Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ δεν είναι ένα ακόμη διοικητικό πρόβλημα. Είναι ένα τεστ αξιοπιστίας για τον τρόπο με τον οποίο το κράτος διαχειρίζεται ευρωπαϊκούς πόρους.

Η συζήτηση γύρω από τον ΟΠΕΚΕΠΕ δεν αφορά πλέον απλώς διοικητικές δυσλειτουργίες ή καθυστερήσεις πληρωμών. Έχει αποκτήσει σαφή πολιτικά χαρακτηριστικά, καθώς οι εξελίξεις των τελευταίων μηνών ενεργοποίησαν ευρωπαϊκούς ελεγκτικούς μηχανισμούς και οδήγησαν σε παραιτήσεις κυβερνητικών στελεχών.

Advertisement
Advertisement

Πρόκειται για μια εξέλιξη που δεν μπορεί να ιδωθεί αποκομμένα από το ευρωπαϊκό πλαίσιο μέσα στο οποίο εφαρμόζεται η νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική. Η πρόσφατη μεταρρύθμισή της θέτει αυξημένες απαιτήσεις διαφάνειας, ελέγχου και λογοδοσίας για όλα τα κράτη μέλη. Σε αυτό το περιβάλλον, τα εθνικά συστήματα πληρωμών δεν κρίνονται μόνο για την ταχύτητα ή τη διοικητική τους επάρκεια, αλλά για την αξιοπιστία τους ως μηχανισμών άσκησης δημόσιας πολιτικής.

Οι επιπτώσεις μιας τέτοιας αμφισβήτησης δεν περιορίζονται στο διοικητικό επίπεδο. Επεκτείνονται στην πολιτική σφαίρα, επηρεάζουν την εμπιστοσύνη των παραγωγών και διαμορφώνουν ευρύτερους όρους λειτουργίας και θεσμικής αξιοπιστίας.

Σε αυτό το πλαίσιο, το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι επιμέρους δυσλειτουργίες. Είναι το κατά πόσο το σύστημα μπορεί να λειτουργεί με όρους προβλεψιμότητας, ιχνηλασιμότητας και θεσμικής ανθεκτικότητας.

Ένα σύστημα που παράγει αβεβαιότητα, παράγει και διαμεσολάβηση

Σε κάθε διοικητικό σύστημα όπου οι διαδικασίες δεν είναι πλήρως κατανοητές, τα στάδια δεν είναι σαφώς ορισμένα και η έκβαση δεν είναι προβλέψιμη, δημιουργείται σχεδόν αναπόφευκτα χώρος για διαμεσολάβηση. Η αναζήτηση ενημέρωσης, διευκρινίσεων ή υποστήριξης μέσω πολιτικών ή διοικητικών διαύλων δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο ως αποτέλεσμα κακής πρόθεσης. Συχνά αποτελεί συνέπεια της ίδιας της δομής του συστήματος. Ένα σύστημα που δεν εγγυάται σαφείς και προβλέψιμους κανόνες δεν περιορίζεται στο να παράγει αβεβαιότητα. Παράγει ανάγκη για παρέμβαση.

Η ελληνική εμπειρία έχει δείξει ότι αυτό δεν αποτελεί μονόδρομο. Οι Πανελλήνιες Εξετάσεις αποτελούν ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα, όπου η τυποποίηση, οι σαφείς κανόνες και ο σαφής περιορισμός της διακριτικής ευχέρειας έχουν συμβάλει στη μείωση της αντίληψης ότι το αποτέλεσμα μπορεί να επηρεαστεί μέσω παρέμβασης. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν προβλήματα. Σημαίνει όμως ότι ο τρόπος οργάνωσης ενός συστήματος μπορεί να περιορίσει ουσιαστικά την ανάγκη για εξωθεσμική παρέμβαση.

Η νέα ΚΑΠ και το ζήτημα της αξιοπιστίας

Η πρόσφατη μεταρρύθμιση της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής μετατοπίζεται σταθερά προς μοντέλα ενισχυμένης λογοδοσίας, συστηματικής παρακολούθησης και αξιολόγησης της απόδοσης, μέσω ενός πλαισίου αξιολόγησης επιδόσεων. Η έμφαση μετατοπίζεται από τη συμμόρφωση στη μέτρηση αποτελεσμάτων.

Advertisement

Για χώρες όπως η Ελλάδα, το ζητούμενο δεν είναι μόνο η τυπική συμμόρφωση με το ευρωπαϊκό πλαίσιο. Είναι η ουσιαστική ενσωμάτωσή του σε διοικητικές πρακτικές που ενισχύουν τη θεσμική αξιοπιστία και τη δημόσια εμπιστοσύνη. Σε διαφορετική περίπτωση, οι ίδιες οι αδυναμίες του συστήματος τείνουν να μετατρέπονται σε πεδίο άτυπων εξαρτήσεων και παρεμβάσεων.

Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η επιλογή μεταφοράς αρμοδιοτήτων από τον ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ. Πρόκειται για μια σημαντική διοικητική παρέμβαση, η οποία όμως δεν συνιστά από μόνη της εγγύηση αλλαγής. Η αξία της θα κριθεί από το κατά πόσο θα συμβάλει στον περιορισμό της διακριτικής ευχέρειας, στην ενίσχυση της ιχνηλασιμότητας και στην αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των διαθέσιμων δεδομένων.

Μικρές τομές, ουσιαστικό αποτέλεσμα

Σε αρκετές περιπτώσεις, τα εργαλεία υπάρχουν ήδη. Το ζητούμενο δεν είναι η επινόηση νέων συστημάτων, αλλά η συνεπής εφαρμογή, ο αποτελεσματικός έλεγχος και ο καλύτερος συντονισμός τους.

Advertisement

Σε αυτό το πλαίσιο, ορισμένες παρεμβάσεις μπορούν να έχουν ουσιαστικό αποτέλεσμα:

  • Βελτίωση της διαφάνειας προς τον παραγωγό ως προς την πορεία των αιτήσεων και των πληρωμών
  • Σαφέστερη τυποποίηση των σταδίων ώστε να μειώνεται η αβεβαιότητα
  • Ενίσχυση της διαλειτουργικότητας μεταξύ υφιστάμενων βάσεων δεδομένων
  • Πιο στοχευμένη αξιοποίηση ψηφιακών και δορυφορικών ελέγχων
  • Δημιουργία μικρών, ευέλικτων ομάδων έργου για την επιτάχυνση συγκεκριμένων βελτιώσεων

Οι παρεμβάσεις αυτές δεν είναι εντυπωσιακές. Είναι όμως ρεαλιστικές, εφαρμόσιμες και σωρευτικές.

Η εμπιστοσύνη ως θεσμικό κεφάλαιο

Τελικά, το ζήτημα δεν είναι μόνο τεχνικό. Είναι βαθιά θεσμικό. Αφορά τη σχέση του παραγωγού με τη διοίκηση και, ευρύτερα, τη σχέση της πολιτικής με την οικονομία.

Advertisement

Όταν ένα σύστημα διαχείρισης δημόσιων και ευρωπαϊκών πόρων τίθεται υπό αμφισβήτηση, η απάντηση δεν μπορεί να είναι αποσπασματική. Το ζητούμενο δεν είναι μόνο περισσότερος έλεγχος. Είναι σαφέστεροι κανόνες, περιορισμός της διακριτικής ευχέρειας και μεγαλύτερη ιχνηλασιμότητα.

Η ενίσχυση της αξιοπιστίας δεν αποτελεί τεχνική επιλογή. Είναι πολιτική προτεραιότητα. Και τελικά είναι αυτή που καθορίζει αν η δημόσια πολιτική λειτουργεί με όρους κανόνων ή με όρους διαμεσολάβησης, όχι μόνο σε εθνικό αλλά και σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Σε αυτό το επίπεδο, οι παρεμβάσεις που απαιτούνται δεν είναι απαραίτητα μεγάλες. Είναι όμως αυτές που διαχωρίζουν ένα σύστημα που λειτουργεί με συνέπεια από ένα σύστημα που απλώς διαχειρίζεται τις αδυναμίες του.

Advertisement

Advertisement

Advertisement