Ο παγκόσμιος χάρτης μεταβάλλεται με ταχύτητα και αβεβαιότητα.  Σημαντικά γεγονότα διαδραματίζονται γύρω μας όπως ο πόλεμος στην Ουκρανία, η σύγκρουση στη Λωρίδα της Γάζας, οι εξεγέρσεις στο Ιράν, οι γεωπολιτικές εντάσεις στην Αφρική και την Ασία, οι νέες ενεργειακές και εμπορικές συμφωνίες, η κλιματική κρίση και οι μεταναστευτικές ροές.

Καθώς οι ισορροπίες αλλάζουν, ένα ερώτημα παραμένει ενοχλητικά επίκαιρο: Ποιοι κάθονται στο τραπέζι των αποφάσεων και ποιες απουσιάζουν;

Advertisement
Advertisement

Η απάντηση, και πάλι είναι η ίδια, παρά τη ρητορική περί ισότητας και ίσων ευκαιριών. Οι γυναίκες εξακολουθούν να είναι απούσες από τις επίσημες ειρηνευτικές διαδικασίες.

Τα στοιχεία που έχουμε στη διάθεσή μας δεν επιδέχονται αμφισβήτηση, με βάση τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, την περίοδο 1992–2019 οι γυναίκες αποτελούσαν μόλις το 13% των διαπραγματευτών, το 6% των μεσολαβητών και το 6% των υπογραφόντων ειρηνευτικών συμφωνιών παγκοσμίως.

Ακόμη και την τελευταία δεκαετία, παρά τη σχετική βελτίωση, τα ποσοστά παραμένουν χαμηλά. Σε πολλές ειρηνευτικές αποστολές, οι γυναίκες συμμετέχουν κυρίως ως σύμβουλοι ή παρατηρήτριες, χωρίς ουσιαστική επιρροή στη διαμόρφωση της τελικής συμφωνίας.

Η Παγκόσμια έρευνα που διενήργησαν πρόσφατα τα Ηνωμένα Έθνη και το UN Women σχετικά με το Ψήφισμα 1325 εξέτασαν 40 ειρηνευτικές διαδικασίες μετά τον Ψυχρό Πόλεμο και κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι όταν οι γυναίκες συμμετέχουν στις διαπραγματεύσεις, η πιθανότητα μια συμφωνία ειρήνης να διαρκέσει τουλάχιστον 15 χρόνια αυξάνεται κατά 35%.

Με απλά λόγια, όπου συμμετέχουν γυναίκες, οι συμφωνίες ειρήνης έχουν σημαντικά μεγαλύτερες πιθανότητες να αντέξουν στον χρόνο.

Αναλυτικότερα, για να γίνει κατανοητό τι σημαίνει το Ψήφισμα 1325 του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών για τις «Γυναίκες, Ειρήνη και Ασφάλεια» όπως εγκρίθηκε ομόφωνα στις 31 Οκτωβρίου 2000, αναφέρεται ότι :«ήταν το πρώτο επίσημο και δεσμευτικό έγγραφο του Συμβουλίου Ασφαλείας που απαίτησε από τα συμβαλλόμενα μέρη σε μια σύγκρουση να αποτρέπουν παραβιάσεις των δικαιωμάτων των γυναικών, να υποστηρίζουν τη συμμετοχή τους στις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις και την ανασυγκρότηση μετά τη σύγκρουση και να προστατεύουν τις γυναίκες και τα κορίτσια από τη σεξουαλική βία κατά τη διάρκεια του πολέμου».

Advertisement

Σε αυτό το πλαίσιο, περισσότερα από 100 κράτη έχουν υιοθετήσει Εθνικά Σχέδια Δράσης για την εφαρμογή του ανωτέρω Ψηφίσματος. Και η Ελλάδα ολοκλήρωσε και παρουσίασε το 2024 το 1ο Εθνικό Σχέδιο Δράσης «Γυναίκες, Ειρήνη και Ασφάλεια (2023–2028)», θέτοντας συγκεκριμένους πυλώνες παρέμβασης για την ενίσχυση της συμμετοχής, την πρόληψη της έμφυλης βίας και την ενσωμάτωση της οπτικής του φύλου στις πολιτικές ασφάλειας και εξωτερικής δράσης. Απομένει να δούμε την εφαρμογή και την ουσιαστική συμπερίληψη των πυλώνων του στην πολιτική δράση.

Η έλλειψη ισόρροπης εκπροσώπησης των φύλων στις ειρηνευτικές διαδικασίες δεν είναι μόνο ζήτημα ισότητας. Όταν οι γυναίκες απουσιάζουν, ιδιαίτερα κρίσιμα θέματα υποβαθμίζονται ή αγνοούνται, όπως η συστηματική χρήση σεξουαλικής βίας ως όπλο πολέμου, η πρόσβαση των εκτοπισμένων γυναικών και παιδιών σε υγειονομική περίθαλψη και η θεσμική κατοχύρωση δικαιωμάτων στη μεταπολεμική ανασυγκρότηση.

Σε μια εποχή όπου οι γυναίκες, αργά, βήμα-βήμα, ηγούνται κρατών, διεθνών οργανισμών και κινημάτων, η εικόνα των ανδροκρατούμενων τραπεζιών των διαπραγμάτευσεων είναι παραπάνω από θλιβερή.

Advertisement

Η αναδιαμόρφωση του παγκόσμιου χάρτη, όταν συνεχίζει να γίνεται χωρίς τη συμμετοχή του μισού πληθυσμού του πλανήτη, είναι καταδικασμένη να παραμένει ελλιπής.

Η πραγματική ερώτηση, λοιπόν, δεν είναι αν οι γυναίκες «πρέπει» να συμμετέχουν, αλλά γιατί, παρά τα στοιχεία και τις διεθνείς δεσμεύσεις, εξακολουθούν να αποκλείονται συστηματικά.

Και το ζήτημα δεν είναι ότι χάνεται ακόμη μία ευκαιρία ισότητας· είναι ότι χάνεται μια ευκαιρία για πιο ανθεκτική, πιο δίκαιη και βιώσιμη ειρήνη για όλες και όλους σε μια κρίσιμη γεωπολιτική συγκυρία.

Advertisement