Διασυρμός στο διαδίκτυο και μια ευτυχής συνειδητοποίηση
Στα προηγούμενα επεισόδια ο κύριος Κανένας πείστηκε με δυσκολία από δύο πολιτικούς συμβούλους ότι μπορεί να γίνει πρωθυπουργός λόγω των υψηλών ποσοστών που έπαιρνε στις δημοσκοπήσεις. Στη συνέχεια προετοιμάστηκε για τον πολιτικό στίβο, μα η πρώτη του εμφάνιση στην τηλεόραση υπήρξε καταστροφική εξαιτίας ενός ατσούμπαλου, νεαρού δημοσιογράφου.
………………………………………………………………………………………………………………………………
Είχαν περάσει δύο εβδομάδες από την τηλεοπτική συνέντευξη που έδωσε ο κύριος Κανένας και δυστυχώς στάθηκε άτυχος. Ο άπειρος δημοσιογράφος, που του προκάλεσε τόσα προβλήματα, δημιούργησε δικό του κανάλι στο διαδίκτυο, στο οποίο παρουσίαζε τις γκάφες του. Είχε εκατομμύρια προβολές και τον λάτρεψαν σαν θεό που κατέβηκε ξαφνικά στη γη για να ψυχαγωγήσει τα πλήθη, που ζούσαν δίχως χαρά.
Έτσι, η οργή του κόσμου για την τηλεοπτική συνέντευξη στράφηκε αποκλειστικά στον κύριο Κανένα.
Βρισιές και κατάρες, άρθρα γνώμης γεμάτα κακίες για τα μαλλιά του, ανυπόστατα ρεπορτάζ για τη ζωή του γράφτηκαν δεκάδες. Το πλάνο με τα κοκκινισμένα αυτιά του και το βρεγμένο του παντελόνι παιζόταν ξανά και ξανά. Ήταν σαν μια κακή στιγμή να είχε διασταλεί στον χρόνο. Το μένος όλων έπεφτε πάνω του με λύσσα.
Ο κύριος Κανένας μόνος καθόταν στο σαλόνι, έκλαιγε για ώρες κι ύστερα θύμωνε κι ύστερα λυπόταν ξανά τον εαυτό του. Κάποια στιγμή πάνω στον θυμό του έσπασε ένα ποτήρι και τότε ένα κομμάτι γυαλί έκοψε βαθιά το χέρι του κοντά στη φλέβα. Ο σωματικός πόνος ήταν σχεδόν ανακουφιστικός τη στιγμή που η ψυχή του πονούσε τόσο πολύ.
Κι ενώ τύλιγε τον καρπό του απρόθυμα, χτύπησε το κουδούνι. Σέρνοντας τα βήματά του πήγε στην πόρτα και την άνοιξε.
Ήταν ο σύμβουλος με το μουστάκι.
«Πανωλεθρία, κύριε Κανένα», του είπε ο άντρας χωρίς τον αλλοτινό του ενθουσιασμό.
«Το γνωρίζω», απάντησε ο κύριος Κανένας.
«Δεν μπορώ να σας βοηθήσω να γίνετε πρωθυπουργός», του είπε ο σύμβουλος.
«Δεν το επιθυμώ έτσι κι αλλιώς», απάντησε ο κύριος Κανένας.
«Με απέλυσαν», είπε ο σύμβουλος και τώρα ακουγόταν πιο αληθινός. «Αλλά να σας πω κάτι; Καλύτερα! Βαρέθηκα αυτή τη δουλειά. Πόσα άλλα ερωτικά σκάνδαλα να κρύψω, πόσες οικονομικές αυθαιρεσίες να δικαιολογώ; Πόση αμάθεια να πρέπει να μετατρέπω σε απόφθεγμα σοφίας, πόσα πολυτελή σαλόνια με «ευτυχισμένες» οικογένειες να φωτογραφίσω; Πόσα πολιτικά, βλακώδη σλόγκαν να σκεφτεί το κουρασμένο το μυαλό μου; Βαρέθηκα!»
Ο κύριος Κανένας τον κοίταζε έκπληκτος, δεν τον είχε ικανό για τέτοιο αληθινό ξέσπασμα.
«Εσάς πάντως σας συμπάθησα στ’ αλήθεια», του είπε ο σύμβουλος.
«Σας ευχαριστώ», είπε ο κύριος Κανένας.
«Εντάξει, δεν υπάρχετε και μάλλον δεν μπορούσατε να γίνετε πρωθυπουργός, το πρόγραμμά σας ήταν κι αυτό ανύπαρκτο. Δεν θα τα καταφέρνατε ποτέ, ήταν αδύνατον», είπε ο σύμβουλος.
«Μα εγώ το ήξερα, σας το είχα πει τόσες φορές», είπε ο κύριος Κανένας μετανιωμένος που δεν άκουσε το ένστικτό του.
«Όμως, να σας πω κάτι;», είπε ο σύμβουλος. «Οι περισσότεροι δεν σχολίασαν την ανυπαρξία του προγράμματος σας με επιχειρήματα και λογικό νου.
Οι περισσότεροι ενοχλήθηκαν από το νεανικό σας κούρεμα και σας κορόιδεψαν, επειδή κοκκίνισαν τα αυτιά σας και έπεσε πάνω σας ξαφνικά νερό. Θεώρησαν επαίσχυντο το ότι κάποια στιγμή δεν ξέρατε τι να απαντήσετε, ενώ ήταν ολότελα σαφές ότι και πριν που απαντούσατε, διαβάζατε κάτι που σας είχαν γράψει άλλοι.
Ίσως και να μην τους πείραζε τόσο αν η συνέντευξη κυλούσε όπως έχουν συνηθίσει, αν τα ψέματα λέγονταν όπως λέγονται καθημερινά.»
Τα δάκρυα του κύριου Κανένα τώρα έτρεχαν σαν ποτάμι. Ο σύμβουλος του χτύπησε την πλάτη τρυφερά.
«Μα να σας πω και κάτι άλλο, κύριε Κανένα; Έχω δει αμέτρητα άτομα να έχουν βρεθεί στη θέση σας. Όμως, εσείς σε κάτι διαφέρετε από όλους. Δεν υπάρχετε. Αφού δεν υπάρχετε, είναι ανύπαρκτος και ο φρικτός διασυρμός σας. Το μίσος τους είναι ανύπαρκτο και ακόμη και αυτή η πληγή στο χέρι σας που αιμορραγεί είναι στην πραγματικότητα ανύπαρκτη», του είπε γλυκά.
Ο κύριος Κανένας κοίταξε το χέρι του. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή σταμάτησε να αιμορραγεί. Κι εκείνη ακριβώς τη στιγμή ο ψυχικός του πόνος, η ταπείνωση και ο εξευτελισμός εξαφανίστηκαν, όπως εξαφανίζεται ένα σύννεφο μετά από μια πολύ δυνατή βροχή.
«Έχετε δίκιο!», είπε και αγκάλιασε τον σύμβουλο. «Γιατί να κάθομαι να ασχολούμαι με όλα αυτά; Γιατί να αξίζει να ασχολούμαι με όλα αυτά; Αφού δεν υπάρχω καν! Είμαι ο κύριος Κανένας!»
Ο σύμβουλος χάρηκε που τον είδε έτσι γιατί πραγματικά τον είχε συμπαθήσει. Περίμενε λίγο να ηρεμήσει και ύστερα του είπε έχοντας βρει κι αυτός ξανά τον ενθουσιασμό του.
«Δεν σας είπα, όμως, για τη νέα μου δουλειά! Δουλεύω τώρα σε έναν εκδοτικό οίκο. Τους είπα ότι έχω σχεδόν έτοιμο το επόμενο ευπώλητο βιβλίο. Θα γράψετε πώς σας κακοποίησε το σύστημα και ποιοι είναι οι αληθινοί υπαίτιοι για την πολιτική αποτυχία σας. Να πείτε και για τους γονείς σας, πώς σας μεγάλωσαν. Αν έχετε κάποιο ενδιαφέρον παιδικό τραύμα, θα είναι υπέροχα…»
«Μη συνεχίζετε! Έξω!», του είπε τότε ο κύριος Κανένας και τον έσπρωξε προς στην πόρτα.
«Ή αν έχετε κάποιο σοβαρό πρόβλημα υγείας…», επέμεινε ο σύμβουλος. «Μιλάμε για χιλιάδες πωλήσεις! Παρουσιάσεις σε όλη τη χώρα! Σκεφτείτε το, έστω…», είπε ο σύμβουλος καθώς έβγαινε κακήν κακώς από την πόρτα.
«Αντίο σας, κύριε. Αντίο για πάντα!», είπε ο κύριος Κανένας και ποτέ στη ζωή του δεν είχε νιώσει τόσο αποφασισμένος.
Έκλεισε την πόρτα με δύναμη.
Τώρα πια ήξερε πως η ωραιοποίηση, το ψέμα και η διαστρέβλωση των γεγονότων είναι θέμα χρόνου να αποβούν επικίνδυνα, τόσο για την ισορροπία του κόσμου όσο και για εκείνον που για προσωπικό όφελος τα χρησιμοποιεί.
Λίγα λεπτά μετά, όταν ο σύμβουλος απομακρύνθηκε, ο κύριος Κανένας βγήκε έξω και αποσύνδεσε το κουδούνι. Και επιτέλους τώρα μπορούσε να πάει στο κρεβάτι του και να ξεκουραστεί εντελώς ήσυχος.