο Ακρωτήρι), η επικράτεια του Αζερμπαϊτζάν (Ναχτσεβαν) και η Τουρκία (στόχος η βάση του Ιντσιρλίκ που όμως δεν συμμετέχει στις επιχειρήσεις).
Όμως με την πάροδο του χρόνου, είναι φανερό ότι το Ιράν δεν μπορεί, το πιθανότερο, ή δεν θέλει (στρατηγική επιλογή παρατεταμένων επιχειρήσεων), να διατηρήσει το ίδιο ρυθμό (επιχειρησιακό τέμπο), κι αυτό γιατί, αφενός οι πολύ στοχευμένες αεροπορικές επιθέσεις που υφίσταται καταστρέφουν τις εγκαταστάσεις εκτόξευσης και τις αποθήκες πυραύλων, και αφετέρου ο ρυθμός αναπλήρωσης των πυρομαχικών δεν είναι ο ανάλογος. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν τα στοιχεία που προέρχονται από τα ΗΑΕ και δείχνουν μία μείωση του ρυθμού προσβολών από το Ιράν κατά 70-80%.
Τι μέλλει γενέσθαι λοιπόν, αναφορικά με τις επιχειρησιακές δυνατότητες του Ιράν; Εφόσον αποκλείσουμε την περίπτωση συνέχισης του εμπλουτισμού ουρανίου (U-235) σε ποσοστό άνω του 90%, αλλά και διαδικασία «οπλοποίησής» του (φορέας, δοκιμές κλπ), η εκτίμηση είναι η εξής: Δεδομένης της απροθυμίας ουσιαστικής συνδρομής της Ρωσίας και της Κίνας, σε αντίθεση με τη στήριξη που έχει η Ουκρανία από τη Δύση, με την πάροδο του χρόνου, πολύ δύσκολα οι επιθέσεις που προέρχονται αποκλειστικά από το έδαφος του Ιράν θα αποτελούν επιχειρησιακή ανησυχία για τους αντιπάλους του, αλλά και στους δυνητικούς στόχους. Όταν ολοκληρωθεί η αεροπορική εκστρατεία κατά του Ιράν, η κύρια απειλή για τους άμεσα εμπλεκομένους (ή μη…) θα αποτελούν οι υβριδικές επιχειρήσεις (κυβερνοασφάλεια, δολιοφθορές, τρομοκρατικές επιθέσεις) που θα προέρχονται από τους «συμπαθούντες» το Ιράν ή – πιο επικίνδυνο – τους εν γένει αντιπαθούντες τις ΗΠΑ και το Ισραήλ και – κατ’ επέκταση – και όσους τους συνδράμουν στις επιχειρήσεις κατά του Ιράν.
Επιπλέον, με δεδομένο ότι δεν είναι σαφείς οι αντικειμενικοί σκοποί αλλά και η στρατηγική εξόδου των ΗΠΑ, ή καλύτερα δεν είναι ξεκάθαροι στην παγκόσμια κοινή γνώμη, η εκτίμηση είναι ότι οι ΗΠΑ θα δηλώσουν γρήγορα ότι νίκησαν και απεμπλέκονται στρατιωτικά, και πλέον θα εναπόκειται στο λαό του Ιράν να πάρει την κατάσταση στα χέρια του, με τη φανερή ή μυστική συνδρομή των ΗΠΑ, αλλά και του Ισραήλ. Προφανώς, η «κίνηση» των Κούρδων του βορειοδυτικού Ιράν, με τη συνδρομή των ομοεθνών τους της Συρίας, κινείται και προς αυτή την κατεύθυνση, χωρίς όμως να είναι σαφής η στόχευση: Αν σκοπός θα είναι η αυτονομία του Βορειοδυτικού Ιράν και η – πιθανή – δημιουργία ενιαίας οντότητας με το Ιρακινό Κουρδιστάν, ή (μάλλον απίθανο) στοχεύουν στην «απελευθέρωση» ολόκληρου του Ιράν και σε πρωταγωνιστικό ρόλο στην κεντρική σκηνή της επόμενης ημέρας (κατ’ αναλογία με το τι έγινε στη Συρία με τις δυνάμεις του Αλ Τζολανί). Όσον αφορά το Ισραήλ, θα συνεχίσει τον «αγώνα» με κάθε τρόπο για την ανατροπή του καθεστώτος, βασιζόμενο στην στρατιωτική του υπεροχή και το πολύ καλά απλωμένο – στο έδαφος του Ιράν – δίκτυο των μυστικών του Υπηρεσιών.
Είναι απολύτως σαφές, ότι η οποιαδήποτε περίπτωση (όχι πιθανή…) ανατροπής του καθεστώτος, δεν μπορεί να γίνει χωρίς κάποιας μορφής στρατιωτική σύγκρουση στο έδαφος. Η επόμενη ημέρα, εξαρτάται αφενός από τις προθέσεις των Φρουρών της Επανάστασης και το δείγμα γραφής του νεοεκλέγεντος Αγιατολάχ, Μοτζάμπα Χαμενεί, δευτερότοκου γιου του εκτελεσθέντος θρησκευτικού Ηγέτη του Ιράν, Αλί Χαμενεί. Ασφαλώς, μένει να καταστεί σαφής και η κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο νέος Ηγέτης μετά τον τραυματισμό του, και αν είναι σε θέση να εκτελέσει επι μακρόν τα καθήκοντά του.