Πόσες προσλήψεις μπορεί να έχει ένα γεγονός που η εκκλησιαστική εμπειρία το ονομάζει καθολικό, δηλαδή αναφερόμενο σε όλους; Πόσες αναγνώσεις, πόσες ιδεολογικές χρήσεις, πόσες ιδιωτικές ερμηνείες για ένα συμβάν που δεν περιορίζεται σε θρησκευτικό έθιμο, αλλά προτείνει τρόπο υπάρξεως; Η Ανάσταση δεν εγγράφεται σε τιμοκαταλόγους ούτε εξαντλείται σε επικαιρικές αναφορές. Ωστόσο εμείς επιμένουμε να τη συρρικνώνουμε στα μέτρα της συγκυρίας.

Το Πάσχα χαρακτηρίζεται ως εορτή φωτός. Μόνο που το φως αυτό, στη σύγχρονη εμπειρία, υποκαθίσταται από την ένδειξη καυσίμου στο ταμπλό του αυτοκινήτου. Ο άνθρωπος σκύβει πάνω από το πορτοφόλι του με αγωνία όχι λιγότερη από εκείνη με την οποία άλλοτε άναβε το κερί της Λαμπρής. Θα επαρκέσουν τα χρήματα για τη μετάβαση στο χωριό; Θα αντέξει ο οικογενειακός προϋπολογισμός το εορταστικό τραπέζι; Θα υπάρξει περίσσευμα για τα στοιχειώδη της παράδοσης ή θα αρκεστούμε σε μια συμβολική συμμετοχή; Η γιορτή μεταφράζεται σε άσκηση επιβίωσης.

Advertisement
Advertisement

Τα μεγάλα καταστήματα τροφίμων λειτουργούν πλέον ως εκθετήρια αφθονίας στην οποία δεν μετέχουμε. Περιδιαβαίνουμε τους διαδρόμους όπως κάποιος που παρατηρεί αντικείμενα πίσω από γυάλινη προθήκη. Η κατανάλωση μετατρέπεται σε θέαμα και ο πολίτης σε θεατή της αδυναμίας του. Δεν αγοράζει. Συγκρίνει, υπολογίζει, αφαιρεί. Το καρότσι γίνεται μέτρο ανεπάρκειας και η χαρά υποβιβάζεται σε λογιστική πράξη. Ανάμεσα στα κόκκινα αυγά και στα τσουρέκια παρεμβάλλεται η ψυχρή αριθμητική.

Την ίδια στιγμή, στον τόπο όπου η εκκλησιαστική παράδοση μαρτυρεί ότι ακούστηκε για πρώτη φορά το «Χριστός Ανέστη» ως γεγονός υπέρβασης του θανάτου και όχι ως τυπική ευχή, οι πύλες παραμένουν κλειστές για λόγους ασφαλείας. Το παράδοξο είναι εύγλωττο. Στον χώρο όπου διακηρύχθηκε η ελευθερία από τον φόβο, θεσμοθετείται η προτεραιότητα της αυτοπροστασίας. Και αντί η ανθρώπινη ύπαρξη να αναφέρεται στο θείο ως πηγή εμπιστοσύνης, αναλαμβάνει η ίδια να εγγυηθεί την προστασία Του. Σαν να εξαρτάται η αλήθεια του Θεού από τεχνικά μέσα και διοικητικές ρυθμίσεις. Σαν να έχει η παντοδυναμία ανάγκη ανθρώπινης επιτήρησης.

Η Ιστορία δεν επαναλαμβάνεται μηχανικά, όμως η υπαρξιακή αγωνία διατηρείται. Ο φόβος προηγείται ως αυτονόητη στάση και η πίστη έπεται ως συμπλήρωμα. Και ενώ σε κάποια γωνιά του πλανήτη μαίνεται πόλεμος, οι συνέπειες δεν περιορίζονται σε γεωγραφικά σύνορα. Αγγίζουν το τραπέζι μας, τον λογαριασμό του ρεύματος, την τιμή του ψωμιού. Ο κόσμος έχει καταστεί ενιαίος χώρος αλληλεξάρτησης. Η Ανάσταση συναντά την ανασφάλεια της καθημερινότητας.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο δημόσιος λόγος της αγοράς υπενθυμίζει ότι η εορτή οφείλει να επιβεβαιωθεί μέσω κατανάλωσης. Η αγάπη υπονοείται ως αποτέλεσμα γαστρονομικής επάρκειας και η τρυφερότητα μετριέται σε θερμίδες. Η χαρά συσκευάζεται, τιμολογείται, προσφέρεται ως προϊόν. Αν δεν συμμετάσχεις στην κατανάλωση, μοιάζει να αποκλείεσαι από το βίωμα. Η εορτή μετατρέπεται σε υποχρέωση συμμόρφωσης.

Κι όμως, η Εκκλησία ως κοινότητα σχέσης και όχι ως ιδεολογικός μηχανισμός επιμένει σε μια άλλη ανάγνωση. Η Ανάσταση δεν είναι κοινωνικό έθιμο ούτε ευκαιρία επίδειξης. Στο θεολογικό της βάθος αφορά τη δυνατότητα του ανθρώπου να εξέλθει από την αυτάρκεια του εγώ, να αναστηθεί από την πτώση της απομόνωσης, να μεταβάλει τον τρόπο με τον οποίο υπάρχει. Δεν πρόκειται για ανάμνηση ενός παρελθόντος συμβάντος, αλλά για πρόταση μετοχής σε έναν τρόπο ζωής που δεν εξαντλείται στη συγκυρία.

Η Ορθόδοξη Παράδοση δεν περιορίζεται σε ιστορική αναφορά. Προτείνει εμπειρία σχέσης, κοινωνία προσώπων, υπέρβαση της ατομικής αυτάρκειας. Η Ανάσταση δεν είναι πυροτέχνημα στιγμιαίου ενθουσιασμού. Είναι κλήση μεταμόρφωσης. Ο άνθρωπος καλείται να αντικρίσει την αδυναμία του χωρίς να την απολυτοποιήσει, να αναγνωρίσει το σφάλμα χωρίς να ταυτιστεί με αυτό, να εξέλθει από τον εγκλωβισμό του φόβου. Πόσο εφικτό είναι αυτό σε μια εποχή όπου η καθημερινότητα επιβάλλει ρυθμούς ασφυκτικούς; Όταν η απαξίωση της πίστης εκλαμβάνεται ως ένδειξη εκσυγχρονισμού και η εσωτερική αναζήτηση θεωρείται περιττή; Κι όμως, η ανάγκη για ειρήνη δεν εξαλείφεται. Όχι απλώς για απουσία θορύβου, αλλά για συμφιλίωση. Με τον εαυτό μας, με τον άλλον, με τον Θεό ακόμη κι αν το όνομά Του προκαλεί αμηχανία.

Το κρίσιμο ερώτημα δεν αφορά το εορταστικό μενού ούτε τον τόπο των διακοπών. Αφορά τη δυνατότητα της καρδιάς να απαλλαγεί από την καχυποψία, από τον κυνισμό, από την πεποίθηση ότι όλα αποτιμώνται χρηματικά. Αν θα προκρίνουμε τη διάρκεια αντί της στιγμής, το ουσιώδες αντί του επιφανειακού. Σε εποχές όπου η πίστη αντιμετωπίζεται ως κατάλοιπο άλλων χρόνων, ίσως η αληθινά ριζοσπαστική στάση να είναι η εσωτερική στροφή. Η αναζήτηση νοήματος πέρα από την καλοπέραση. Η σιωπηλή παραδοχή της ανάγκης για βοήθεια.

Η Ανάσταση δεν αναιρεί αυτομάτως τις δυσκολίες ούτε παύει τις συρράξεις. Δεν επιλύει μαγικά τα οικονομικά αδιέξοδα. Προσφέρει όμως προοπτική νοήματος. Διακηρύσσει ότι το σκοτάδι δεν είναι οριστικό και ότι ο άνθρωπος δεν εξαντλείται στον ρόλο του διαχειριστή αριθμών.  Ίσως, τελικά, το δυσκολότερο Πάσχα να είναι εκείνο που απαιτεί από εμάς εσωτερική μεταστροφή. Να αποσπάσουμε το βλέμμα από τις προθήκες και να το στρέψουμε στον εσωτερικό χώρο όπου δεν κυριαρχεί η αγοραία λογική. Εκεί όπου η ειρήνη δεν αποτελεί αντικείμενο συναλλαγής, αλλά δωρεά σχέσης. Και αναμένει την ελεύθερη αποδοχή της.