Με την δημοσιοποίηση των 28 σημείων του ειρηνευτικού σχεδίου, θα πρόσεξε κανείς κάτι περίεργες «συμπτώσεις» που στην χώρα μας έγιναν πολύ συχνές. Ξαφνικά, φωνές από τα αριστερά και τα δεξιά του πολιτικού φάσματος άρχισαν να διακινούν το αφήγημα περί «πολεμοκάπηλης Ευρώπης’.
Φυσικά πρόκειται περί ρωσικής προπαγάνδας, και προφανώς με αυτήν επιτελείται μια απίστευτη αντιστροφή της πραγματικότητας: καθώς τα 28 σημεία του Τραμπ επιβραβεύουν την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία δίνοντάς της ό,τι δεν κατάφερε να αποσπάσει με την λεγόμενη «στρατιωτική ειδική επιχείρηση» εδώ και 3 χρόνια, η Ευρώπη πλαγιοκοπείται. Στην Ρωσία δίνεται πολύτιμος χρόνος ανασύνταξης και σχεδιασμού της επόμενης επιθετικής ενέργειας, καθώς ο Πούτιν ήταν και είναι πολύ σαφής: θέλει να ανατρέψει το αρνητικό για την αυτοκρατορική εκδοχή της Ρωσίας αποτέλεσμα του 1989, και να επανεγκαταστήσει την σφαίρα επιρροής του στην Ανατολική Ευρώπη.
Για την ίδια την Ευρώπη, όμως, σαν πολιτικό σχέδιο αυτή η εξέλιξη θα ήταν ολέθρια. Αξίζει να θυμηθούμε ότι η ολοκλήρωση της Ευρώπης προχώρησε μόνον αφότου το Ανατολικό μπλοκ κατέρρευσε και η Ανατολική Ευρώπη χειραφετήθηκε. Τότε εγκαινιάζεται μια περίοδος όπου εν τοις πράγμασι, και η αμερικανική επιρροή βρίσκεται σε ιστορικό χαμηλό στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Στην περίπτωση που το σχέδιο Τραμπ επιτύχει, όμως, θα ξεκινήσει η αντίστροφη διαδικασία: η Ρωσία θα επανέλθει στα ανατολικά της Ευρώπης, τα δυτικά θα αναδιπλωθούν προς την Ουάσιγκτον προκειμένου να την αντιμετωπίσει. Η Ευρώπη θα βρεθεί εκ νέου σε διελκυστίνδα.
Ενώπιον αυτού του κινδύνου η Ευρώπη δεν μπορεί να κάτσει με σταυρωμένα τα χέρια: η διεκδικητική διπλωματία και η ενεργή συμπαράταξη με την Ουκρανία είναι η μόνη επιλογή της, και αυτό αρχίζει και κάνει. Όχι τόσο γρήγορα ή τόσο αποφασιστικά όσο θα θέλουμε. Αλλά το κάνει.
Ας επιστρέψουμε όμως στην ρωσική προπαγάνδα. Το αφήγημα περί πολεμοκάπηλης Ευρώπης είναι σκανδαλώδες και για ένα άλλο λόγο: την ίδια στιγμή που την κατηγορεί για γεωπολιτική ανυπαρξία, απαιτεί από αυτήν να την επανεπιβεβαιώσει, να καθίσει στα αβγά της, και να μεταβληθεί σε ουρά και επαίτη του Τραμπ.
Άκρως ενδιαφέρον δε, έχει να βλέπει κανείς αριστερούς κατά τα άλλα, όχι μόνον να ανέχονται αλλά και να χαιρετίζουν την πρωτοβουλία των άλλοτε επάρατων ιμπεριαλιστών Αμερικάνων και του «φασίστα» Τραμπ. Και είναι πολύ χαρακτηριστικές οι κραυγές που ακούγονται από τον λεγόμενο «πατριωτικό χώρο», που εκτοξεύουν κατάρες για την Ευρώπη, ευχόμενοι ανοιχτά τον διασυρμό της. Ξεχνώντας βεβαίως, πως όταν λέμε «Ευρώπη» πέραν των ηγεσιών, των εγκληματικών ή εσφαλμένων πολιτικών που ακολούθησαν την τελευταίες δεκαετίες, ή των αυτοκτονικών ιδεολογιών, στην πραγματικότητα μιλάμε για εμάς τους ίδιους, τα Ευρωπαϊκά έθνη. Την δική μας καταστροφή εύχονται αυτές οι κραυγές.
Να πούμε κι αυτό· ο Σεργκέι Καραγκάνωφ είναι ακαδημαϊκός, αλλά κυρίως είναι επίτιμος πρόεδρος του Συμβουλίου Εξωτερικής και Αμυντικής Πολιτικής της Ρωσίας–ίσως ο πιο συστηματικός και ευθύς διανοούμενος από το περιβάλλον Κρεμλίνου. Η άποψή του «Για την θέση της Ρωσίας στις Διεθνείς υποθέσεις», θα την γνωστοποιήσει στο ελληνικό κοινό η επιθεώρηση Νέος Ερμής ο Λόγιος το 2024, με το εκτενές ομώνυμό του κείμενο που δημοσίευσε, λίγο ως πολύ είναι η ακόλουθη: στην πολυπολική παγκοσμιοποίηση η Ρωσία είναι χαμένη από χέρι, δημογραφικά και οικονομικά. Αν στηριχτεί μόνο στους ενεργειακούς της πόρους, μπορεί να καταστεί «δεύτερος κόσμος». Ωστόσο έχει μια διέξοδο που μπορεί να την διατηρήσει στο στάτους των 3 ή 4 κορυφαίων δυνάμεων: τον στρατό και τα πυρηνικά της, την βούληση να τα χρησιμοποιήσει. Εάν η Κίνα, λέει ο Καραγκάνοφ, πρωτοπορεί στο οικονομικό άνοιγμα του παγκοσμίου συστήματος προς την πολυπολικότητα, η Ρωσία μπορεί να γίνει ο ένοπλος αμφισβητίας της δυτικής ηγεμονίας. Ούτως η άλλως, η Δύση είναι παρηκμασμένη, οι κοινωνίες της βιώνουν ρήγματα συνοχής, και έτσι αν αποστρέφονται κάτι είναι ο πόλεμος. Ιδίως η εκφυλισμένη και γι’ αυτό ειρηνιστική Ευρώπη, για την οποία ο Καραγκάνοφ δεν θα απέρριπτε και ένα προληπτικό πυρηνικό χτύπημα μικρής –βεβαίως– εμβέλειας.
Για να μην τα πολυλογούμε, ο Καραγκάνοφ είναι κάτι σαν τον Γκέμπελς του καθεστώτος Πούτιν. Κι όμως, αυτός ο «στρατηγιστής» γνώρισε δόξες της τελευταίες ημέρες στα ελληνικά μέσα κοινωνικής δικτύωσης, για τις απειλές που εκτόξευσε εναντίον της Γερμανίας, ότι «της πρέπει» ένας πόλεμος, κατά το γνωστό ρητό του Τσώρτσιλ. Επειδή έβρισε την Γερμανία, λοιπόν, εδώ για κάποιους μεταβλήθηκε σε ήρωα. Για τέτοια τύφλωση μιλάμε.
Το ερώτημα τίθεται, ωστόσο, τι την προκαλεί. Πέραν των δισεκατομμυρίων που διοχετεύει η Ρωσία στους μηχανισμούς της προπαγάνδας. Γιατί τα ενεργειακά της έσοδα η Μόσχα –που πια τα έχει από την Κίνα, η οποία την στηρίζει και ευρύτερα με εξαρτήματα και τεχνολογία για την πολεμική της βιομηχανία, αλλά και προϊόντα– τα διοχετεύει κυρίως στον πόλεμο και στην παραπλάνηση.
Ωστόσο αυτό δεν δικαιολογεί από μόνο του την εντυπωσιακή απήχηση των ρωσικών αφηγημάτων στις κοινωνίες της Ευρώπης. Και όχι μόνον στις λαϊκές τάξεις, τις οποίες το μοντέλο της διεθνοποίησης και τα χάσματα που προκάλεσε έχουν μεταβάλει σε παρία μέσα στην ίδια τους την κοινωνία. Αλλά και σε μεγάλες μερίδες των ευκατάστατων στρωμάτων. Που δεν θέλουν να ακούσουν για πολιτική πυγμής (όχι μόνον απέναντι στους Ρώσους, αλλά γενικά), και είναι διατεθειμένοι να υποχωρήσουν μπροστά σε κάθε έκφραση επιθετικότητας και αυταρχισμού της Μόσχας.
Αυτό είναι κάτι καινούργιο· μέχρι τώρα, η ρωσική στρατηγική αφορούσε κατά κύριο λόγο την εκμετάλλευση των εσωτερικών κοινωνικών, οικονομικών και πολιτισμικών αντιθέσεων της Ευρώπης και της Αμερικής: τις «ζώνες σκουριάς» και την αχρήστευση της παλιάς εργατικής τάξης ελέω αποβιομηχάνισης, τους πολιτιστικούς πολέμους με τον μεταμοντέρνο μηδενισμό και την αποδόμηση, την πολυπολιτισμικότητα και το μεταναστευτικό αδιέξοδο.
Τώρα διαφαίνεται κάτι επί πλέον. Ένα στοιχείο που δεν είναι παραπροϊόν του κυρίαρχου μοντέλου –πείτε το υπερφιλελευθερισμό, κλυδωνιζόμενη παγκοσμιοποίηση, ή ριζικό ατομοκρατικό καταναλωτισμό– αλλά πολύ θεμελιακό του.
Οι τελευταίες δεκαετίες έχτισαν έναν τύπο Ευρωπαίου που αντιμετωπίζει τον κατευνασμό ως μονόδρομο. Μιλάμε για την αδράνεια να θέλει κανείς να ζήσει στο τέλος της Ιστορίας ενώ αυτό έχει διαψευσθεί. Για την εμμονή στην αμεριμνησία. Για το αδιανόητο της συλλογικής ταύτισης, πόσο μάλλον της θυσίας. Αρκούσε μια στιγμιαία αναφορά του Νίκου Δένδια για τα «φέρετρα» που δεν αντέχει να δει η Ευρώπη, για να πάρει φωτιά το διαδίκτυο και φωνές από παντού –ακροδεξιοί, ακροαριστεροί, κεντρώοι, απολίτικοι– να μεταβληθούν σε αντιρρησίας συνείδησης.
Ποιάς συνείδησης; Είναι η αρχή της αυτοπραγμάτωσης έτσι όπως αντιτάσσεται στην ηθική της ευθύνης. Η λογική του απόλυτου ατόμου, το οποίο προκεμένου να καταβυθιστεί στις μικρές ιστορίες των εφήμερων απολαύσεων, αποσύρεται από την Ιστορία με το μεγάλο «Ι», που είναι κοιλάδα των δακρύων, και ταυτόχρονα στίβος διεκδίκησης των μεγάλων αξιών, της ελευθερίας, της δικαιοσύνης, της ισότητας.
Έτσι, με τον ίδιο τρόπο που έκπληκτοι διαπιστώσαμε πρόσφατα ότι στο βάθος της πολυπολιτισμικότητας μας βγαίνει…Ισλάμ, καθώς είναι το μισός για τον πολιτιστικό εαυτό που αναπόφευκτα καταλήγει στην οικειοποίηση του ολοκληρωτισμού του άλλου, το ίδιο συμβαίνει και με τον υπερφιλελευθερισμό: εν τέλει φαίνεται ότι παρέχει ένα περιβάλλον ιδανικό για την ανάπτυξη της ρωσοφιλίας.
Τι συνεπάγονται όλα αυτά; Η γεωπολιτική τροπή του παγκόσμιου συστήματος φέρνει την Ευρώπη μπροστά σε ένα υπαρξιακό δίλημμα. Η επιβίωσή της , όμως, δεν προϋποθέτει μόνον την αμυντική, βιομηχανική, ενεργειακή αυτοδυναμία –όλα αυτά που συζητούνται μεταξύ των ευρωπαϊκών ηγεσιών.
Φέρνει στην επιφάνεια και το αίτημα για μια μεγάλη πολιτική, κοινωνική και πολιτιστική αλλαγή. Έτσι όπως είναι σήμερα η Ευρώπη, εξ άλλου, με τις κοινωνίες κατακερματισμένες από τους νέους κάθετους εισοδηματικούς-μορφωτικούς διαχωρισμούς, τα γκέτο των μεταναστών και το ευρωπαϊκό Ισλάμ, την ετεροδοξία λαών-ελίτ, που πια ζουν σε διαφορετικούς κόσμους και έτσι υπονομεύεται κάθε προοπτική εκπροσώπησης, η Ευρώπη δυσκολεύεται να αναλάβει την ευθύνη και το κόστος της αυτοδυναμίας της.
Υπό αυτήν την έννοια, ο αγώνας και το στοίχημα της Ουκρανίας να υπερασπιστεί την αυτοδιάθεση και την ακεραιότητά της απέναντι στην Ρωσία δεν αφορά μόνον την ίδια. Πιέζει και την Ευρώπη σε μια πολιτική και πολιτιστική ανανέωση. Το εθνικό συμφέρον, και το ευρωπαϊκό, αλλά και τα συμφέροντα της πλειοψηφίας μέσα στις ευρωπαϊκές κοινωνίες μας καλούν όχι να αντιταχθούμε σε αυτήν την τάση, αλλά να την επιταχύνουμε φέρνοντας τις λογικές της συνέπειες στο προσκήνιο.