Ο Κωνσταντίνος Μάνος (1869-1913), ήταν αγωνιστής, ποιητής, συγγραφέας, πολιτικός – στα όρια μιας μυθιστορηματικής προσωπικότητας. Ο Μάνος καταγόταν από φαναριώτικη οικογένεια και πατέρα στρατηγό, είχε σπουδάσει νομικά στη Λειψία και φιλοσοφία στην Οξφόρδη· καθηγητής Ελληνικών της αυτοκράτειρας Ελισσάβετ της Αυστρίας, της περιβόητης «Σίσσυ», πρωτοστάτησε στη διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας το 1896, στην οργανωτική επιτροπή των οποίων συμμετείχε μαζί με τον Δημήτριο Βικέλα. Μέλος της «Εθνικής Εταιρείας», όπως ο αδελφός και ο πατέρας του, συμμετείχε σε πολλές μάχες στην Κρήτη, όπου κατέβηκε μαζί με τον «Ιερό Λόχο» του και τόσο δέθηκε με την Κρήτη ώστε μια κρητική μαντινάδα να τον αναδείξει ήρωά της: «Όσοι πιστεύετε Θεό και τόνε προσκυνάτε – τον καπετάνο Κωσταντή το Μάνο ν’ αγαπάτε», ενώ υπάρχει και σχετικό ριζίτικο: «Ὅποιος πιστεύει στὸ Χριστὸ καὶ στὴν ἁγίαν του πίστη/ ἂς ἔλθη νὰ τοῦ διηγηθῶ τί γίνηκεν στὴν Κρήτη./ Ἂς ἔλθη νὰ τοῦ διηγηθῶ ἴντα ’καμεν ὁ Μάνος/ ποῦ ἐκατέβη κι ἔγινεν στὴν Κρήτη καπετάνιος.» [Βλ. Ν.Ε. Παπαδογιαννάκης, «Αγνωστες ρίμες για το Θέρισο και τον Κωνσταντίνο Μάνο» [1].
Στενός συνεργάτης του Βενιζέλου, ήταν ο μόνος που ο Κρητικός πολιτικός, παρά τις διαφωνίες τους, αναγνώριζε ως ισότιμό του. Το 1901 και το 1903, ο Μάνος διορίστηκε δήμαρχος Χανίων αλλά έφυγε για τη Μακεδονία παράνομα, αναλαμβάνοντας ηγετικό ρόλο στον Μακεδονικό Αγώνα, με το ψευδώνυμο Μιχαηλίδης, στον οποίο συμμετείχε και ο αδελφός του Πέτρος, με το ψευδώνυμο καπετάν Βέργος. Ο Μάνος συνελήφθη από τις οθωμανικές αρχές, αλλά ελευθερώθηκε και επέστρεψε στην Κρήτη.
Στην Κρήτη το 1905, αποτέλεσε με τον Ελευθέριο Βενιζέλο και τον Κωνσταντίνο Φούμη την περιβόητη τριανδρία της επανάστασης του Θερίσου – την ευθύνη των οικονομικών ανέλαβε ο Κ. Φούμης, των πολεμικών επιχειρήσεων ο Κ. Μάνος, και της διπλωματικής και πολιτικής εκπροσώπησης των επαναστατών ο Ελ. Βενιζέλος[2]. Το 1906, εξελέγη βουλευτής Χανίων στην κρητική Βουλή, ενώ το 1907 αναδείχτηκε πρόεδρος του «Μακεδονικού Κομιτάτου Αθήνας». Στις δύο αναθεωρητικές Βουλές του 1910, εξελέγη βουλευτής, επέμενε δε στην καθιέρωση της δημοτικής ως επίσημης γλώσσας.
Στους Βαλκανικούς Πολέμους συμμετείχε με εθελοντικό εκστρατευτικό σώμα από 300 Κρητικούς και συνέβαλε στην κατάληψη της Πρέβεζας και των Ιωαννίνων, όπου και τραυματίστηκε δύο φορές.
Σκοτώθηκε το 1913, μετά από πτώση αεροπλάνου –υπήρξε από τους πρώτους Έλληνες επιβάτες αεροπλάνου–, κατά την παρατήρηση βουλγαρικών θέσεων.
Ο Μάνος έγραψε τους στίχους για τον ύμνο του Πανελλήνιου Γυμναστικού Συλλόγου (Π.Γ.Σ.), το 1893, σε μουσική του συνθέτη του Ολυμπιακού Ύμνου, Σπύρου Σαμάρα, ενώ το 1896 κυκλοφόρησε τη βραβευμένη ποιητική συλλογή, Λόγια της καρδιάς· δημοσίευσε μεταφράσεις και άλλα έργα στη φιλολογική Εστία ενώ εξέδωσε την Αντιγόνη, μεταφρασμένη στη δημοτική γλώσσα. Άλλωστε συμμετείχε ενεργά στο δημοτικιστικό κίνημα και στο Αρχείο του βρέθηκε ένα «Σχεδίασμα Γραμματικῆς τῆς Κοινῆς Δημοτικῆς».[3]
Παράλληλα, είχε ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο φθάνοντας έως την Αλάσκα όπου δοκίμασε να εργαστεί ως… χρυσοθήρας.
Την υψηλή εκτίμηση του, για τον Μάνο εκφράζει σε δύο επιστολές του ο Περικλής Γιαννόπουλος: Στην πρώτη, σε επιστολή του προς τον Δραγούμη, κατά το 1909, διαβάζουμε: «Ὁ Μάνος μοῦ γράφει μὲ συγκίνησιν ὁτι ἄν ἦσαν ἀκόμη μερικοὶ σὰν Ἐσᾶς καὶ σὰν Αὐτὸν θὰ ἐφτιάνετο ἡ Ἑλλάς. Δεν βρίσκω ὅτι χρειάζονται περισσότεροι»[4].
Στη δεύτερη, αχρονολόγητη, επιστολή, που απευθύνεται στον ίδιο τον Μάνο, πιθανότατα μετά την αποστολή σε αυτόν της Εκκλήσεως προς τοπ Πανελλήνιον κοινόν, και πάλι γύρω στο 1909, διαβάζουμε:
Ὅπως καὶ διὰ τὸ Ν.Π. (Νέον Πνεῦμα), ἔτσι καὶ τώρα τὸ γράμμα σου μὲ συνεκίνησε ἐξαιρετικά. Διότι προέρχεται ἀπὸ ἕναν Πρόμαχον τῆς Ἑλληνικῆς Ἰδέας, ὅπως ἐγὼ ἐννοῶ, ποθῶ καὶ ζηλεύω τοὺς Προμάχους. Ἀπὸ Στρατιώτην καὶ Ποιητήν. Εὐχαριστῶ ἐγκαρδίως διά την εὐμενεστάτην συμπάθειαν πρὸς τὸ Ἔργον μου καὶ πρὸς ἐμέ…
Ἀλλὰ τὴν ἰδιότητα (τοῦ Προμάχου) δὲν τὴν δέχομαι διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι δὲν εἶμαι ἴσος. Σὺ ἐπολέμησες μὲ τὸ ὅπλον στὸ χέρι, στῆθος μὲ στῆθος τὸν ἐχθρόν. Καὶ ὁ Ἴδας τὸ ἴδιο. Ἐγὼ ὄχι. Καὶ νομίζω ὅτι μόνον τὸ σύριγμα τῶν σφαιρῶν πέριξ τῶν αὐτιῶν δίδει τὸ δικαίωμα νὰ φέρει κανεὶς τὸν ἀγωνιστικὸν τίτλον τοῦ Ἰδεολόγου καὶ τοῦ Στρατιώτου τῆς Ἑλλ. Ἰδέας. Ἐν ὅσῳ, λοιπόν, αὐτὸ δὲν ἔχει γίνη, πρέπει νὰ μοῦ ἐπιτρέψῃς νὰ θεωρῶ τὸν ἑαυτόν μου πολὺ κατώτερον ἀπὸ Σᾶς καὶ νὰ μοῦ εὐχηθῆτε μόνον ἡ Τύχη νὰ μὲ καμῃ ἴσον. Ἐλπίζω ὅτι θὰ δικαιώσω κάθε συμπάθειαν, κάθε ἀγάπην καὶ φιλίαν.
Καὶ τρεῖς καὶ τέσσερις θὰ ὑπάρχουν βεβαιώτατα εἰς τὴν Πατρίδα μας καὶ δυνατὸν νὰ βρεθοῦν καὶ θὰ φανοῦν. Ἀλλὰ χρειάζονται ἄραγε ἀπολύτως; Ὀρισμένως, νομίζω, ὄχι![5]
Ο Μάνος αλληλογραφεί άλλωστε με τον Δραγούμη – σώζονται και τέσσερις επιστολές του Ίωνα προς αυτόν, σχετικές με την ανάγκη δημιουργίας μιας σχολής δασκάλων για τον αλύτρωτο ελληνισμό, την οποία σχεδίαζε κατά το 1904[6].
*****
Οι δύο συνομήλικοι, ο Περικλής Γιαννόπουλος και ο Κωνσταντίνος Μάνος (γεννήθηκαν το 1869), καθώς και ο κατά εννέα χρόνια νεώτερός τους, Ίων Δραγούμης (1878-1920), αποτελούν σταυρικές φυσιογνωμίες του ελληνισμού στο γύρισμα του αιώνα και θα πρωταγωνιστήσουν στα ελληνικά πράγματα, εκφράζοντας ένα πνεύμα αδάμαστης αγωνιστικότητας, σε διαφορετικά πεδία, βγαίνοντας έξω από τις συμβάσεις της εποχής τους, ακόμα και στην προσωπική τους ζωή.
Ο Ίων, ο πρόμαχος του δημοτικισμού, ο αγωνιστής της Μακεδονίας και της Πόλης, ο υπέροχος πρώιμος συγγραφέας, ο βάρδος του ελληνισμού, με τη μη συμβατική ερωτική ζωή.
Ο Κωνσταντίνος Μάνος ήταν ίσως ο πολυσχιδέστερος όλων με μεγάλα ηγετικά προσόντα και ο πρόωρος χαμός του αποτέλεσε μεγάλη απώλεια για την ελληνική πολιτική και πνευματική ζωή. Ο Μάνος είναι κατ’ εξοχήν ο άνθρωπος της πράξης, ή μάλλον της σύνθεσης λόγου και πράξης και πάντοτε ενός λόγου που καταλήγει σε πράξη.
Ο Γιαννόπουλος, ο πνευματικότερος όλων, εξ ίσου ρηξικέλευθος στη ζωή και τη σκέψη του με τους άλλους, θα παραμείνει πάντοτε στον πνευματικό χώρο.
Αναντίρρητα πρόκειται για ανθρώπους με έντονη και ισχυρή ατομικότητα, «προφητικού» χαρακτήρα, που αρνούνται να μπουν για μεγάλο διάστημα στο καλούπι μιας οργανωμένης δράσης, ίσως γιατί ήταν ο καιρός των «προφητών». Ο Κωνσταντίνος Μάνος, προμηθεϊκός, θα συμμετάσχει στην Κρητική Επανάσταση, τον Μακεδονικό Αγώνα, στην Οργάνωση των Ολυμπιακών και στους Βαλκανικούς πολέμους ενώ ο συναγωνιστής του, ο Ελευθέριος Βενιζέλος, θα επιμείνει, χωρίς κανένα περισπασμό, στην Κρήτη που θα τον φέρει σαν απαλό κύμα στην Αθήνα, για να εκπληρώσει αυτά που οι τρεις πρωτοπόροι ευαγγελίζονταν.
*Περισσότερα ο αναγνώστης μπορεί να διαβάσει στο δεύτερο μέρος του αφιερώματος του νέου Ερμή του Λόγιου (τ. 30) στον Περικλή Γιαννόπουλο.
[1] Υπάρχει μάλιστα και σχετικό ριζίτικο αφιερωμένος στον Μάνο: «Ὅποιος πιστεύει στὸ Χριστὸ καὶ στὴν ἁγίαν του πίστη/ ἂς ἔλθη νὰ τοῦ διηγηθῶ τί γίνηκεν στὴν Κρήτη./ Ἂς ἔλθη νὰ τοῦ διηγηθῶ ἴντα ’καμεν ὁ Μάνος/ ποῦ ἐκατέβη κι ἔγινεν στὴν Κρήτη καπετάνιος.» [Βλ. Ν.Ε. Παπαδογιαννάκης, «Αγνωστες ρίμες για το Θέρισο και τον Κωνσταντίνο Μάνο», Ελωττία τχ. 2, Χανιά 1993, σσ. 25-76.· Ν.Ε. Παπαδογιαννάκης, «Αγνωστες ρίμες για το Θέρισο και τον Κωνσταντίνο Μάνο»,
[2] Βλ. Εμμανουήλ Χαλκιαδάκης, Οι κρητικές κυβερνήσεις και το ζήτημα της ένωσης της Κρήτης με την Ελλάδα (1898-1913) ΔΔ, ΦΣ ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη 2010, σ 311.
[3] Βλ. Ν. Ε. Παπαδογιαννάκης, Ο Κωνσταντίνος Μάνος και το γλωσσικό ζήτημα, εκδ. Έλλην, Αθήνα, 1997· Ν.Ε. Παπαδογιαννάκης – Ελπ. Νικολουδάκη-Σουρή (επιμ.) «Διατί βιάζεσαι, παιδί μου, και θέλεις να τα κάμης όλα μαζί;», Αρχείο Κωνσταντίνου. Θρ. Μάνου, τ. Α΄, Ιστορική Λαογραφική Εταιρεία Ρεθύμνης, Πανεπιστήμιο Κρήτης. Ρέθυμνο/Χανιά 2020, σς. 243-278.
[4] Στ. Μπεκατώρος, «Επίμετρο», στο Ι. Δραγούμης, Το ανθολόγιο του «Νουμά», ό.π., σ. 225.
[5] «Διατί βιάζεσαι παιδί μου»… ό.π., σσ. 304-305.
[6] Ό.π., σσ. 100, 167-175.