Σχετικά πρόσφατα έλαβε χώρα μια συνάντηση που συζητήθηκε πολύ, προκαλώντας εκπλήξη και αποριά σε πολύ κόσμο. O νεοεκλεγείς δήμαρχος της Νέας Υόρκης, Ζοχράν Μάμντανι επισκέφθηκε τον πρόεδρο των Η.Π.Α Ντόναλντ Τραμπ. Μέχρι έδω, τίποτα παράξενο. Μια συνηθισμένη θεσμική συνάντηση θα έλεγε κανείς. Μάλλον, όχι και τόσο.

Ο μεν Τραμπ αποκαλούσε τον Μάμντανι κομμουνιστή, λέξη που στην Αμερική έχει τρομερά αρνητική σημασιοδότηση, ενώ ο Μάμντανι απαντούσε πως ο πρόεδρος της χώρας είναι φασίστας. Παρά ταύτα, η συνάντηση τους δεν θυμίζε καθολού την πολεμική ατμόσφαιρα των προηγούμενων εβδομάδων. Αμφότεροι ανάφερθηκαν στην κοινή εκλογική τους βάση, δηλαδή τον «απλό λαό» που πλήτεται απ’ την ακρίβεια, την εγκληματικότητα και το στεγαστικό, συμφωνόντας πως τους ενδιαφέρουν τα ίδια ζητήματα, και είναι έτοιμοι να συνεργαστούν θεσμικά προκειμένου να απαλύνουν την καθημερινότητα του Νεοϋορκέζου πολίτη.

Advertisement
Advertisement

Πώς εξηγείται όμως η -προσωρινή έστω- συμφιλίωση δυο πολιτικών με τόσο διαφορετική ιδεολογία ; Ο μεν Τραμπ είναι η σημαντικότερη φιγούρα της εναλλακτικής δεξιάς (alt right) διεθνώς, ο δε Μάμντανι δηλώνει σοσιαλιστής προκαλώντας πονοκεφάλους στην κεντρώα πτέρυγα του Δημοκρατικού κόμματος, αλλά και σημαντικές ελπίδες σε όσους πιστεύουν πως απαιτούνται πιο ριζοσπαστικές αριστερές πολιτικές.

Καταρχάς, σημαντικό ρολό για αυτήν την ασυνήθιστη εικόνα παίζει η αντισυστημική στροφή που έχει πάρει ένα μεγάλο κομμάτι του εκλογικού σώματος. Αυτή εκφράζεται από μια δεκτικότητα στο λαϊκιστικό δίπολο -όπως ορίζεται απ’ τον πολιτικό επιστήμονα Κας Μούντε (Cas Mudde)- «λαός εναντίον ελιτ». Πολύς κόσμος στις Η.Π.Α βλέπει την πολιτική στο πλαίσιο αυτού του διπόλου. Ο λαϊκισμός χαρακτήριζεται ως μια «ρηχή» ιδεολογία που αποκτά πρακτικό περιέχομενο όταν συνδυαστεί με μιά απ’ τις παραδοσιακές ιδεολογίες (συντηρητισμός, φιλελελευθερισμός, σοσιαλισμός).

Για παράδειγμα, ο αρίστερός λαϊκισμός εστιάζει περισσότερο σε μια οικονομιστική λογική αντιπαραθέτοντας τους εργαζόμενους (λαός) με τους δισεκατομμυριούχους, και όσους πολιτικούς τους υπηρετούν (ελίτ). Αντίθετα η δεξία προσέγγιση βλέπει τον λαό με εθνικούς όρους διαχωρίζοντας τον απ’ τους μετανάστες/πρόσφυγες που αλλοιώνουν την εθνική ταυτότητα. Υπο αυτή την λογική, ως ελιτ στοχεύονται οι μετανάστες μαζί με τους πολιτικούς που στηρίζουν την ιδέα της πολυπολιτισμικότητας. Αν κάτι ενώνει τον αριστερό και δεξιό λαϊκισμό είναι η απέχθεια αμφοτέρων για τους συστημικούς πολιτικούς, κεντροαριστερούς ή κεντροδεξιούς, τους οποίους κατηγορούν σε κάθε ευκαιρία ως υπευθυνούς για τις πολλαπλές κρίσεις που βιώνουν οι δυτικές κοινωνίες.

Γυρίζοντας στη συνάντηση, αν ένας εκ των δύο πολιτικών ήταν υπέρμετρα επιθετικός στη κοινή συνέντευξη τύπου, υπήρχε κίνδυνος αποξένωσης κάποιων αντισυστημικών ψηφοφόρων που επιλέγουν με βάση το προαναφερθέν λαϊκιστικό δίπολο. Στο πλαίσιο αυτό, επελέγη και απ’ τους δύο να δοθεί έμφαση στα ζητήματα που ενώνουν τους ψηφοφόρους τους, και όχι στις βαθιές ιδεολογικές διαφορές τους. Ωστόσο, υπάρχει και κάτι ακόμα που χρήζει προσοχής εδώ. Ποιόν θεσμό υπηρετεί ο κάθε πολιτικός ;

Εξηγούμαι. Ο δήμαρχος μια πολής οφείλει να έχει πάντα στο νου του να προσφέρει τις καλύτερες υπηρεσίες στον δήμο που διοικεί. Μια θεαματική ρήξη με τον Τραμπ, πριν ακόμα αναλάβει τα δικοικητικά του καθήκοντα θα είχε πιθανότατα αρνητικές συνέπειες για την πόλη, μιας και στις Η.Π.Α ο πρόεδρος μπορεί να μπλοκάρει σημαντικά κονδύλια που προορίζονται για δημοτικούς σκοπους. Ταυτόχρονα, μπορεί να αναπτύξει την Εθνοφρουρά (όπως έπραξε στην Ουάσινγκτον) αποσπώντας δημοτικές αρμοδιότητες στο τομέα της Ασφάλειας. Δηλαδή, ο συσχετισμός δυνάμεων μεταξύ των δύο προσώπων, παράγωγο της συγκεκριμένης θεσμικής συνθήκης έπαιξε επίσης σημαντικό ρόλο στη προκειμένη περίπτωση.

Η σχέση των δύο πολιτικών στο μέλλον

Επιχειρώντας να προβλέψουμε την μελλοντική πορεία στη συνύπαρξη των δύο πολιτικών, σκοντάφτουμε στη σημασία των παραδοσιακών ιδεολογιών. Η λαϊκιστική ρητορική είναι ιδιαίτερα δημοφιλής κατά τις προεκλογικές εκστρατείες, ωστόσο λόγω της εγγενούς «ρηχότητας» της αδυνατεί να οριοθετήσει συγκεκριμένες αποτελεσματικές πολιτικές την ώρα της διακυβέρνησης. Σχεδιάζοντας πολιτικές που θα απαντούν στα λαϊκά αιτήματα οι παραδοσιακές ιδεολογίες ενεργοποιούνται, θέλοντας ή μη. Αλλιώς θα αντιμετώπισει το ζήτημα εγκληματικότητας ένας δεξιός από έναν αριστερό, αλλιώς και το ζήτημα της στέγασης ή της ακρίβειας. Στο πλαίσιο αυτό, αν και οι δύο μείνουν πιστοί στις αξίες που έχουν διατυπώσει, αργά ή γρήγορα θα προκύψει σύγκρουση. Και επείδη βέβαια μιλάμε για της Η.Π.Α. , θα υπάρχει και μπόλικο θεάμα στην διαμάχη αυτή.

Advertisement

Γενικότερα, οι πολλαπλές κρίσεις που εμφανίζονται εντός των δυτικών κοινωνιών έχουν απονομιμοποιήσει τα παραδοσιακά κόμματα δημιουργώντας πρόσφορο έδαφος για την ανάδειξη ριζοσπαστικών/λαϊκιστικών κομμάτων σε Ευρώπη και Αμερική. Πολλά απ΄ αυτά τα κόμματα (δεξιά ή αριστερά) καλούνται να μετατραπούν απο μηχανισμοί διαμαρτυρίας σε μηχανισμούς διακυβέρνησης. Δηλαδή, με απλά λόγια, να προσφέρουν συγκεκριμένες λύσεις στα ζητήματα των οικονομικών/περιβαλλοντικών ανισοτήτων, της διεθνούς αστάθειας, και ανέλεγκτης μετανάστευσης. Οι λύσεις αυτές θα περικλείουν μέσα τους στοιχεία απο συγκεκριμένες -παραδοσιακές- ιδεολογίες, ακόμα και αν για επικοινωνιακούς λόγους δεν ονοματίζονται ως τέτοιες. Στη λογική αυτή η σφοδρή ιδεολογική σύγκρουση ριζοσταστικής δεξιάς, και ριζοσπαστικής αριστεράς μοιάζει αναπόφευκτη.

Μπαίνοντας σε αυτή τη νέα περίοδο, η ριζοσπαστική δεξιά ξεκινά με γκολ απ’ τα αποδυτήρια. Με την έννοια, πως οι εργοστασιακές ρυθμίσεις του μεταψυχροπολεμικού καπιταλισμού ταιριάζουν παραπάνω με τις αξίες που πρεσβεύει. Σε ιδεολογικό επίπεδο, χρειάζεται μια βαθιά επανανοηματοδότηση των εννοιών του Έθνους, της Προόδου, και της Δικαιοσύνης, για να μπορέσει η ριζοσπαστική αριστερά να ανταγωνιστεί επάξια τον αντίπαλο πόλο. Και προφανώς, μια τέτοια επανανοηματοδότηση, ούσα αντίθετη στο status quo, απαίτει άρτιο πολιτικό και κοινωνικό συντονισμό. Αυτή λοιπόν τη μάχη καλείται να δώσει κι ο Μάμντανι στη Νέα Υόρκη. Και είναι βέβαιο, πως εφόσον την επιχείρησει με σχέδιο και στιβαρότητα, ο Τραμπ δεν θα είναι σύμμαχος του. Κάθε άλλο.

Εν κατακλείδι, εστιάζοντας στη σχέση των δύο πολιτικών στις Η.Π.Α ίσως να είμαστε μπροστά σε ένα άρτια σκηνοθετημένο πρελούδιο του νέο πολιτικού περιβάλλοντος που αναδύεται στις δυτικές δημοκρατίες. Γι’ αυτό άλλωστε, όπως δήλωσε κι ο ίδιος ο Τραμπ, η συνάντηση αυτή συγκέντρωσε τόσο μεγάλο ενδιαφέρον σε εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο, μεγαλύτερο και από παρόμοιες συνομιλίες του με σημαντικούς διεθνείς ηγέτες.

Advertisement