Δεν αμφισβήτησα όπως και η συντριπτική πλειοψηφία του Ελληνικού λαού τις αρχικές αγνές προθέσεις της κυρίας Καρυστιανού.

Μιάς μάνας που ζητούσε την τιμωρία των υπευθύνων για τον θάνατο του παιδιού της και δικαίως φώναζε για τις εγκληματικές παραλείψεις του συστήματος που οδήγησαν σε αυτή την τραγωδία.

Advertisement
Advertisement

Αυτός ο πόνος δεν άφησε ασυγκίνητη την κοινωνία που έγινε αρωγός στον αγώνα της. Στάθηκε αλληλέγγυα στο πένθος της, της συμπαραστάθηκε και η φωνή της έγινε σύνθημα στο στόμα της.

Στην πορεία όμως χάθηκε το μέτρο και υπήρξε μια σύγχυση ρόλων.

Η ανθρώπινη οδύνη της κυρίας Καρυστιανού που μετέτρεψε το πένθος σε πολιτική παρέμβαση όσο βαθιά και σεβαστή κι αν είναι, έχει υπερβεί προ πολλού το όριο της πενθούσας μάνας διεκδικώντας θεσμικό ρόλο χωρίς να έχεις τις προϋποθέσεις, όπως απεδείχθη πρόσφατα με τις δηλώσεις της για τις αμβλώσεις, αλλά και την αμήχανη εικόνα της στην ερώτηση για τον Τράμπ και την Γροιλανδία.

Γιατί δεν μπορείς να «χτίζεις» πολιτική καριέρα εκμεταλλευόμενη την ευαισθησία των πολιτών χωρίς κανένα πολιτικό υπόβαθρο.

Ούτε φυσικά να χρησιμοποιείς τα θύματα της τραγωδίας σαν αναρριχητική σκάλα, για την πολιτική σου σταδιοδρομία.

Ο λόγος της κυρίας Καρυστιανού από κραυγή δικαίωσης μετατράπηκε σταδιακά σε πολιτικό σύνθημα. Ο ανθρώπινος πόνος άρχισε να μπλέκεται με λάβαρα, μικρόφωνα, κάμερες, υπερπροβολή και εναγκαλισμούς με πρόθυμους «συνοδοιπόρους» που είδαν στον πόνο μια πολιτική ευκαιρία. 

Advertisement

Πρώτος και καλύτερος «πρόθυμος» ο Κ. Αρβανίτης ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ που συνόδευσε αλλαμπρατσέτα την κυρία Καρυστιανού να μιλήσει στην ευρωβουλή και τώρα δεν θέλει να την ξέρει.

Δεύτερη η Ζ. Κωνσταντοπούλου της «Πλεύσης Ελευθερίας». Ήθελε να επωφεληθεί και αυτή από την δημοφιλία της. Οι δύο γυναίκες ήταν αχώριστες και πρωταγωνίστησαν στο μεγάλο συλλαλητήριο που έγινε στην πλατεία Συντάγματος. Ποιός μπορεί να ξεχάσει άλλωστε ότι η Κωνσταντοπούλου υπέγραψε την πρόταση της κυρίας Καρυστιανού για προανακριτική επιτροπή που περιλάμβανε την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας.

Αυτή είναι πιο έξυπνη, κρατάει χαμηλούς τόνους. Αν και δεν θέλει ούτε να την βλέπει «Δεν είναι η κύρια Καρυστιανού πολιτικός μου αντίπαλος» δηλώνει.

Advertisement

Τρίτος ο Νίκος Αναδιώτης ευρωβουλευτής της «Νίκης» αυτή την φορά. Την προσκάλεσε και αυτός να μιλήσει στην Ευρωβουλή στον απόηχο των τοποθετήσεων του επιτρόπου Α.Τζιτζικώστα. Εδώ τα πράγματα αλλάζουν. Δεν υπάρχει καμία αντιπαλότητα γιατί ιδεολογικά νιώθει ότι βρίσκεται στο σπίτι της.

Και δεν είναι μόνο τα κόμματα.

Όλοι «έπεσαν» πάνω της και προσδοκούσαν οφέλη από την επιρροή της.

Advertisement

Ο Λαζόπουλος την καλούσε στο τσαντίρι του και την πρότεινε για πρόεδρο της Δημοκρατίας.

Η Γιάμαλη στην δική της εκπομπή την χαρακτήριζε ως «σύμβολο της συνείδησης του κόσμου»

Η Ακρίτα δήλωνε ότι «θα ψήφιζα Καρυστιανού για πρωθυπουργό».

Advertisement

Ο Φοίβος Δεληβοριάς διοργάνωσε συναυλία με εισιτήριο «για την Μαρία» όπως έλεγε στο Καλλιμάρμαρο, παρά τις αντιρρήσεις των υπολοίπων συγγενών.

Advertisement

Δημοσιογράφοι και εκπομπές ενημερωτικές μέχρι πρωινάδικα, είχαν καθημερινά αναφορές στο όνομά της.

Όλα τα κόμματα της αντιπολίτευσης αλλά και ένα τεράστιο κομμάτι του «προοδευτικού» χώρου είχε ταυτιστεί μαζί της και υποστήριζε σθεναρά τις θεωρίες της για βαγόνια που πετούσαν, για ξυλόλια, για αδήλωτους νεκρούς και τόσα άλλα και λιθοβολούσαν όσους τους χαλούσαν το αφήγημα.

Πως όλα αυτά να μην της «φουσκώσουν» τα μυαλά και να μην οραματίζεται τον εαυτό της ως την πρώτη Ελληνίδα πρωθυπουργό.

Advertisement

Δυστυχώς για την ίδια, η τεράστια αποδοχή του κόσμου μετατράπηκε σε έπαρση, ο λόγος της έπαψε να είναι η φωνή της πενθούσας μάνας που λειτουργούσε ως ηθικό ανάχωμα απέναντι στους λανθασμένους κυβερνητικούς χειρισμούς και κάθε μέρα γινόταν περισσότερο πολιτικός με θεωρίες, διαχωριστικές γραμμές, βεβαιότητες που όποιος τολμούσε να διατυπώσει αντίθετη άποψη βαφτιζόταν εχθρός, συνένοχος και υποστηριχτής του συστήματος.

Ξέρετε, το να στέκεται κάποιος ενεργός απέναντι στην αδικία δεν είναι μόνο σωστό, αλλά και αναγκαίο.

Είναι όμως επικίνδυνο η αποδοχή του κόσμου να μετατρέπεται σε επιβεβαίωση του αλάθητου και η απαίτηση για δικαιοσύνη να περιλαμβάνει μόνο το δικό σου αφήγημα και όχι την πραγματική αλήθεια.

Τότε ο αγώνας χάνει την καθαρότητά του και κινδυνεύει να γίνει εργαλείο, ακόμη κι αν δεν υπήρχε τέτοια πρόθεση στην αρχή.

Είναι άλλο η καταγγελία των εγκληματικών ευθυνών του συστήματος κι άλλο η υιοθέτηση ενός απόλυτου πολιτικού λόγου που δεν αφήνει χώρο για διάλογο, για αμφισβήτηση, για ψύχραιμη κρίση σε μια κοινωνία διχασμένη που δεν μπορεί να συνέλθει από το σοκ.

Η κοινωνία έχει ανάγκη από ανθρώπους που διεκδικούν δικαιοσύνη, όχι από εκφραστές της μόνης αλήθειας.

Από φωνές που ενώνουν, όχι από σύμβολα που πολώνουν. 

Γιατί ο πόνος, όσο ιερός κι αν είναι, δεν μπορεί να λειτουργεί ως ασπίδα απέναντι σε κάθε κριτική.

Και τελικά, ίσως το πιο άδικο για την ίδια την τραγωδία των Τεμπών να είναι αυτό. 

Όταν περάσουν κάποια χρόνια ίσως να θυμόμαστε τα Τέμπη όχι για τους 57 νεκρούς, αλλά για το πως μια τραγωδία έγινε εφαλτήριο στις πολιτικές βλέψεις της κυρίας Καρυστιανού.

Πως μπορεί να επισκιαστεί η μνήμη ενός παιδιού από τον δημόσιο ρόλο της μάνας και να αντικατασταθεί το αίτημα για δικαιοσύνη από έναν διαρκή πολιτικό λόγο που καλλιεργεί την ένταση και τον φανατισμό στην προσπάθεια δημιουργίας ενός πολιτικού προφίλ που θα κάνει «γκελ» στην κοινωνία.

Εδώ ο κύκλος κλείνει. Αυτό που ξεκίνησε ως ανάγκη να δοθεί φωνή σε μια τραγωδία, ξεθωριάζει και καταλήγει να υπηρετεί τη διατήρηση ενός προσώπου στο πολιτικό προσκήνιο.

Μιάς ηρωίδας που πίστεψε ότι έγινε μεγαλύτερη από την ιστορία της, τόσο μεγαλύτερη που τελικά την κατάπιε.

*

Οι απόψεις των αρθρογράφων είναι αυστηρά προσωπικές και δεν εκφράζουν κατ’ ανάγκη τις θέσεις του μέσου.