Από τότε που έγινα μαμά, έχω πιάσει τον εαυτό μου να κάνει κάτι πολύ συγκεκριμένο, σχεδόν τελετουργικό, πριν βγούμε από το σπίτι. Ετοιμάζω τσάντες λες και πάμε εκδρομή για τρεις μέρες, ακόμη κι αν απλώς κατεβαίνουμε μια βόλτα. Παιχνίδια, πατίνια, ποδήλατα, μπισκότα, παγούρια, είδη ζωγραφικής, αυτοκόλλητα. Τα παίρνω όλα μαζί μου, για να είμαι σίγουρη ότι δεν θα ζητήσουν κάτι και δεν θα το έχω.
Και, χωρίς να το πολυσκεφτώ, εκείνη τη στιγμή, προσπαθώ να προλάβω κάθε πιθανό σενάριο. Να μη βαρεθούν. Να μη γκρινιάξουν. Να μη δυσκολευτούν. Να μη δυσαρεστηθούν.
Βλέπω τα παιδιά να βαριούνται και μέσα σε δευτερόλεπτα αρχίζω να ψάχνω τι μπορώ να τους προτείνω για να γεμίσει αυτό το κενό. Κάτι να παίξουν, κάτι να δουν, κάτι να κάνουν τελοσπάντων. Βλέπω ότι δυσκολεύονται σε κάτι και πριν καν προλάβουν να το παλέψουν λίγο περισσότερο, βρίσκω τον εαυτό μου να τους δείχνει τον τρόπο. Κάθε φορά που απογοητεύονται σχεδόν αυτόματα θέλω να εξαφανίσω κάθε δυσάρεστο συναίσθημα, να το γλυκάνω, να το κάνω να περάσει όσο πιο γρήγορα γίνεται.
Κι εκείνη τη στιγμή δεν σκέφτομαι πως κάνω κάτι λάθος. Το αντίθετο. Μοιάζει με το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο. Το κάνω από αγάπη, από φροντίδα, από αυτή τη βαθιά ανάγκη να προστατεύσω τα παιδιά μου απ’ ό,τι τα δυσκολεύει.
Κι όμως, όσο περνάει ο καιρός, και τα βλέπω να μεγαλώνουν, αναρωτιέμαι αν μέσα σ’ αυτή την προσπάθεια να τους κάνω τη ζωή πιο εύκολη, ίσως τους στερώ κάτι που τελικά θα τους χρειαστεί πολύ περισσότερο στη ζωή τους.
Η βαρεμάρα που δεν αντέχουμε
Έχουμε μάθει να αντιμετωπίζουμε τη βαρεμάρα σαν κάτι που πρέπει να διορθωθεί άμεσα. Σαν ένα κενό που πρέπει να γεμίσει γρήγορα και αποτελεσματικά. Κι όμως, αν το καλοσκεφτείς, εκείνες οι στιγμές που δεν υπάρχει κάτι έτοιμο, που δεν υπάρχει ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα, μια δραστηριότητα ή μια οθόνη να τραβήξει την προσοχή, είναι συχνά οι στιγμές που αρχίζει να δουλεύει κάτι πιο βαθύ. Ένα παιδί μπορεί να εφεύρει ένα παιχνίδι, να πλάσει μια ιστορία, να πειραματιστεί, να δημιουργήσει. Όχι επειδή του το πρότεινε κάποιος, αλλά επειδή χρειάστηκε να βρει μόνο του τι θα κάνει με αυτόν τον “άδειο” χρόνο.
Και στην προσπάθειά μας να μην βαρεθούν, τελικά τους στερούμε την ευκαιρία ν’ ανακαλύψουν τι μπορούν να δημιουργήσουν.
Η απογοήτευση που θέλουμε να σβήσουμε
Το ίδιο συμβαίνει και με την απογοήτευση, που είναι ίσως ακόμη πιο δύσκολο να την αντέξεις ως γονιός. Είναι αυτό το βλέμμα που αλλάζει, αυτή η φράση “δεν μπορώ”, αυτή η μικρή ή μεγάλη παραίτηση που σε κάνει να θέλεις να μπεις αμέσως στη μέση και να διορθώσεις την κατάσταση. Να δώσεις λύση και να απομακρύνεις το συναίσθημα στο λεπτό.
Κι όμως, όσο άβολο κι αν είναι, αν ένα παιδί δεν νιώσει απογοήτευση, πότε θα μάθει ότι μπορεί να την αντέξει; Ότι μπορεί να κάνει ένα βήμα πίσω και να ξαναδοκιμάσει; Ότι η δυσκολία δεν σημαίνει το τέλος, αλλά είναι πολύτιμο μέρος της διαδρομής;
Τα μικρά προβλήματα που λύνονται πολύ γρήγορα
Και υπάρχουν όλα εκείνα τα μικρά, καθημερινά προβλήματα που για εμάς μοιάζουν ασήμαντα, αλλά για ένα παιδί είναι ολόκληρος κόσμος. Ένα παιχνίδι που δεν συναρμολογείται, μια άσκηση που δεν βγαίνει, μια παρεξήγηση με έναν φίλο.
Πόσο συχνά επεμβαίνουμε πριν καν δοθεί χρόνος να σκεφτούν; Πριν δοκιμάσουν; Πριν αποτύχουν και ξαναπροσπαθήσουν;
Αν ένα παιδί μεγαλώσει μαθαίνοντας ότι πάντα κάποιος θα είναι εκεί για να του δείξει τον τρόπο, να του λύσει το πρόβλημα, να του μειώσει τη δυσκολία, τι θα συμβεί όταν αυτός ο κάποιος δεν θα είναι πια δίπλα του;
Η δύσκολη ισορροπία
Εννοείται πως δεν υπάρχει μια σωστή συνταγή για όλα αυτά. Δεν υπάρχει ένα ξεκάθαρο “έτσι πρέπει να κάνεις”, αλλά μια συνεχής προσπάθεια να βρούμε ισορροπία ανάμεσα στο να είμαστε εκεί για τα παιδιά μας και στο να τους δίνουμε χώρο να δοκιμάσουν, να δυσκολευτούν, να ανακαλύψουν.
Να είμαστε διαθέσιμοι χωρίς να παρεμβαίνουμε σε κάθε βήμα.
Να στηρίζουμε χωρίς να προλαβαίνουμε.
Να ακούμε χωρίς να σπεύδουμε να διορθώσουμε.
Ίσως η βοήθεια να είναι… ένα βήμα πίσω
Ίσως τελικά το πιο δύσκολο κομμάτι της γονεϊκότητας να μην είναι να βοηθάς, αλλά να ξέρεις πότε να μην βοηθήσεις αμέσως.
Να αντέξεις λίγο παραπάνω τη βαρεμάρα τους χωρίς να τη γεμίσεις.
Να αντέξεις λίγο παραπάνω την απογοήτευσή τους χωρίς να τη σβήσεις.
Να αντέξεις λίγο παραπάνω τη δυσκολία τους χωρίς να τη λύσεις.
Γιατί μπορεί τελικά αυτές οι στιγμές, που για εμάς είναι άβολες και δυσάρεστες, να είναι ακριβώς εκείνες που για τα παιδιά χτίζουν κάτι πολύ πιο ουσιαστικό. Την ικανότητα να σκέφτονται, να επιμένουν, να εμπιστεύονται τον εαυτό τους και να βρίσκουν τον δικό τους τρόπο μέσα σε έναν κόσμο που δεν θα έχει πάντα κάποιον να τους δείχνει τον δρόμο.