Οι πρόσφατες πρωτοβουλίες του Αλέξη Τσίπρα και της Μαρίας Καρυστιανού επαναφέρουν τις πολιτικές επιλογές της χώρας σε ένα επικίνδυνα περιορισμένο φάσμα. Από τη μία πλευρά, ενισχύονται λόγοι πολιτικού ανορθολογισμού, εύκολης καταγγελίας και συναισθηματικής φόρτισης, οι οποίοι τροφοδοτούν την κοινωνική ένταση χωρίς να οδηγούν σε λύσεις. Από την άλλη, παραμένουν κυρίαρχες δυνάμεις οι οποίες υπερασπίζονται τη θεσμική κανονικότητα και την ευρωπαϊκή πορεία, συχνά όμως χωρίς επαρκές βάθος στο κρίσιμο ζήτημα της παραγωγικής ανασυγκρότησης.
Η αντιπαράθεση αυτή είναι υπαρκτή, αλλά δεν είναι επαρκής.
Εάν το πραγματικό διακύβευμα για τη χώρα είναι η μετάβαση σε μια οικονομία παραγωγής, εξωστρέφειας και δίκαιης κατανομής του πλούτου, τότε η ύπαρξη μίας και μόνο πολιτικής έκφρασης του ορθολογισμού δεν αρκεί. Η δημοκρατία δεν λειτουργεί με μονοπώλια λογικής. Χρειάζεται περισσότερες από μία σοβαρές και αξιόπιστες επιλογές, οι οποίες να συγκλίνουν στην ευθύνη αλλά να διαφοροποιούνται σε προτεραιότητες, πολιτικό ύφος και προτάσεις.
Οι πολίτες χρειάζονται καθαρές διεξόδους. Χρειάζονται πολιτικές επιλογές, οι οποίες υπερασπίζονται την ελεύθερη παραγωγική οικονομία, σέβονται την εργασία και την επιχειρηματικότητα, επιδιώκουν μικρότερο αλλά αποτελεσματικότερο κράτος και μιλούν τη γλώσσα της ευθύνης χωρίς αλαζονεία.
Όταν μεγάλα τμήματα της κοινωνίας δεν βρίσκουν πολιτική έκφραση να συνδυάζει λογική, θεσμικότητα και πραγματική προοπτική παραγωγής, δημιουργείται ένα κενό εκπροσώπησης. Το κενό αυτό δεν παραμένει ουδέτερο. Γεμίζει με απογοήτευση και θυμό, που διοχετεύονται σε απλουστευτικές, συγκρουσιακές ή αντιθεσμικές φωνές. Φωνές οι οποίες δεν προτείνουν λύσεις, αλλά υπόσχονται τιμωρία, εκδίκηση ή εύκολες απαντήσεις σε σύνθετα προβλήματα.
Έτσι, η κοινωνία μετατοπίζεται σταδιακά από τη συζήτηση για το «πώς χτίζουμε» στη λογική του «ποιος φταίει». Από τη λογική της παραγωγής στη λογική της σύγκρουσης. Από τη θεσμική εμπιστοσύνη στην καχυποψία απέναντι σε κάθε μορφή οργάνωσης και ευθύνης.
Η εξέλιξη αυτή δεν εκδηλώνεται κατ’ ανάγκη με ακραίες πράξεις. Εκδηλώνεται με τη διάβρωση της κοινής λογικής, της εμπιστοσύνης στους θεσμούς και της δυνατότητας συνεννόησης μέσα στην κοινωνία.
Και αυτό δεν αφορά μόνο όσους ψηφίζουν. Αφορά και όσους διαμορφώνουν τον δημόσιο λόγο, όσους αντιλαμβάνονται την ύπαρξη πολιτικού κενού και επιλέγουν να το αγνοούν, όσους αντιμετωπίζουν τη σταθερότητα ως αυτοσκοπό και όχι ως αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικών επιλογών.
Χρειαζόμαστε ένα πολιτικό φορέα ο οποίος θα δώσει λύση και διέξοδο στα κεντρώα στρώματα τα οποία θέλουν να έχουν προοπτική χωρίς να αναζητούν προνομιακές σχέσεις με το πολιτικό σύστημα.
Με αυτή την έννοια, η ευθύνη δεν βαραίνει έναν μόνο πολιτικό χώρο. Βαραίνει συνολικά το πολιτικό και δημόσιο σύστημα.
Απόστολος Βλάχος, Οικονομολόγος, Επιχειρηματίας, Πρόεδρος «ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΠΟΡΕΙΑΣ»