Στη φύση υπάρχουν συστήματα που δεν καταρρέουν επειδή συμβαίνει ένα μεγάλο γεγονός, αλλά επειδή έχουν πάψει να αποσβένουν τα μικρά. Στη φυσική, τέτοια συστήματα περιγράφονται ως κρίσιμα: βρίσκονται σε μια ισορροπία σωρού άμμου, όπου η ένταση συσσωρεύεται αθόρυβα και ένα φαινομενικά ασήμαντο γεγονός, όπως ένας κόκκος άμμου, μπορεί να προκαλέσει δυσανάλογες συνέπειες και κατάρρευση. Το πρόβλημα σε αυτή την περίπτωση δεν είναι ο κόκκος άμμου, αλλά η κρίσιμη κατάσταση του συστήματος.
Με αφορμή τα πρόσφατα ντοκιμαντέρ του Αλέξη Παπαχελά, Ίμια και Σκοτεινή Δεκαετία, επιδιώκω έναν παραλληλισμό ανάμεσα σε αυτό το μοντέλο της φυσικής και στον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν η κοινωνία και η δημοκρατία. Τον παραλληλισμό αυτόν τον συναντά κανείς σε συστήματα όπου η κατάρρευση δεν προκαλείται από το τελευταίο γεγονός, αλλά από τη συσσωρευμένη αδυναμία απόσβεσης.
Η πολιτική ιστορία διδάσκει ότι οι δημοκρατίες σπάνια καταρρέουν απότομα, αποσταθεροποιούνται νωρίτερα, όταν χάνουν την ικανότητα αυτοδιόρθωσης. Η Ελλάδα της περιόδου 1964-1967 αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η βασική αιτία της ανισορροπίας ήταν η βίαιη αποσύνδεση της εξουσίας από τη λαϊκή κυριαρχία, η αντιμετώπιση της δημοκρατίας ως γραφειοκρατικής διαδικασίας και οι προσωπικές, αδιανόητες επιλογές ενός νεαρού βασιλιά που έθεσε εαυτόν υπεράνω της ετυμηγορίας του ελληνικού λαού. Ακολούθησαν αποστασίες και κυβερνήσεις χωρίς ουσιαστική λαϊκή εντολή, παράλληλα κέντρα εξουσίας και θεσμοί που λειτουργούσαν επιλεκτικά δημιουργώντας ένα σύστημα που δεν μπορούσε πια να απορροφήσει την ένταση. Έτσι, μικρά αθροιστικά γεγονότα, οι «κόκκοι άμμου», οδήγησαν σε μεγάλες κρίσεις, ενισχύοντας δευτερεύοντες παίκτες επιτρέποντάς τους να βρεθούν στο προσκήνιο, όχι λόγω ευθυνών ή ικανοτήτων, αλλά λόγω διάτρησης των θεσμών, παίρνοντας πρωτοβουλίες που οδήγησαν από την Χούντα έως την εθνική τραγωδία της Κύπρου.
Όμως, αυτή η κατάρρευση δεν προήλθε από ένα μεμονωμένο γεγονός, το σύστημα είχε φτάσει νωρίτερα σε κρίσιμη κατάσταση. Αντίστοιχα, στα Ίμια, μια περίοδος αποσταθεροποιημένης πολιτικής κατάστασης στην Ελλάδα και τεταμένων σχέσεων με την Τουρκία, λειτούργησε ως ευκαιρία δημιουργίας έντασης από τούρκους δημοσιογράφους, και μικρά γεγονότα που θα μπορούσε να αποσβέσει ένα σταθερό σύστημα, δρομολόγησαν εξελίξεις που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε γενικευμένο πόλεμο.
Μπορεί η σημερινή Ελλάδα να μην είναι η Ελλάδα του 1965 ούτε ίσως του 1995, όμως είναι μια Ελλάδα στην οποία βαριές πληγές παραμένουν ανοιχτές και τροφοδοτούν τον σωρό άμμου. Οι θεσμοί είναι ισχυρότεροι, η κοινωνία διαφορετική, ωστόσο, μπορεί να προκύψει μια αναγνώριση μοτίβων. Υπάρχουν πληγές που δεν κλείνουν και που συνεχίζουν να λειτουργούν ως συσσωρευμένη κοινωνική δυσφορία, με χαρακτηριστικότερη την τραγωδία των Τεμπών. Παράλληλα ένα πολιτικό σύστημα σε ανισορροπία δυνάμεων δυσκολεύεται να προσφέρει πειστική εναλλακτική διέξοδο ή ακόμα και ουσιαστικό κοινοβουλευτικό έλεγχο. Έτσι, η σιωπηλή πλειοψηφία δεν εκφράζεται, αντίθετα διαμαρτύρεται, ή παραιτείται.
Ο σωρός άμμου δεν χτίζεται από ένα γεγονός, αλλά από μια ακολουθία εμπειριών που δεν κλείνουν θεσμικά και μετατρέπονται σε κοινωνική μνήμη. Τέτοιες είναι οι επαναλαμβανόμενες εμπειρίες αδικίας. Είναι οι υποθέσεις που τυπικά ολοκληρώνονται αλλά κοινωνικά δεν αποδίδουν δικαιοσύνη, όπως οι αλλεπάλληλες εξεταστικές επιτροπές για τα Τέμπη, τις υποκλοπές και τον ΟΠΕΚΕΠΕ για τις οποίες η αντιπολίτευση καταγγέλλει συγκάλυψη. Είναι οι στιγμές κρατικής ανεπάρκειας σε φυσικές καταστροφές και η μετέπειτα επικοινωνιακή διαχείρισή τους. Είναι η κατάχρηση εξουσίας και η εργαλειοποίηση κοινοβουλευτικών διαδικασιών για την διευκόλυνση προσωπικών υποθέσεων, όπως είδαμε σε πρόσφατο περιστατικό. Είναι η καθυστέρηση απονομής δικαιοσύνης σε υποθέσεις που απασχολούν καιρό και προκαλούν ανησυχία. Απαξίωση των θεσμών και αδιέξοδα που επαναλαμβάνονται. Κάθε τέτοιος «κόκκος» δεν προκαλεί από μόνος του κρίση, αλλά όταν κάθε νέο γεγονός γεννά δυσανάλογη αντίδραση, επανέρχεται διαρκώς στη δημόσια συζήτηση ή μετατοπίζει το ερώτημα από το «τι συνέβη» στο «πώς λειτουργεί η χώρα», τότε γίνεται σαφές ότι δεν έπεσε σε επίπεδο έδαφος. Έπεσε πάνω σε έναν ήδη διαμορφωμένο σωρό άμμου, του οποίου η κλίση έχει διαμορφωθεί πολύ πριν και όσο περνάει ο καιρός η κλίση του μεγαλώνει.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν όσα ζούμε συνιστούν κρίση με την κλασική έννοια, αλλά αν αυτή η κατάσταση μπορεί να συνεχιστεί. Όταν μία κοινωνία που δεν εμπιστεύεται τους θεσμούς, αναζητά διαρκώς τρόπους αντίδρασης και αποσυμπίεσης και δεν καταφέρνει να εκτονώνει την ένταση, τότε απλά τη μεταθέτει. Όσο όμως η ένταση μετατίθεται, ο σωρός άμμου συνεχίζει να μεγαλώνει. Και τότε το ερώτημα δεν είναι ποιο γεγονός θα λειτουργήσει ως αφορμή για μια νέα κρίση, αλλά πόσο ακόμα αντέχει το σύστημα.