Γράφει ο Διονύσης Τσιριγώτης, Αναπληρωτής Καθηγητής, Πανεπιστημίου Πειραιώς

Η σύγχρονη μορφή των ενόπλων συγκρούσεων  χαρακτηρίζεται ολοένα και περισσότερο από την ικανότητα των κρατών να μετατρέπουν την πληροφοριακή υπεροχή σε επιχειρησιακή ισχύ. Η Αμερικανό-ισραηλινή επίθεση της 28ης Φεβρουαρίου εναντίον του Ιράν αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της μετατόπισης. Η ακριβής χρονική σύμπτωση του πλήγματος με τη συγκέντρωση των ανώτατων αξιωματούχων της Τεχεράνης, υποδηλώνει πρόσβαση σε πληροφορίες υψηλής ακρίβειας σχετικά με τον τόπο και τον χρόνο της σύσκεψης. Μια τέτοια δυνατότητα δύσκολα μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά σε τεχνικά μέσα επιτήρησης και πιθανότατα προϋποθέτει τη συνδυασμένη λειτουργία τεχνολογικών δυνατοτήτων και ανθρώπινων πηγών πληροφόρησης. Στο πλαίσιο αυτό, η έννοια της «πέμπτης φάλαγγας» καθίσταται ιδιαίτερα χρήσιμη για την ανάλυση των εσωτερικών μηχανισμών μέσω των οποίων η πληροφοριακή διείσδυση μπορεί να επηρεάσει την έκβαση μιας σύγχρονης στρατηγικής αντιπαράθεσης.

Advertisement
Advertisement

Η πέμπτη φάλαγγα περιγράφει την ύπαρξη εσωτερικών δικτύων που λειτουργούν προς όφελος εξωτερικού αντιπάλου παρέχοντας πληροφορίες, επιχειρησιακή πρόσβαση ή υλικές διευκολύνσεις. Στο σύγχρονο στρατηγικό περιβάλλον τέτοιου τύπου δίκτυα σπανίως συγκροτούνται αποκλειστικά γύρω από ιδεολογικά κίνητρα. Αντιθέτως, προκύπτουν συχνά μέσα από σύνθετους μηχανισμούς στρατολόγησης που συνδυάζουν οικονομικά κίνητρα, κυβερνοδιείσδυση, κοινωνικές διασυνδέσεις ή ακόμη και μορφές εκβιασμού. Η στρατηγική τους σημασία έγκειται στο γεγονός ότι λειτουργούν ως πολλαπλασιαστές ισχύος⸱ μετατρέπουν την τεχνολογική υπεροχή σε πολιτικά αποφασιστικό αποτέλεσμα, καθιστώντας δυνατή την προσβολή των κεντρικών κόμβων λήψης αποφάσεων ενός κράτους. Επιπλέον, ακόμη και η υποψία ύπαρξης τέτοιων δικτύων μπορεί να παράγει σοβαρές πολιτικές συνέπειες. Σε συγκεντρωτικά πολιτικά συστήματα όπως το ιρανικό, η εμπιστοσύνη μεταξύ των ελίτ αποτελεί κρίσιμη προϋπόθεση για την αποτελεσματική λειτουργία της στρατηγικής διοίκησης. Η διάχυση καχυποψίας μπορεί να οδηγήσει σε εκκαθαρίσεις, ενίσχυση των μηχανισμών εσωτερικής ασφάλειας και επιβράδυνση της διαδικασίας λήψης αποφάσεων, επιδρώντας έτσι άμεσα στην ικανότητα του κράτους να διαχειριστεί μια εξωτερική κρίση.

Πέραν των εσωτερικών παραγόντων που δρουν διαβρωτικά στην εσωτερική συνοχή του αμυνόμενου, η επιτυχία μιας αποκεφαλιστικής επίθεσης δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην στρατηγική επικράτηση. Και τούτο διότι το κρίσιμο ερώτημα αφορά τον ίδιο τον ορισμό της νίκης και τις προϋποθέσεις επίτευξής της. Ο John Mearsheimer υποστηρίζει ότι η στρατηγική αξιολόγηση ενός πολέμου πρέπει να ξεκινά από την κατανόηση των τελικών στόχων των εμπλεκόμενων δρώντων και της ρεαλιστικής δυνατότητας επίτευξής τους.

Στην περίπτωση της σύγκρουσης μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών-Ισραήλ και Ιράν, η ασυμμετρία των στρατηγικών στόχων είναι ιδιαίτερα εμφανής. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ, μια ουσιαστική στρατηγική νίκη θα απαιτούσε όχι μόνο την αποδυνάμωση των στρατιωτικών δυνατοτήτων του Ιράν αλλά πιθανότατα και τον πολιτικό μετασχηματισμό του καθεστώτος, έτσι ώστε να αναδειχθεί μια ηγεσία συμβατή με τα δυτικά και ισραηλινά συμφέροντα. Ένας τέτοιος στόχος προϋποθέτει βαθύ πολιτικό μετασχηματισμό, ο οποίος ιστορικά έχει αποδειχθεί εξαιρετικά δύσκολο να επιβληθεί μέσω στρατιωτικής ισχύος.

Αντίθετα, το στρατηγικό κριτήριο επιτυχίας για το Ιράν είναι σημαντικά απλούστερο. Για την Τεχεράνη, η επιβίωση του καθεστώτος και η διατήρηση της πολιτικής της αυτονομίας αρκούν ώστε να θεωρηθεί ότι απέφυγε στρατηγική ήττα. Ακόμη και σε ένα σενάριο σημαντικής στρατιωτικής φθοράς ή οικονομικής αποδυνάμωσης, η διατήρηση της κρατικής δομής και η συνέχιση μιας ανεξάρτητης στρατηγικής πορείας θα μπορούσαν να εκληφθούν ως επιτυχία. Η ιστορική εμπειρία επιβεβαιώνει αυτή τη δυναμική. Στον πόλεμο του Βιετνάμ, οι Ηνωμένες Πολιτείες επικράτησαν σε μεγάλο αριθμό τακτικών αναμετρήσεων χωρίς ωστόσο να πραγματώσουν τον αντικειμενικό πολιτικό τους στόχο.

Η ανωτέρω προβληματική συνδέεται στενά με τη θεωρητική βιβλιογραφία των ασύμμετρων συγκρούσεων. Ο Andrew Mack έχει δείξει ότι τα ισχυρότερα κράτη συχνά αποτυγχάνουν σε συγκρούσεις με ασθενέστερους αντιπάλους όχι λόγω στρατιωτικής ήττας αλλά λόγω εξάντλησης της πολιτικής τους βούλησης. Συμπληρωματικά, η θεωρία στρατηγικής αλληλεπίδρασης του Ivan Arreguín-Toft υποστηρίζει ότι οι ασθενέστεροι δρώντες μπορούν να αντισταθμίσουν την υλική υπεροχή του αντιπάλου μετατοπίζοντας τη σύγκρουση σε μορφές πολέμου όπου η διάρκεια, η αντοχή και η διάχυση του κόστους καθίστανται καθοριστικοί παράγοντες.

Στην περίπτωση του Ιράν, η δυνατότητα μετατροπής της σύγκρουσης σε πόλεμο φθοράς συνδέεται άμεσα με τη γεωστρατηγική του θέση και ιδιαίτερα με τον έλεγχο κρίσιμων ενεργειακών διαύλων. Το Στενό του Ορμούζ αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους κόμβους του παγκόσμιου ενεργειακού συστήματος, καθώς μέσω αυτού διέρχεται σημαντικό ποσοστό των διεθνών εξαγωγών πετρελαίου. Η δυνατότητα διατάραξης της ναυσιπλοΐας στο σημείο αυτό παρέχει στην Τεχεράνη ένα σημαντικό εργαλείο έμμεσης στρατηγικής πίεσης, επιτρέποντάς της να μεταφέρει το κόστος της σύγκρουσης από το περιφερειακό στο παγκόσμιο επίπεδο.

Μια ακόμη παρεμβαίνουσα μεταβλητή που καθίσταται αναγκαία για την κατανόηση της Αμερικανοισραηλινής επίθεσης συνέχεται με την εξέταση των εσωτερικών πολιτικών δυναμικών που επηρεάζουν τη διαμόρφωση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Στο έργο τους The Israel Lobby and U.S. Foreign Policy, οι John Mearsheimer & Stephen Walt υποστηρίζουν ότι ένα ευρύ δίκτυο πολιτικών οργανώσεων, ομάδων πίεσης, think tanks και θεσμικών συμμαχιών έχει συμβάλει στη διαμόρφωση μιας ιδιαίτερα φιλοϊσραηλινής κατεύθυνσης στην αμερικανική πολιτική της Μέσης Ανατολής. Σύμφωνα με την ανάλυσή τους, η επιρροή αυτού του δικτύου, δύναται, σε ορισμένες περιπτώσεις, να οδηγήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες σε στρατηγικές επιλογές που εξυπηρετούν πρωτίστως την ασφάλεια του Ισραήλ, ακόμη και όταν τα άμεσα αμερικανικά συμφέροντα δεν είναι απολύτως σαφή.

Τοιουτοτρόπως η επίθεση στο Ιράν αναδεικνύει ένα ευρύτερο παράδοξο της σύγχρονης στρατιωτικής αντιπαράθεσης. Από τη μία πλευρά, η τεχνολογική υπεροχή επιτρέπει στους ισχυρούς δρώντες να πλήττουν με εξαιρετική ακρίβεια τους κόμβους εξουσίας ενός αντιπάλου. Από την άλλη πλευρά, η ασυμμετρία στρατηγικών στόχων και η δομή του διεθνούς συστήματος επιτρέπουν στους ασθενέστερους δρώντες να μετατρέπουν τη σύγκρουση σε μακροχρόνιο πόλεμο φθοράς. Συνεπακόλουθα, η τελική έκβαση μιας ένοπλης σύρραξης, εξαρτάται, όχι μόνο από την επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα των αρχικών πληγμάτων, αλλά και από την πολιτική αντοχή των εμπλεκόμενων κρατών, τη δομή των στρατηγικών τους στόχων και τις εσωτερικές πολιτικές δυναμικές που διαμορφώνουν τη λήψη αποφάσεων.