Το πρόσφατο συνέδριο του ΠΑΣΟΚ δεν ήταν απλώς μια εσωκομματική διαδικασία ρουτίνας. Πίσω από τις επευφημίες και τις ομιλίες, αποκρυσταλλώθηκε μια στρατηγική απόφαση που φαίνεται να αποτελεί τον «οδικό χάρτη» της Χαριλάου Τρικούπη για το επόμενο διάστημα: η απόλυτη και κατηγορηματική άρνηση συνεργασίας με τη Νέα Δημοκρατία.

Αυτή η στάση δεν πηγάζει μόνο από μια ανάγκη πολιτικής αυτονομίας ή ιδεολογικής περιχαράκωσης. Αντίθετα, εδράζεται σε έναν ψυχρό, σχεδόν μαθηματικό πολιτικό υπολογισμό που φιλοδοξεί να μετατρέψει τη θέση του «δεύτερου» σε θέση ισχύος, εφαρμόζοντας σε εθνική κλίμακα αυτό που πολλοί θεωρούσαν ακατόρθωτο μέχρι τις πρόσφατες αυτοδιοικητικές εκλογές και το «πείραμα του Δήμου Αθηναίων».

Advertisement
Advertisement

Η «συνταγή» της Αθήνας ως εθνική στρατηγική

Στις τελευταίες αυτοδιοικητικές εκλογές, ο Χάρης Δούκας πέτυχε μια ιστορική ανατροπή. Δεν κέρδισε επειδή το ΠΑΣΟΚ εκτοξεύθηκε ξαφνικά σε ποσοστά αυτοδυναμίας στην πρωτεύουσα. Κέρδισε επειδή κατάφερε να γίνει ο υποδοχέας μιας ευρείας, ετερόκλητης αλλά συμπαγούς δυσαρέσκειας απέναντι στην απερχόμενη δημοτική αρχή.

Ο πολιτικός σχεδιασμός του Νίκου Ανδρουλάκη φαίνεται να ακολουθεί ακριβώς αυτό το μονοπάτι. Θα παρουσιαστεί ως το μοναδικό ρεαλιστικό όχημα του αντιμητσοτακικού μετώπου, συσπειρώνοντας πολίτες που θα συνταχθούν μαζί του όχι απαραίτητα από ιδεολογική ταύτιση, αλλά για την ανατροπή. Το ΠΑΣΟΚ επενδύει στην εκμετάλλευση του αντιμητσοτακικού μετώπου, το οποίο ήδη διαμορφώνεται στις παρυφές της κοινωνίας, τροφοδοτούμενο από την ακρίβεια, τα σκάνδαλα, την κρίση στους θεσμούς και την κόπωση της κυβερνητικής θητείας.

Η ανάγνωση των «άλλων»: ΝΔ και Αλέξης Τσίπρας

Αυτή η στρατηγική ανάλυση, ωστόσο, δεν αποτελεί «κρυφό μυστικό» της Χαριλάου Τρικούπη. Πιθανό, την ίδια ανάγνωση έχουν κάνει τόσο το Μέγαρο Μαξίμου όσο και το κυοφορούμενο κόμμα του Αλέξη Τσίπρα.

Στο στρατόπεδο του πρώην Πρωθυπουργού, η προοπτική ενός ισχυρού ΠΑΣΟΚ που θα λειτουργήσει ως «νέος ΣΥΡΙΖΑ» αποτελεί τον βασικό αντίπαλο για την ηγεμονία στον αυτοαποκαλούμενο προοδευτικό χώρο. Από την άλλη πλευρά, η Νέα Δημοκρατία παρακολουθεί τις εξελίξεις με μια ιδιότυπη ψυχραιμία, που κρύβει πίσω της έναν δικό της σχεδιασμό.

Γιατί η ΝΔ «προτιμά» το ΠΑΣΟΚ στη δεύτερη θέση;

Είναι κοινό μυστικό στους πολιτικούς διαδρόμους ότι η Νέα Δημοκρατία σαφώς προτιμά για τη δεύτερη θέση το ΠΑΣΟΚ. Οι λόγοι είναι πολυεπίπεδοι:

Θεσμική προβλεψιμότητα: Παρά τις τρέχουσες κόντρες, το ΠΑΣΟΚ θεωρείται από το κυβερνητικό επιτελείο ένας παίκτης με «συστημική μνήμη» και θεσμική σοβαρότητα, σε αντίθεση με την απρόβλεπτη δυναμική μιας ολικής επαναφοράς του Τσίπρα.

Advertisement

Το οριστικό τέλος του «μπαμπούλα» της Αριστεράς: Μια αναμέτρηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ επαναφέρει το πολιτικό σκηνικό σε έναν παραδοσιακό δικομματισμό, ο οποίος είναι πολύ πιο διαχειρίσιμος επικοινωνιακά για το Μαξίμου.

Η «μη εμφανής» υποστήριξη: Δεν είναι απίθανο η ΝΔ να επιχειρήσει, με τρόπους που δεν θα είναι άμεσα ορατοί, να «πριμοδοτήσει» την κατάληψη της δεύτερης θέσης από το ΠΑΣΟΚ. Στοχεύοντας επιλεκτικά τα βέλη της προς άλλους αντιπάλους ή συντηρώντας ένα κλίμα «διπολισμού» μόνο με τη Χαριλάου Τρικούπη, το κυβερνών κόμμα μπορεί να βοηθήσει το ΠΑΣΟΚ να εδραιωθεί ως η επίσημη αξιωματική αντιπολίτευση, θεωρώντας το έναν πιο «βολικό» αντίπαλο για το μέλλον.

Η παγίδα της πρώτης κάλπης και η ευκαιρία της δεύτερης

Για το ΠΑΣΟΚ η στρατηγική είναι ξεκάθαρη: Καμία συνεργασία με τη ΝΔ μετά τις πρώτες εκλογές. Αρνούμενο να εισέλθει σε ένα σχήμα συγκυβέρνησης ως «συμπλήρωμα» της Νέας Δημοκρατίας στην πρώτη κάλπη, το ΠΑΣΟΚ διατηρεί το ηθικό και πολιτικό πλεονέκτημα του εναλλακτικού πόλου. Με αυτόν τον τρόπο, οδηγεί τη χώρα σε δεύτερες εκλογές, όπου το διακύβευμα αλλάζει ριζικά.

Advertisement

Στη δεύτερη αναμέτρηση, το ΠΑΣΟΚ δεν θα επιδιώξει μόνο τη θετική ψήφο των οπαδών του. Θα επιδιώξει την ψήφο «αντί». Θα απευθυνθεί σε όλους εκείνους τους ψηφοφόρους —από την αριστερά έως το κέντρο— που επιθυμούν την ανατροπή του σημερινού status quo. Όπως συνέβη και στην Αθήνα, οι πολίτες δεν θα συνταχθούν με το ΠΑΣΟΚ επειδή ξαφνικά έγιναν «πράσινοι», αλλά επειδή το ΠΑΣΟΚ, με την προϋπόθεση ότι θα βγει τουλάχιστον δεύτερο, θα είναι το μοναδικό όχημα που μπορεί να επιφέρει την αλλαγή στη διακυβέρνηση.

Στην καλύτερη περίπτωση, η δυναμική αυτή μπορεί να οδηγήσει σε μια εκλογική έκπληξη που θα ανατρέψει τις δημοσκοπήσεις. Αν το ΠΑΣΟΚ καταφέρει να συσπειρώσει το αντιμητσοτακικό ρεύμα, μπορεί να διεκδικήσει ακόμη και την πρωτιά, κεφαλαιοποιώντας τη φθορά των άλλων κομμάτων της αντιπολίτευσης.

Ακόμη όμως και στη «χειρότερη» περίπτωση, όπου η ΝΔ παραμείνει πρώτο κόμμα χωρίς αυτοδυναμία, το ΠΑΣΟΚ θα έχει βγει από τη δεύτερη κάλπη εξαιρετικά ενισχυμένο. Θα έχει λάβει ψήφους που δεν του ανήκουν παραδοσιακά, αλλά του δόθηκαν με την εντολή της ανατροπής.

Advertisement

Συγκυβέρνηση από θέση ισχύος

Το κλειδί της στρατηγικής βρίσκεται στην επόμενη μέρα. Με ένα ισχυρό διψήφιο ποσοστό και έχοντας καταγραφεί ως ο κυρίαρχος πόλος της κεντροαριστεράς, το ΠΑΣΟΚ θα μπορεί να καθίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με εντελώς διαφορετικούς όρους.

Έτσι, αν δεν βγει πρώτο, θα συγκυβερνήσει, αλλά όχι ως «δεκανίκι». Θα είναι ο ρυθμιστής που θα επιβάλλει την ατζέντα του, έχοντας τη λαϊκή νομιμοποίηση ενός μετώπου που ζητά αλλαγή πολιτικής και όχι απλώς εναλλαγή προσώπων.

Το ρίσκο είναι βέβαια μεγάλο. Η πόλωση μπορεί να λειτουργήσει αμφίπλευρα. Ωστόσο, το ΠΑΣΟΚ δείχνει να κατανοεί κάτι που η Νέα Δημοκρατία φαίνεται να υποτιμά: στην πολιτική, η αριθμητική των καλπών συχνά υποτάσσεται στην κοινωνική ψυχολογία. Και η κοινωνική ψυχολογία αυτή τη στιγμή δείχνει ότι το «μοντέλο της Αθήνας» δεν ήταν μια παρένθεση, αλλά ο προάγγελος μιας νέας πολιτικής πραγματικότητας, όπου ο δεύτερος μπορεί, πράγματι, να καθορίσει την τύχη του πρώτου.

Advertisement
Advertisement