Ο Ναπολέοντας εισέβαλε στη Ρωσία με στόχο την τελική μάχη με τον Τσάρο Αλέξανδρο Α’. Ο Αλέξανδρος απέφυγε την τελική μάχη και ο Στρατηγός Χειμώνας αποδεκάτισε τη Μεγάλη Στρατιά, που είχε κυριαρχήσει επί του πεδίου. Ο ιδιοφυής στρατηλάτης ξέχασε τα λόγια του: «Οι ερασιτέχνες ομιλούν περί στρατηγικής, ενώ οι επαγγελματίες περί της εφοδιαστικής (logistics)». Η Ρωσία του Πούτιν έχει εμπλακεί σε έναν πόλεμο όπου επιβεβαιώνεται και το άλλο ρητό: «Οι στρατιώτες κερδίζουν μάχες, αλλά ο εφοδιασμός (logistics) κερδίζει τους πολέμους». Κανείς εμπόλεμος –είτε ενεργά είτε δι’ αντιπροσώπου εμπλεκόμενος- δεν αμελεί τις εφοδιαστικές αλυσίδες που απαιτούνται τόσο για την υποστήριξη του μετώπου όσο και για τη συντήρηση της οικονομικής δραστηριότητας, η οποία διατηρεί την κοινωνική συνοχή και τη βιομηχανική παραγωγή.
Η άμεση αντίδραση της Δύσης, και κυρίως της Ευρώπης, στη ρωσική εισβολή ήταν η επιβολή κυρώσεων, οι οποίες πέραν των άλλων στόχευαν στη μεταφορά εμπορευμάτων –και κυρίως πετρελαίου– δια θαλάσσης. Ειδικότερα, μετά το 2022, ναυτιλιακά συμφέροντα εμπλεκόμενα στην εξαγωγή πετρελαίου από τη Ρωσία απεκλείστηκαν από το διεθνές δίκτυο χρηματοδότησης και ασφάλισης. Τα δίκτυα αυτά ιστορικά βρίσκονται υπό δυτικό έλεγχο και η παγκόσμια εμπορική πρακτική είναι απολύτως ευθυγραμμισμένη τόσο με τη λογική των διασφαλίσεων που απαιτούνται από τους συναλλασσόμενους, όσο και με τη θεσμική προσέγγιση και επίλυση των διαφορών τους. Συνεπώς, οι παίκτες, ανεξάρτητα από τα συμφέροντά τους στο ουκρανικό ζήτημα, δεν έχουν τη δύναμη ή τη διάθεση να αλλάξουν τους όρους του παγκόσμιου εμπορίου, και η Ρωσία έπρεπε να βρει τρόπο να εξάγει το πετρέλαιό της με σκιώδη τρόπο.
Υπενθυμίζεται ότι τα έσοδα από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο αποτελούν περίπου το 30–50% των κρατικών εσόδων της Ρωσίας, και οι κυρώσεις προκάλεσαν πτώση τους άνω του 40%. Άρα, η παράκαμψη των κυρώσεων ήταν ευθύς εξ αρχής ζωτικής σημασίας, αλλιώς θα κατέρρεαν τόσο η χρηματοδότηση του πολέμου όσο και του κράτους.
Επί της ουσίας, οι κυρώσεις στόχευαν πλοία ή εταιρείες διαχείρισης πλοίων, με αποτέλεσμα μεγάλο μέρος του παγκόσμιου στόλου να μην μπορεί πλέον να εξυπηρετήσει το ρωσικό εμπόριο. Έτσι η Ρωσία έπρεπε να δημιουργήσει στόλο που η Δύση δεν θα μπορούσε να αγγίξει, ενώ το ρίσκο για τους εμπορικά εμπλεκόμενους θα ήταν διαχειρίσιμο ανά συναλλαγή.
Για τον λόγο αυτό, δεξαμενόπλοια ηλικίας 15–25 ετών, υπό Σημαία Κρατών – σημαίες ευκαιρίας – που ηθελημένα ή αθέλητα έχουν μειωμένη ικανότητα επιβολής διεθνών κανονισμών ασφαλείας επί των πλοίων ή και των διεθνών κυρώσεων εμπορίας, έχουν εμπλακεί στη μεταφορά φορτίων, κυρίως μέσω μεταφορτώσεων από πλοίο σε πλοίο (STS – ship-to-ship transfer) σε ύδατα εκτός δικαιοδοσίας Κρατών που συμμετέχουν στις κυρώσεις. Μέσω STS καθίσταται η ιχνηλάτηση και η παρακολούθηση του φορτίου σχεδόν αδύνατη, άρα τόσο ο αρχικός προμηθευτής όσο και ο τελικός αγοραστής ξεφεύγουν από το δίχτυ των κυρώσεων.
Η πρακτική αυτή συνδυάζεται με την απενεργοποίηση του Automatic Identification System (AIS), ενός υποχρεωτικού συστήματος που δηλώνει τη θέση του πλοίου σε πραγματικό χρόνο, συνεπώς το στίγμα του πλοίου χάνεται για πολλές ώρες ή και μέρες, οπότε είναι αδύνατη στη πράξη η εφαρμογή των κυρώσεων. Η απενεργοποίηση του AIS του πλοίου αποτελεί αδίκημα αλλά τα συμφέροντα είναι μεγάλα και το θεσμικό πλαίσιο των σημαιών ευκαιρίας επιτρέπει τέτοιες συμπεριφορές και πρακτικές. Συνολικά, περίπου το 17% της παγκόσμιας χωρητικότητας, περί τα 1100 «σκιώδη» (σίγουρα εμπλεκόμενα) και 900 «γκρίζα» (πιθανώς ή περιστασιακά εμπλεκόμενα) πλοία συμμετέχουν στις εξαγωγές ρωσικού πετρελαίου, παρακάμπτοντας τις κυρώσεις και αποκομίζοντας υπέρμετρα κέρδη.
Μέχρι τα μέσα του 2025 ίσχυε το λεγόμενο στατικό πλαφόν (fixed cap) στην τιμή του ρωσικού πετρελαίου, που είχε θεσπιστεί από την ΕΕ, την G7 και τους συμμάχους της από τον Δεκέμβριο του 2022. Το πλαφόν όριζε ότι η Ρωσία μπορούσε να χρησιμοποιεί δυτικές υπηρεσίες ναυτιλίας, ασφάλισης και χρηματοδότησης μόνο εφόσον πωλούσε το πετρέλαιο σε τιμή έως 60 δολάρια ανά βαρέλι. Αν το διέθετε σε υψηλότερη τιμή, ήταν αναγκασμένη να χρησιμοποιήσει παράλληλα δίκτυα, όπως τον σκιώδη στόλο ή μη δυτικούς ασφαλιστές. Το μέτρο αρχικά περιόρισε σημαντικά τα έσοδα της Μόσχας, όμως επειδή η τιμή παρέμενε σταθερή, με την πάροδο του χρόνου και καθώς άλλαξε η διεθνής αγορά, το όριο των 60 δολαρίων έχασε μέρος της αποτρεπτικής του ισχύος.
Όμως το εμπόριο με τον σκιώδη στόλο αποτέλεσε λύση, έναν πνεύμονα για την οικονομία της Ρωσίας, αλλά συνεπάγεται ευκαιρίες και κινδύνους για όλους τους συναλλασσόμενους. Ειδικότερα, η μεταφορά πετρελαίου προς την Ινδία και λοιπούς αγοραστές στην Ασία έχει επιβάρυνση περί τα 10–15 δολάρια/βαρέλι, με αποτέλεσμα οι αγοραστές να ζητούν και να επιτυγχάνουν χαμηλότερες τιμές προμηθευτή. Υπολογίζεται ότι για κάθε επιπλέον 1 δολάριο/βαρέλι οι απώλειες στις εξαγωγές φθάνουν τα 5 εκατομμύρια δολάρια ημερησίως. Παρ’ όλα αυτά, η δράση του σκιώδους στόλου απέφερε περί τα 9,4 δισ. δολάρια επιπλέον το 2024 στη Ρωσία.
Ωστόσο, το εμπόριο δεν είναι ουσιαστικά ασφαλισμένο, καθώς τα δυτικά ασφαλιστικά συμφέροντα δεν μπορούν να καλύψουν πλοία που εμπλέκονται σε παράνομες για τη Δύση συναλλαγές. Έτσι, ασφαλιστικές εταιρείες τρίτων χωρών παρέχουν έναντι τιμήματος τα απαραίτητα έγγραφα ασφάλισης, χωρίς όμως την ουσιαστική κάλυψη. Με λίγα λόγια, ο σκιώδης στόλος διατήρησε τη ροή πετρελαίου από τη Ρωσία, απέτρεψε άμεση οικονομική κατάρρευση και χρηματοδότησε τις στρατιωτικές επιχειρήσεις, παρά τους δυτικούς περιορισμούς.
Με το 18ο πακέτο κυρώσεων της ΕΕ (18 Ιουλίου 2025) εισάγεται το δυναμικό πλαφόν στην τιμή, που προσαρμόζεται στις συνθήκες της αγοράς. Από τις 3 Σεπτεμβρίου 2025, το ανώτατο όριο πέφτει στα 47,60 δολάρια ανά βαρέλι, μία από τις μεγαλύτερες μειώσεις των τελευταίων ετών. Το μέτρο ισχύει αποκλειστικά για το ρωσικό πετρέλαιο και για τρίτες χώρες που το προμηθεύονται από τη Ρωσία, ενώ εξαιρούνται μεγάλοι εξαγωγείς όπως οι ΗΠΑ, ο Καναδάς και η Νορβηγία. Επειδή ο μηχανισμός προσαρμόζεται στις συνθήκες της αγοράς, η Μόσχα δεν μπορεί πλέον να εκμεταλλευτεί ένα σταθερό όριο· κάθε προσπάθεια παράκαμψης οδηγεί σε νέα μείωση («σπειροειδής πτώση»). Αυτό ενισχύει τη διαπραγματευτική ισχύ βασικών αγοραστών όπως η Ινδία και η Κίνα, που μπορούν να απαιτούν ακόμη μεγαλύτερες εκπτώσεις, γνωρίζοντας ότι η Ρωσία δεν έχει άλλες βιώσιμες επιλογές. Ταυτόχρονα, η συνέχιση των εξαγωγών προς την Ασία προϋποθέτει τον σκιώδη στόλο, με υψηλότερα κόστη (μακρύτερες διαδρομές, ακριβή ή ανεπαρκή ασφάλιση, μεταφορτώσεις στη θάλασσα), γεγονός που μειώνει περαιτέρω την αποδοτικότητα. Σε βάθος χρόνου, η αυστηρότερη επιτήρηση του παγκόσμιου στόλου, οι βελτιωμένες τεχνολογίες εντοπισμού και η ενισχυμένη διεθνής συνεργασία περιορίζουν το δίκτυο αγοραστών, οδηγώντας τη Ρωσία σε μεγαλύτερη απομόνωση από την παγκόσμια αγορά.
Ο χρόνος αρχίζει να περιορίζει τις επιλογές της Ρωσίας. Η διακίνηση κεφαλαίων, εμπορευμάτων και υπηρεσιών καθίσταται μέρα με τη μέρα δυσχερέστερη. Η Κίνα έχει συμφέρον από μια αδύναμη Ρωσία και από τη φθηνή ενέργεια, αλλά δύναται και μέσω των τραπεζών της, που εξυπηρετούν ρωσικά συμφέροντα να επιβάλει πληρωμές σε δολάριο ή σε άλλο νόμισμα για να αποφύγει τριβές με τους κύριους πελάτες της, ήτοι τις ΗΠΑ και την ΕΕ. Άρα η Κίνα πρωτίστως και η Ινδία δευτερευόντως ελέγχουν τον αεραγωγό που κρατά την οικονομία της Ρωσίας ζωντανή.
Ο μακροπρόθεσμος κίνδυνος για τη Μόσχα είναι η ολοένα και μεγαλύτερη απομόνωσή της από τη διεθνή ναυτιλία. Ο σκιώδης στόλος, που στηρίζεται σε γερασμένα πλοία, αμφίβολες ασφαλίσεις και τεχνάσματα απόκρυψης, δυσκολεύεται όλο και περισσότερο να σταθεί δίπλα στη νόμιμη διεθνή αγορά. Με την επιβολή να γίνεται πιο εξελιγμένη και συστηματική, η Ρωσία κινδυνεύει να βρεθεί στο περιθώριο των παγκόσμιων θαλάσσιων δικτύων.
Η εξάρτηση από παλιά πλοία περιορίζει παράλληλα και τη ζήτηση για νέα, πλήττοντας τα ίδια της τα ναυπηγεία. Ο ρωσικός ναυπηγικός κολοσσός United Shipbuilding Corporation, που απασχολεί δεκάδες χιλιάδες εργαζόμενους, ήδη δυσκολεύεται να υλοποιήσει έργα λόγω των κυρώσεων και της έλλειψης κρίσιμων εξαρτημάτων. Αν η Ρωσία αποκλειστεί πλήρως από το διεθνές εμπόριο, η ναυπηγική βιομηχανία θα μείνει με συγκριτικά χαμηλότερα αμειβόμενα στρατιωτικά συμβόλαια, ενώ η χρόνια οικονομική πίεση και οι αλλεπάλληλες κυρώσεις απειλούν να οδηγήσουν σε καθολική κατάρρευση της εμπορικής της δραστηριότητας.
Η παράλληλη, αυξανόμενη και τεχνολογικά αποτελεσματικότερη παρακολούθηση του διεθνούς στόλου από τη Δύση σφίγγει τον κλοιό περαιτέρω. Οι πρόσφατες κυρώσεις της Ευρώπης εναντίον εταιρείας που διαχειρίζεται το νηολόγιο της Γκαμπόν, αλλά και εταιρειών στο Ντουμπάι που εμπορεύονταν ρωσικές εξαγωγές, δηλούν όχι μόνο ικανή και ακριβή στόχευση όσων διευκολύνουν τη λειτουργία του σκιώδους στόλου, αλλά και τον εν δυνάμει αποκλεισμό τους από τα δίκτυα εμπορίου και συνεπώς την οικονομική εκμηδένιση τους. Είναι ένα ξεκάθαρο μήνυμα προς τις μικρότερες χώρες ότι πρέπει να επιλέξουν στρατόπεδο, και όσοι επιχειρηματικά «παίζουν με τη φωτιά» να γνωρίζουν ότι «έχουσι γνώσιν οι φύλακες».
Αυτός είναι ο πόλεμος από αρχαιοτάτων χρόνων – χωρίς ηθική και κανόνες. Όμως η ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσούσα Ευρώπη αντιμάχεται με όπλο τη ναυτιλία και τις συναφείς υπηρεσίες της, δείχνοντας ότι έχει διδαχθεί από τον Sun Tzu και την ίδια της την ιστορία: ότι η ύψιστη τέχνη του πολέμου είναι να υποτάσσεις τον εχθρό χωρίς να δώσεις μάχη. Ακόμα δεν έχουμε δει Ευρωπαίους στρατιώτες στα πεδία των μαχών. Έχουμε δει όμως συνεχή, συνεπή και αδιάλειπτη συνεισφορά της Ευρώπης στην εφοδιαστική, που κερδίζει τους πολέμους. Η ευρωπαϊκή (εν πολλοίς ελληνική) πρωτοπορία στις θαλάσσιες μεταφορές αποτελεί ικανή και αναγκαία συνθήκη για να διατηρηθεί η Ευρώπη ως υπολογίσιμη παγκόσμια δύναμη, παρά τις αδυναμίες της, και παράλληλα ο σκιώδης στόλος μάς δείχνει τα όρια ικανότητας των δρώντων να ορίζουν τις εξελίξεις.