Υπάρχουν μέρες που τελειώνουν χωρίς να θυμόμαστε σχεδόν τίποτα από αυτές. Όχι επειδή δεν συνέβη τίποτα. Αλλά επειδή όλα έγιναν βιαστικά.
Μετακινήσεις, δουλειά, δραστηριότητες παιδιών, υποχρεώσεις, μηνύματα, ειδοποιήσεις, σχέσεις. Ένας κατακερματισμένος τρόπος ζωής που στο τέλος της ημέρας, μας αφήνει με την αίσθηση ότι η μέρα τελείωσε χωρίς να την έχουμε ζήσει.
Στον σύγχρονο δυτικό τρόπο ζωής, το να κάνεις πολλά πράγματα ταυτόχρονα θεωρείται αρετή.
Για να αποκτήσει όμως νόημα μια εμπειρία, χρειάζεται παύση. Χρειάζεται χρόνο για να σταθούμε και να τη σκεφτούμε: τι μου συνέβη, πώς με άγγιξε, τι σημαίνει αυτό για μένα. Όταν αυτός ο χρόνος δεν υπάρχει, τα γεγονότα δεν μετατρέπονται σε εμπειρίες. Παραμένουν απλές καταγραφές.
Δεν είναι ότι δεν μας συμβαίνουν πράγματα. Μας συμβαίνουν πολλά. Αυτό που λείπει είναι η δυνατότητα να τα μεταβολίσουμε. Και τότε συσσωρεύονται συναισθήματα χωρίς όνομα. Σκέψεις χωρίς χώρο. Εμπειρίες χωρίς αφήγηση.
Για να υπάρξει εμπειρία, δεν αρκεί να συμβεί. Χρειάζεται να ειπωθεί μέσα μας. Να πάρει θέση σε έναν εσωτερικό διάλογο: τι μου συνέβη, τι ένιωσα, τι σημαίνει αυτό για μένα. Όταν δεν υπάρχει χρόνος για αυτή τη συνομιλία με τον εαυτό, ο εσωτερικός διάλογος σιωπά. Και μαζί του σιωπά και η αίσθηση ταυτότητας. Δεν ξέρουμε πια ποιοι είμαστε. Ξέρουμε μόνο τι πρέπει να κάνουμε.
Έτσι δημιουργείται ένα εσωτερικό φορτίο που δεν έχει μορφή, αλλά βάρος. Μπορεί να μοιάζει με μούδιασμα, με αίσθηση κενού, με εκνευρισμό χωρίς σαφή λόγο, με μια διαρκή κόπωση. Είμαστε παντού και πουθενά.
Όταν ο άνθρωπος ζει σε διαρκή υπερεγρήγορση, το νευρικό του σύστημα μαθαίνει να λειτουργεί σαν να βρίσκεται συνεχώς μπροστά σε απειλή. Μια αδιάκοπη αίσθηση «πρέπει», «τώρα», «δεν προλαβαίνω».
Το σύστημα επιβίωσης παραμένει μόνιμα ενεργό. Το σώμα προετοιμάζεται για δράση ακόμη κι όταν δεν υπάρχει κάτι συγκεκριμένο από το οποίο να πρέπει να σωθεί. Αυτό σημαίνει αυξημένο στρες, συνεχή εγρήγορση, δυσκολία χαλάρωσης. Ένα σώμα που επιβιώνει δεν έχει πολυτέλεια για νόημα. Ούτε για στοχασμό, ενσυναίσθηση, φαντασία, δημιουργικότητα.
Ζούμε σε μια εποχή που μας λέει διαρκώς ότι, αν οργανωθούμε καλύτερα,όλα θα γίνουν πιο εύκολα. Όταν όμως, ολόκληρες κοινωνίες αρχίζουν να συζητούν σοβαρά τη μείωση των ημερών εργασίας, αυτό ίσως κάτι λέει για το πόσο αφύσικος έχει γίνει ο τρόπος που ζούμε.
Γονείς που αφήνουν τα παιδιά τους στο σχολείο το πρωί και δεν προλαβαίνουν να πουν καλά καλά καλημέρα, γιατί πρέπει να φτάσουν εγκαίρως στη δουλειά και να είναι παραγωγικοί. Άνθρωποι που τρώνε βιαστικά, που μιλούν κοιτάζοντας οθόνες, που απαντούν σε μηνύματα την ώρα που είναι με αγαπημένα πρόσωπα.
Υπάρχει μια σιωπηλή εντολή: να χωράμε όλο και περισσότερα σε όλο και λιγότερο χρόνο. Κι όμως, το να γεμίζω τη μέρα μου δεν σημαίνει ότι τη ζω. Το να κάνω πολλά δεν σημαίνει ότι απολαμβάνω.
Δεν είναι τυχαίο ότι, μέσα σε αυτή τη συνθήκη, αρχίζουν να εμφανίζονται έννοιες που μας καλούν σε επιβράδυνση. Κινήματα όπως το Slow Food International, αλλά και η ευρεία διάδοση πρακτικών όπως το mindfulness, μοιάζουν να εκφράζουν μια συλλογική ανάγκη: να επιστρέψουμε σε πιο αργούς και συνειδητούς ρυθμούς.
Παλαιότερα, σε πολλές γειτονιές, ο ρυθμός της ζωής δεν ήταν αποκλειστικά ατομική υπόθεση, εμπεριείχε τη σχέση. Υπήρχαν βλέμματα, καλημέρες, άνθρωποι που ήξεραν αν λείπεις, αν δεν είσαι καλά, αν χρειάζεσαι κάτι.
Ο ρυθμός δεν ρυθμιζόταν μόνο από ρολόγια και προγράμματα. Ρυθμιζόταν μέσα από την αλληλεπίδραση, μέσα από τις σχέσεις.
Σε πολλές κουλτούρες, ο ρυθμός θεωρείται σημαντικότερος από την ταχύτητα. Δεν έχει αξία πόσο γρήγορα κινείται κανείς, αλλά αν κινείται σε αρμονία με αυτό που αντέχει το σώμα και η ψυχή. Ο ρυθμός δεν είναι επίδοση, είναι συντονισμός.
Η αργή κίνηση φέρνει βαθιά παρουσία. Ίσως αυτό ακριβώς να βρίσκεται και στον πυρήνα της θεραπευτικής διαδικασίας: όχι να τρέξουμε να αλλάξουμε τον εαυτό μας, αλλά να μείνουμε αρκετά ώστε να τον συναντήσουμε.
Όταν δεν υπάρχει χρόνος να σταθούμε, δεν υπάρχει χρόνος να αφουγκραστούμε τον εαυτό μας. Δεν υπάρχει χρόνος να ρωτήσουμε: ποιος είμαι, τι θέλω, τι αντέχω, τι έχει νόημα για μένα. Κι έτσι, σιγά σιγά, αρχίζουμε να ζούμε ζωές χωρίς ερωτήσεις. Ζωές γεμάτες δραστηριότητα, αλλά φτωχές σε παρουσία.
Ίσως η ζωή να μην χάνεται επειδή δεν έχουμε χρόνο. Ίσως να χάνεται επειδή δεν μένουμε σε μια ανάσα, σε ένα βλέμμα, σε μια στιγμή. Τελικά, τι αξίζει πραγματικά να χωράει σε μια ζωή;