Η έγκριση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της ανατολικής Λιβύης, στις 20 Οκτωβρίου, δεν μεταβάλλει αυτομάτως τη νομική θέση της Ελλάδας. Μεταβάλλει, όμως, το πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο θα δοκιμαστούν τα ελληνικά δικαιώματα. Η Άγκυρα επιδιώκει να μετατρέψει μια αμφισβητούμενη θαλάσσια οριοθέτηση σε εργαλείο περιφερειακής ισχύος, διευρύνοντας τα ερείσματά της πέρα από τη δυτική Λιβύη.
Η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη βαρύτητα επειδή η ανατολική λιβυκή πλευρά είχε προηγουμένως απορρίψει τη συμφωνία και είχε διακόψει τις σχέσεις της με την Τουρκία. Η ανατροπή αυτής της στάσης αποδυναμώνει την πολιτική απομόνωση του μνημονίου εντός της Λιβύης και προσφέρει στην Άγκυρα πρόσθετο έρεισμα για να προβάλλει τις διεκδικήσεις της.
Εδώ βρίσκεται η ουσία της πρόκλησης. Μια συμφωνία που αμφισβητείται νομικά μπορεί να αποκτήσει πολιτική και στρατηγική αξία, εάν αρχίσει να επηρεάζει τις αποφάσεις και τη συμπεριφορά άλλων κρατών. Η ελληνική στρατηγική οφείλει να εμποδίσει αυτή τη μετάβαση.
Η διπλωματική στήριξη και το κενό επιρροής
Οι αντιδράσεις της Αιγύπτου, του Ισραήλ, της Κύπρου και της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενισχύουν τη θέση της Αθήνας. Το Κάιρο απέρριψε την έγκριση του μνημονίου, υποστηρίζοντας ότι δεν παράγει έννομα αποτελέσματα έναντί του. Το Ισραήλ καταδίκασε έντονα την απόφαση, συνδέοντάς την με την αποσταθεροποιητική συμπεριφορά της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο. Η Κυπριακή Δημοκρατία επανέλαβε ότι η συμφωνία παραβιάζει δικαιώματα τρίτων κρατών.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση διατύπωσε ακόμη σαφέστερη θέση. Στις 21 Οκτωβρίου, ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δήλωσαν ότι το μνημόνιο θίγει κυριαρχικά δικαιώματα τρίτων κρατών, δεν συνάδει με το Δίκαιο της Θάλασσας και είναι άκυρο. Επανέλαβαν, παράλληλα, την αλληλεγγύη τους προς την Ελλάδα και την Κύπρο.
Η διπλωματική αυτή σύγκλιση αποτελεί σημαντικό κέρδος. Δεν συνιστά, ωστόσο, από μόνη της ενιαία στρατηγική ή εγγύηση επιχειρησιακής υποστήριξης. Κάθε εταίρος διαθέτει διαφορετικά συμφέροντα και διαφορετικά μέσα παρέμβασης. Η Αθήνα πρέπει να μετατρέψει τις κοινές διαπιστώσεις σε συγκεκριμένο συντονισμό.
Την ίδια στιγμή, η εξέλιξη προκαλεί εύλογα ερωτήματα για τους χειρισμούς του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών. Η κριτική δεν πρέπει να βασιστεί στην υπόθεση ότι η Αθήνα αγνοούσε τις μεταβολές στην ανατολική Λιβύη. Ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης δήλωσε ότι οι αλλαγές στους συσχετισμούς είχαν καταστεί ορατές και ότι η Ελλάδα κινητοποίησε τους εταίρους της.
Το ουσιαστικό ερώτημα, επομένως, είναι δυσκολότερο. Εφόσον η μεταβολή των συσχετισμών ήταν αντιληπτή, διέθετε η Αθήνα επαρκή επιρροή ώστε να περιορίσει τις συνέπειές της;
Η έγκριση του μνημονίου δεν αποδεικνύει αυτομάτως αποτυχία της ελληνικής διπλωματίας. Αναδεικνύει, όμως, τη διαφορά ανάμεσα στην ικανότητα μιας χώρας να εξασφαλίζει δηλώσεις υποστήριξης και στην ικανότητά της να επηρεάζει τις πολιτικές αποφάσεις τρίτων. Η πρώτη είναι αναγκαία. Η δεύτερη καθορίζει τους πραγματικούς συσχετισμούς.
Η Λιβύη δεν μπορεί να αποτελεί τυφλό σημείο
Η Τουρκία έχει επενδύσει επί χρόνια σε πολιτικές, στρατιωτικές και οικονομικές σχέσεις με τη δυτική Λιβύη. Η προσέγγισή της με την ανατολική πλευρά διευρύνει την επιρροή της και περιορίζει τη δυνατότητα της Αθήνας να αντιμετωπίζει το μνημόνιο ως ζήτημα αποκλειστικά συνδεδεμένο με την κυβέρνηση της Τρίπολης.
Η ελληνική πολιτική χρειάζεται σταθερούς διαύλους τόσο με την Τρίπολη όσο και με τη Βεγγάζη. Αυτό δεν συνεπάγεται αποδοχή των θέσεων οποιασδήποτε πλευράς. Σημαίνει ότι η Ελλάδα πρέπει να διαθέτει πολιτική παρουσία, συγκεκριμένες προτάσεις συνεργασίας και δυνατότητα παρέμβασης πριν από κρίσιμες αποφάσεις, όχι μόνο αφού αυτές ληφθούν.
Η Αίγυπτος μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο λόγω των σχέσεών της με την ανατολική Λιβύη και της αντίθεσής της στο μνημόνιο. Η μερική οριοθέτηση Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης Ελλάδας–Αιγύπτου του 2020 προσφέρει ένα χειροπιαστό πλαίσιο διμερούς συνεργασίας. Η Αθήνα οφείλει να αξιοποιήσει αυτά τα ερείσματα, χωρίς να θεωρεί δεδομένο ότι η σύμπτωση συμφερόντων σε ένα ζήτημα συνεπάγεται ταύτιση σε όλα.
Από την ευρωπαϊκή καταδίκη στην πολιτική πίεση
Η ευρωπαϊκή θέση αποκτά στρατηγική αξία όταν συνοδεύεται από συγκεκριμένες ενέργειες. Η Αθήνα μπορεί να επιδιώξει συστηματική παρακολούθηση τυχόν εφαρμογής του μνημονίου, κοινή διπλωματική αντίδραση σε ενέργειες που θίγουν δικαιώματα κρατών-μελών και εξέταση αναλογικών μέτρων, εφόσον υπάρξουν τεκμηριωμένες παραβιάσεις και πληρούνται οι αναγκαίες νομικές και πολιτικές προϋποθέσεις.
Οι κυρώσεις δεν είναι αυτόματη συνέπεια μιας διαφωνίας ούτε μπορούν να θεωρούνται ήδη αποφασισμένες. Απαιτούν κατάλληλη νομική βάση, συγκεκριμένη στόχευση και ευρωπαϊκή συναίνεση. Το ίδιο ισχύει για οποιαδήποτε σύνδεση της συνεργασίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τη Λιβύη με τον σεβασμό του διεθνούς δικαίου.
Η Αθήνα χρειάζεται, συνεπώς, να προτείνει συγκεκριμένα βήματα και σαφείς στόχους. Η επιτυχία δεν θα κριθεί από το πόσο αυστηρή θα είναι η επόμενη ανακοίνωση, αλλά από το αν θα αυξηθεί το πολιτικό και οικονομικό κόστος μιας προσπάθειας επιβολής τετελεσμένων.
Η γεωοικονομία πρέπει να περάσει στην πράξη
Η ενεργειακή διάσταση μπορεί να ενισχύσει τη θέση της Ελλάδας, εφόσον πάψει να αντιμετωπίζεται ως υπόσχεση μελλοντικών οφελών. Η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου, με προοπτική επέκτασης προς το Ισραήλ, μπορεί να δημιουργήσει κοινά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα. Οι έρευνες υδρογονανθράκων νότια της Κρήτης μπορούν επίσης να ενισχύσουν τη γεωοικονομική παρουσία της χώρας.
Το διακύβευμα είναι πρακτικό. Έργα που προχωρούν δημιουργούν υποδομές, επενδύσεις και αλληλεξαρτήσεις. Έτσι αυξάνεται το κόστος της παρεμπόδισης και διευρύνεται ο αριθμός των διεθνών παραγόντων που έχουν συμφέρον από τη σταθερότητα. Αντίθετα, οι καθυστερήσεις περιορίζουν την αξιοπιστία των ελληνικών σχεδιασμών και την ικανότητά τους να παράγουν πολιτική επιρροή.
Οι πρόσφατες δυσκολίες γύρω από την ηλεκτρική διασύνδεση καθιστούν αυτή την ανάγκη ακόμη πιο επιτακτική. Η γεωοικονομία δεν υποκαθιστά τη διπλωματία ή την αποτροπή. Προσφέρει πρόσθετα μέσα, εφόσον τα έργα υλοποιούνται και υποστηρίζονται με συνέπεια.
Η αποτροπή ως εγγύηση αξιοπιστίας
Η νομική θέση της Ελλάδας πρέπει να συνοδεύεται από επιχειρησιακή ετοιμότητα. Εάν επιχειρηθεί παρεμπόδιση νόμιμων ελληνικών δραστηριοτήτων ή επιβολή τετελεσμένων, η Αθήνα οφείλει να διαθέτει αξιόπιστες, αναλογικές και σύμφωνες με το διεθνές δίκαιο επιλογές αντίδρασης.
Αυτό δεν σημαίνει επιδίωξη κλιμάκωσης. Σημαίνει ότι η αποφυγή της έντασης δεν μπορεί να εκληφθεί ως ανοχή σε μονομερείς ενέργειες. Η αποτροπή απαιτεί σαφή πολιτική βούληση, επιχειρησιακή ετοιμότητα και προετοιμασία για διαφορετικά ενδεχόμενα.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται η άσκηση των δικαιωμάτων που αναγνωρίζει το Δίκαιο της Θάλασσας, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας επέκτασης της αιγιαλίτιδας ζώνης έως τα 12 ναυτικά μίλια. Κάθε σχετική απόφαση χρειάζεται αυτοτελή στρατηγική εκτίμηση και κατάλληλη προετοιμασία. Η ύπαρξη ενός δικαιώματος και η αποτελεσματική άσκησή του είναι διαφορετικά ζητήματα. Η ελληνική πολιτική οφείλει να σχεδιάζει και για τα δύο.
Το πραγματικό μέτρο της ελληνικής στρατηγικής
Η αντίδραση της Αιγύπτου, του Ισραήλ, της Κύπρου και της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενισχύει τη διπλωματική θέση της Ελλάδας. Δεν αναιρεί, όμως, την ανάγκη να εξεταστεί πώς η Τουρκία κατόρθωσε να διευρύνει την πολιτική της επιρροή στην ανατολική Λιβύη.
Οι δύο διαπιστώσεις πρέπει να συνυπάρχουν. Η διεθνής στήριξη αποτελεί κέρδος, αλλά δεν ισοδυναμεί με στρατηγική νίκη. Η κριτική στους χειρισμούς της Αθήνας είναι θεμιτή, αλλά πρέπει να στηρίζεται σε συγκεκριμένα δεδομένα και όχι να μετατρέπεται σε αυθαίρετη καταδίκη.
Η Ελλάδα χρειάζεται μια συνεκτική πολιτική που θα συνδυάζει νομική τεκμηρίωση, ενεργή παρουσία στη Λιβύη, συντονισμό με τους περιφερειακούς εταίρους, ευρωπαϊκή πίεση, υλοποίηση ενεργειακών έργων και αξιόπιστη αποτροπή. Στόχος δεν είναι απλώς να καταγγέλλεται το μνημόνιο, αλλά να εμποδίζεται η παραγωγή στρατηγικών οφελών από αυτό.
Με πλιάτσικο δεν ασκείται διεθνής πολιτική. Τα τετελεσμένα δεν αποτρέπονται μόνο με καταγγελίες, αλλά με δίκαιο, συμμαχίες, επιρροή και την έμπρακτη ετοιμότητα μιας χώρας να υπερασπιστεί όσα δικαιούται.