Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ έχουν ανοίξει ένα πολεμικό μέτωπο που τα κράτη του Κόλπου είχαν επενδύσει σημαντικό πολιτικό και διπλωματικό κεφάλαιο για να αποτρέψουν. Σήμερα βρίσκονται αντιμέτωπα με μια πραγματικότητα που φοβούνταν: επιθέσεις σε κρίσιμες υποδομές, διαταραχές στις μεταφορές και απειλή για τη φήμη της περιοχής ως ασφαλούς οικονομικού και ενεργειακού κόμβου.
Υπάρχει ωστόσο και μια απρόσμενη συνέπεια της σύγκρουσης. Η εκτεταμένη ιρανική ανταπόδοση φαίνεται να έχει περιορίσει τις ενδο-αραβικές διαιρέσεις που υπήρχαν τους τελευταίους μήνες. Μόλις πρόσφατα τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και η Σαουδική Αραβία στήριζαν αντίπαλες πλευρές σε συγκρούσεις στο Σουδάν και στη νότια Υεμένη. Σήμερα, όμως, οι χώρες του Κόλπου εμφανίζονται περισσότερο συσπειρωμένες: εξοργισμένες με το Ιράν για τις επιθέσεις του, απογοητευμένες από τις ΗΠΑ επειδή αγνόησαν τις προειδοποιήσεις τους και ταυτόχρονα αβέβαιες για το πού οδηγεί η κλιμάκωση.
Οι επιθέσεις της Τεχεράνης σε ενεργειακές εγκαταστάσεις και αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις στην περιοχή δεν είναι τυχαίες. Φαίνεται να εντάσσονται σε μια ευρύτερη στρατηγική πίεσης. Ιρανοί σχολιαστές έχουν υπενθυμίσει ότι το Κουβέιτ υπήρξε σημαντικός οικονομικός κόμβος πριν από το 1991, αλλά δεν ανέκτησε ποτέ πλήρως αυτή τη θέση μετά τον Πόλεμο του Κόλπου. Με αυτή τη λογική, η Τεχεράνη δεν στοχεύει μόνο στη διατάραξη των ενεργειακών αγορών αλλά και στη φθορά της εικόνας του Κόλπου ως περιοχής σταθερότητας. Πρόκειται για έναν τρόπο έμμεσης πίεσης προς την Ουάσινγκτον ώστε να επιστρέψει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.
Τα έξι κράτη του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου βρίσκονται έτσι μπροστά σε ένα δύσκολο δίλημμα. Μια έντονη διπλωματική πρωτοβουλία θα μπορούσε να προκαλέσει την αντίδραση ενός Αμερικανού προέδρου που επιδιώκει καθαρή στρατιωτική νίκη. Ταυτόχρονα, θα μπορούσε να εκληφθεί ως έμμεση νομιμοποίηση ενός καθεστώτος που έχει επιτεθεί ανοιχτά εναντίον τους. Δεν είναι τυχαίο ότι σε πολλές πρωτεύουσες της περιοχής κυριαρχεί η αίσθηση ότι έχουν χάσει την ικανότητα να επηρεάζουν τις εξελίξεις στη δική τους γειτονιά.
Η κατάσταση αυτή έχει τροφοδοτήσει εικασίες ότι ορισμένες χώρες του Κόλπου θα μπορούσαν να εμπλακούν πιο άμεσα στη σύγκρουση. Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα βρίσκονται συχνά στο επίκεντρο αυτών των σεναρίων, ιδιαίτερα μετά την αποτελεσματική άμυνά τους απέναντι σε μεγάλο όγκο ιρανικών επιθέσεων. Παρ’ όλα αυτά, η ηγεσία τους εμφανίζεται ιδιαίτερα επιφυλακτική απέναντι σε μια τέτοια επιλογή.
Η Σαουδική Αραβία, από την πλευρά της, έχει δεχθεί λιγότερα πλήγματα αλλά εξακολουθεί να βλέπει τον εαυτό της ως τη βασική ηγετική δύναμη του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου. Δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι θα αναζητήσει τρόπους να επιβεβαιώσει αυτόν τον ρόλο, ιδίως αν οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώξουν μεγαλύτερη εμπλοκή των περιφερειακών συμμάχων τους. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα μπορούσε να ενεργοποιήσει και τους ανταγωνισμούς μεταξύ των ίδιων των κρατών του Κόλπου για το ποιος αποτελεί τον πιο αξιόπιστο εταίρο της Ουάσινγκτον.
Προς το παρόν, πάντως, η βασική προτεραιότητα των χωρών της περιοχής είναι σαφής: να σταματήσουν οι επιθέσεις, να αποκατασταθούν οι μεταφορικές και ενεργειακές ροές και να περιοριστεί η ζημιά στις οικονομίες τους. Ταυτόχρονα, γνωρίζουν ότι αν το Ιράν εξέλθει από τη σύγκρουση χωρίς ουσιαστικό κόστος, ενδέχεται να αισθανθεί ακόμη πιο ενθαρρυμένο να προχωρήσει τόσο στις περιφερειακές του φιλοδοξίες όσο και στο πυρηνικό του πρόγραμμα του.
Γι’ αυτό και η πιο πιθανή βραχυπρόθεσμη στάση των κρατών του Κόλπου είναι η λεγόμενη «στρατηγική υπομονή». Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και η Σαουδική Αραβία θα παρακολουθούν στενά την εξέλιξη του πολέμου, προσπαθώντας να διαπιστώσουν αν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ διαθέτουν μια συνεκτική στρατηγική και ρεαλιστικούς στόχους.
Αν η έκβαση της σύγκρουσης αρχίσει να γέρνει καθαρά προς τη μία πλευρά, δεν αποκλείεται ορισμένες χώρες του Κόλπου να επιλέξουν μια περιορισμένη συμμετοχή, σε μια στιγμή χαμηλότερου κινδύνου. Αντίθετα, εάν ο πόλεμος μετατραπεί σε μια μακρά και αβέβαιη σύγκρουση φθοράς, είναι πιθανότερο να κινηθούν προς τη διπλωματική διαμεσολάβηση.
Σε κάθε περίπτωση, όσο περισσότερο παρατείνεται ο πόλεμος τόσο περισσότερο υπονομεύεται η εικόνα του Κόλπου ως σταθερού διεθνούς κόμβου. Και ακριβώς γι’ αυτό οι χώρες της περιοχής δύσκολα θα αρκεστούν για πολύ στον ρόλο του παθητικού θεατή. Αν η Ουάσινγκτον δεν παρουσιάσει μια σαφή στρατηγική εξόδου από τη σύγκρουση, τα κράτη του Κόλπου θα επιχειρήσουν σταδιακά να επηρεάσουν τα ίδια την εξέλιξη των γεγονότων – είτε μέσω διπλωματίας είτε, αν κρίνουν ότι το απαιτούν οι περιστάσεις, μέσω πιο ενεργών επιλογών.
Στην πραγματικότητα, το βασικό ερώτημα για τις μοναρχίες του Κόλπου δεν είναι μόνο πώς θα τελειώσει ο πόλεμος, αλλά ποιος θα διαμορφώσει την επόμενη περιφερειακή τάξη. Αν οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ επιβάλουν μια σαφή έκβαση, οι χώρες του Κόλπου θα προσαρμοστούν. Αν όμως η σύγκρουση παραταθεί χωρίς ξεκάθαρη στρατηγική, τότε οι ίδιες θα αναγκαστούν να κινηθούν πιο ενεργά για να προστατεύσουν τα συμφέροντά τους. Σε μια Μέση Ανατολή που αλλάζει γρήγορα, η επιλογή της ουδετερότητας μπορεί να αποδειχθεί προσωρινή πολυτέλεια.
*Ο Θόδωρος Τσίκας είναι πολιτικός επιστήμονας-διεθνολόγος, επικεφαλής του Προγράμματος «Θεωρία και Πρακτική των Διεθνών Σχέσεων» στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ)