Πήρε τα πάντα ο χρόνος φόνος
Τέρμα του δρόμου
Μού΄μεινε μόνο
νόστος για κείνα
που δεν έζησα
Βασιλική Πετρούδη, Συνήχηση
1.Αναρωτιέμαι αν από τ’ αγαπημένα βιβλία της νιότης [αστυνομικά, περιπέτειας κλπ] τα ποιήματα ασκούσαν μεγαλύτερη επιρροή [1]. Αν πράγματι τα λευκώματα με ποιήματα μας γοήτευαν περισσότερο, αυτό οφειλόταν στο ότι είχαν ερωτικό περιεχόμενο ή μήπως μας ιντριγκάρανε τα ποιήματα του περιθωρίου [2] και της ανυπακοής; [3]
Κι αν έτσι συνέβαινε τότε, σήμερα γιατί, ως ώριμοι πλέον, συνεχίζουμε να διαβάζουμε ποίηση [4] ή γιατί μας ενδιαφέρει «η λοξή ματιά του ποιητή» στα γεγονότα; [5]
Δεν ξέρω αν ζούμε σ’εποχή παρακμής της δημιουργικής γραφής, αλλά και της ανά-γνωσης ή της αμφισβήτησης της πρόθεσης του κάθε συγγραφέα[intentional fallacy] [6], ούτε αν η μετα-ποίηση και ο νεο-σουρεαλισμός δεν εμπνέουν όσο παλαιότερα.
Αναρωτιέμαι όμως για το χρόνο διάρκειας ζωής ή έστω επίδρασης των κλασσικών βιβλίων [7] και συναφώς για το ποιά είναι η διαχρονική αναγνώριση από την κοινή γνώμη των ποιητών [8], μειζόνων ή ελάσσονων [9]
Επειδή η κάθε γενιά επηρεάζεται διαφορετικά από τις τέχνες και τα γράμματα [10] πιστεύω ότι λειτουργούν μηχανισμοί που παρατείνουν τη λογοτεχνική «αξία» των δημιουργών [11], ανεξάρτητα από την πραγματική απήχησή τους.
Οι «εαυτότητες χωρίς εαυτό» [12], το ποιητικό Εγώ και το Εγώ του ποιητή, εικονοποιημένο ή «κατασκευασμένο», αξίζουν να επιβιώσουν μέσα στο χρόνο μόνον εάν υπηρετούν το τραγικό ερώτημα: «Πώς μπορεί να ζήσει κάποιος γνωρίζοντας το τέλος του;» [13], δηλαδή αν η Ποίηση λειτουργεί σαν ένα υπαρξιακό αντικλείδι, που δεν ηθικολογεί και δεν διδάσκει [14], αλλά ανα-στοχάζεται συνεχώς, όχι τον εαυτό της, αλλά την ανθρώπινη μοίρα.
2.Το κοινό πεπρωμένο,δηλαδή ο θάνατος, ως πένθος με τελετουργικό, ως απώλεια και λύτρωση [15], προκαλούν έντονα συναισθήματα, αρκεί η ποιητική γραφή ν’αποτυπώνει σωστά την οδύνη. Η τέχνη της ποίησης εισέρχεται μέσα στο νόημα του θανάτου, αν κι εφόσον ο δημιουργός διαθέτει την ικανότητα να περ-γράφει τις «στιγμές τέλους» [16], χωρίς φιοριτούρες ή μεγαλοστομίες. Μέσω του θανάτου μπορεί ο καλός ποιητής να δώσει νόημα στη ζωή, ανεξάρτητα αν το περιεχόμενο του νοήματος είναι κόκκινο [17], γκρίζο [18] ή χαοτικό [19]
«3.Χρειάζεται όμως ιδιαίτερη προσοχή να μην υποκύψει ο ποιητής σε περιττή [ναρκισσιστική;] αυτοαναφορικότητα που συνιστά μία «ποιητικοπαγίδα» 20], καθώς παρακάμπτει το κρίσιμο ερώτημα «ποιόν τέρπει και ποιόν ωφελεί η ποίηση;» [21]
Ο ποιητής δεν πρέπει να λειτουργεί σαν «κατά συρροήν και κατ’επάγγελμα» δημιουργός λέξεων [Δ.Πιστικός], ούτε να ικανοποιείται από τη δικαίωση [;] που του παρέχει ένας κύκλος ειδικών. Η αίσθηση της κοινωνικής αδιαφορίας ή απόρριψης δεν πρέπει να οδηγεί τους ποιητές σε αντίστοιχη απόρριψη της κοινωνίας [22] και σε μία sui generis βίωση της πραγματικότητας.
Από την άλλη οι κριτικοί, με την εμπάθεια και τις προκαταλήψεις τους, τη φλυαρία και τους υπαινιγμούς τους [23]δεν συμβάλλουν στην αποφυγή της υπερ-βολικής επιτήδευσης [24] και στην ανάπτυξη ενός ποιητικού ήθους
4.Μ’αυτά και μ’αυτά συχνά αναπτύσσεται ένας «μιζεραμπιλισμός» για το παρόν ή μιά απλουστευτική νοσταλγία [25], που καταλήγουν στην ανάγκη αυτο-προβολής, μέσα από γλωσσοπλασίες παραδοξότητας [26] ή προσωπικές [οιονεί ιδεοληπτικές] προσεγγίσεις της ζωής [27]
Όμως «η δρώσα Ποίης» ’[28]δεν ταυτίζεται με «ένα αγεωμέτρητο ποίημα» [29], το οποίο καθιστά τον ποιητή» κάποιον άλλον [30] [π.χ ο τρελλός του παγκοσμιοποιημένου χωριού, ο λευκανθείς κόραξ (31), ο φιλόσοφος στοχαστής (32) κλπ]
Ούτε οφείλει ο σύγχρονος ποιητής να συνοδεύεται από μάνατζερ, λογιστή ή και ψυχαναλυτή [33] ή να ενδιαφέρεται μόνο για το πως θα ποζάρει στα ΜΜΕ.
5.Αν η Ποίηση είναι Επι-κοινωνία και Καθρέφτης, όπου ανακαλύπτουμε το είδωλό μας [34],το κρίσιμο ερώτημα που προκύπτει είναι «ποιό ακριβώς είναι το αληθινό πρόσωπό μας και ποιό το είδωλο που αντανακλά η Ποίηση;»
Από την ποίηση της Οικολογίας [35] και του νερού [36] κι από τα παραμύθια της ποίησης [37] μέχρι την Ποίηση ως υποκατάστατο του Θεού πάνω στη Γη [38], μπορούμε να δεχτούμε ότι ο ποιητής «ταξιδεύει πάνω σε σχεδίες λέξεων» [Μανόλης Χατζηνάκης], «ακονίζει χωρίς να θεραπεύει το πένθος» [Βαγγ.Αλεξόπουλος], «δημιουργεί από το Τίποτα» [Γ.Πατίλης], αν όμως θέλουμε «η ποίηση να παραμείνει ακριβή κληρονομιά» της ανθρωπότητας [Γ.Πισσάνης] πρέπει «ο γρίφος του άγραφου» [Αντ.Φωστιέρης] να μην κινείται σε πεδίο αδήλωτης ουτοπίας, αλλά στο επίπεδο της υπαρξιακής αγωνίας για το νοήμα και την ουσία του πεπερασμένου χρόνου μας.
Διαφορετικά θα ισχύει η δυσοίωνη προφητεία «τα καλύτερα ποιήματα έχουν ήδη γραφτεί και κανείς δεν έχει χρόνο να τα διαβάσει-λοιπόν γιατί προσπαθούμε να γράψουμε κι άλλα;» [39]
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ-ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ*
[1]πρβλ.Τάκης Ψαράκης, Το Β το Καλό-το Β του βιβλίου,Φυλλάδια μικρής βιβλιοφιλίας-3,Αθήνα 2003
[2]Μαρία Τοπάλη, Εξόριστες από τον ‘κανόνα’[Κατερίνα Γώγου κ.ά], Καθημερινή Κυριακής 22/3/26
[3]βλ.Βαγγ.Χατζηβασιλείου,Τα χρώματα του κύβου-σταθμοί της ελληνικής πεζογραφίας 1866-2023, Πατάκης 2025,174 [για Νίκο Καββαδία]
[4]βλ.Βαρβάρα Ρούσσου, Γιατί διαβάζουμε ακόμα ποίηση; oanagnostis.gr 27/3/26
[5]Γ.Δήμος, συνέντευξη με Γ.-Ικ.Μπαμπασάκη στην Κυψέλη των βιβλίων και των ιδεών, athensvoice.gr 12/3/26-πρβλ.Χρύσα Κουράκη, Η επαναδιαπραγμάτευση της ποίησης, oanagnostis.gr 5/3/26
[6]Κ.Βλαχογιάννης, Δημιουργία και αποστασιοποίηση:για την ηθική της σιωπής στη δημόσια λογοτεχνική πράξη, bookpress.gr 1/2/26
[7]Ευάγγ.Γ.Ρόζος, Λογοτεχνικά μελετήματα,Αθήνα 2001,7-9
[8]οπ.π., 8
[9]οπ.π., 9,20
[10]οπ.π., 24
[11]οπ.π., 12
[12]Κατερ.Σχινά, Οι Μεσοτοιχίες του Μισέλ Φά’ι’ς,oanagnostis.gr 5/3/26-πρβλ. «θα φύγω κάποτε κι εγώ λυπημένος, χωρίς να μάθω ποτέ ποιός είμαι» [Τάσος Λειβαδίτης,Μικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα,1987]
[13]βλ.Αλέξης Σταμάτης, Λεβέντισσα τέχνη,Βήμα Κυριακής 15/3/26
[14]πρβλ. Θ. Θ. Νιάρχος, Αντικλείδι, πρόλ. Σωτ. Δημητρίου/Π.Ευθυμίου, επιμ.Μένης Κουμανταρέας/Αλεξ.Αργυρίου, Οδός Πανός 2025-πρβλ.Ντ.Σιώτης, Ποίηση:τι είναι και τι δεν είναι, Νέα-βιβλιοδρόμιο 21-22/3/26-πρβλ.συνομιλία Μ.Βαγιωνάκη και Νεκτ.Μενδρινού, Εμβόλιμον 105-106/25,13 [διδάσκεται η ποίηση;]
[15] βλ.μ.ά.Εύα Μαθιουδάκη,Πού τώρα; Ποιός τώρα; Πότε τώρα;,Βήμα Κυριακής 8/2/26-Αγάθη Γεωργιάδου, Ο θάνατος γράφει ποίηση, oanagnostis.gr 5/2/26
[16]Τασούλα Επτακοίλη, Ό,τι μας πονάει ζητάει να ειπωθεί [βιβλίο Φ.Τσαλίκογλου, Ο Ιωσήφ ήρθε μετά,Καστανιώτης 2025],Καθημερινή Κυριακής 25/1/26
[17] Γ.Πανούσης, «Ποιητικός» θάνατος ή αθάνατοι στίχοι; ,fractalart.gr 12/10/22
[18]A nne Carson.Αυτοβιογραφία του κόκκινου,μτφ.Χ.Βλαβιανός, Πατάκης 2025
[19] πρβλ.Κ.Λουκόπουλος, Κάτω χώρες, Έναστρον 2025-Χρ.Κιτσίδης, Κινούμενη Λαβύρινθος, ΑΩ 2025
[20] Ν.Σαλτέρης, Εμβόλιμον, οπ.π., 118 [για Βαγγ.Αλεξόπουλο]-Βαγγ.Χατζηβασιλείου, οπ.π.,148
[21] Αντ.Μακρυδημήτρης,ποίημαwozy dichter? [why poets?][Martin Heidegger]
[22] Ε.Α.Ρόζος,οπ.π, 68
[23]οπ.π.,14-16
[24]οπ.π.,28-29
[25] Νίκος Παναγιωτόπουλος, Απρόσωπες εξομολογήσεις-ένας κοινωνικός αποστάτης ως κοινωνιολόγος, Παπαζήσης 2026,34, 36
[26] οπ.π., 135
[27]οπ.π.,194
[28] πρβλ.Ζαχ.Κατσακός, Η επιτελεστική ποίηση ως αντικείμενο θεωρίας και πράξης [Γεωργία Βεληβασάκη, Performance poetry-επιτελεστική ποίηση-action λόγου ως άξιον λόγου, Γράφημα,Θεσσαλονίκη 2022], fractalart.gr 28/1/26
[29]Γ.Βέλτσος, Γράμμα σ’εναν νέο ποιητή, Βήμα Κυριακής 25/1/26
[30]Παντ.Μπουκάλας, Ο σαρκασμός σαν ποιητικό αντίδοτο, Καθημερινή Κυριακής 15/2/26
[31] πρβλ.Γ.Σκαμπαρδώνης, Όταν ο κόραξ λευκανθεί,Νέα 21-22/2/26
[32] Παντ.Ζούρας, «ως πράξη αντίστασης» [Στ.Χρ.Αναστασόπουλος,Η φωνή του αυθεντικού στοχαστή,Κάκτος 2025], fractalart.gr 29/1/26
[33] πρβλ.Don DeLillo, Κυνηγόπουλο, μτφ.Απ.Πρίτσας, Gutenberg 2025
[34] Ντ.Σιώτης, οπ.π.
[35] Δ.Πετροδασκαλάκης, Εμβόλιμον,οπ.π.,30
[36] Ν.Προσκεφαλάς, οπ.π.,35-Μ.Σκουρολιάκου, οπ.π.,43-πρβλ. Δ. Πιστικός [Μικρό ελεγείο]
[37] Βαγγ.Χατζηβασιλείου, οπ.π.,145 [για Μέλπω Αξιώτη]
[38] αναφέρεται από Ε.Α.Ρόζο, οπ.π,64-65 [για Ετιέν Τραππιστού]
[39] Λίντα Πάσταν, Ξαναδιαβλαζοντας τον Φροστ
*οι αναφορές στις ιστοσελίδες έχουν τη χρονολογία της αναζήτησης κι όχι της ανάρτησης