Του Νίκου Μαρκάτου, Ομοτ.Καθηγητή ΕΜΠ, π.Πρύτανη, Γ.Γ.Ευρωπαικής Ένωσης Ομότιμων Καθηγητών
*
Οι συναντήσεις μεταξύ ηγετών Ελλάδας και Τουρκίας συνοδεύονται σχεδόν πάντα από έναν γνώριμο διπλωματικό τόνο: χαμόγελα, δηλώσεις περί «θετικού κλίματος» και διαβεβαιώσεις ότι «ο διάλογος συνεχίζεται». Η πρόσφατη συνάντηση Μητσοτάκη–Ερντογάν δεν αποτέλεσε εξαίρεση. Η ένταση μειώθηκε, οι τόνοι παρέμειναν χαμηλοί και η εικόνα που προβλήθηκε ήταν αυτή της ομαλότητας. Το ερώτημα, όμως, δεν είναι αν υπήρξε ευγένεια. Το ερώτημα είναι αν υπήρξε ουσία.
Η απάντηση, όσο και αν δεν είναι ευχάριστη, είναι ότι ουσιαστική πρόοδος δεν υπήρξε.
Η μείωση της έντασης είναι ασφαλώς θετική εξέλιξη. Κάθε περίοδος ηρεμίας μειώνει τον κίνδυνο ενός ατυχήματος ή μιας κρίσης που θα μπορούσε να οδηγήσει σε ανεξέλεγκτες καταστάσεις. Οι λαοί των δύο χωρών δεν έχουν τίποτα να κερδίσουν από συγκρούσεις, ούτε από μια διαρκή κατάσταση νευρικής επιφυλακής. Από αυτή την άποψη, η διατήρηση ανοικτών διαύλων επικοινωνίας είναι αναγκαία και χρήσιμη.
Όμως η ηρεμία δεν πρέπει να συγχέεται με τη λύση.
Η Τουρκία δεν έχει ανακαλέσει καμία από τις πάγιες θέσεις της. Το casus belli παραμένει. Η θεωρία της «Γαλάζιας Πατρίδας» παραμένει. Οι αμφισβητήσεις κυριαρχικών δικαιωμάτων παραμένουν. Δεν υπήρξε καμία δήλωση που να δείχνει ότι η Τουρκία εγκαταλείπει τον αναθεωρητισμό της. Υπήρξε μόνο μια προσωρινή αναστολή της έντασης.
Αυτό δεν είναι αλλαγή στρατηγικής. Είναι αλλαγή τακτικής.
Η Τουρκία βρίσκεται σήμερα σε μια περίοδο κατά την οποία έχει ανάγκη τη Δύση. Η οικονομία της αντιμετωπίζει σοβαρές πιέσεις. Ο πληθωρισμός έχει πλήξει την κοινωνική σταθερότητα. Οι επενδύσεις απαιτούν ένα περιβάλλον προβλεψιμότητας. Ταυτόχρονα, η Άγκυρα επιδιώκει καλύτερες σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Σε αυτό το πλαίσιο, η αποκλιμάκωση με την Ελλάδα λειτουργεί ως εργαλείο.
Δεν είναι παραχώρηση. Είναι επιλογή συμφέροντος.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα δεν ωφελείται. Κάθε περίοδος ηρεμίας επιτρέπει καλύτερο σχεδιασμό, οικονομική σταθερότητα και ενίσχυση της διεθνούς θέσης της χώρας. Η Ελλάδα εμφανίζεται ως δύναμη σταθερότητας και νομιμότητας, γεγονός που ενισχύει τη διπλωματική της αξιοπιστία. Αυτή είναι μια σημαντική κατάκτηση.
Ο κίνδυνος βρίσκεται αλλού: στον εφησυχασμό.
Η ιστορία των ελληνοτουρκικών σχέσεων δείχνει ότι οι περίοδοι ηρεμίας δεν είναι μόνιμες. Εναλλάσσονται με περιόδους έντασης, ανάλογα με τις πολιτικές και γεωπολιτικές ανάγκες της Τουρκίας. Η ένταση δεν εξαφανίζεται. Αναστέλλεται.
Για αυτό, η Ελλάδα οφείλει να αντιμετωπίζει τη σημερινή κατάσταση με νηφαλιότητα και ρεαλισμό. Ούτε με φοβικά σύνδρομα, ούτε με αφελή αισιοδοξία. Ο διάλογος είναι απαραίτητος. Αλλά ο διάλογος δεν πρέπει να βασίζεται σε αυταπάτες.
Η ειρήνη δεν διασφαλίζεται από τις δηλώσεις. Διασφαλίζεται από τη σταθερότητα, τη σοβαρότητα και την ισχύ-διπλωματική, οικονομική και θεσμική.
Η συνάντηση Μητσοτάκη–Ερντογάν πέτυχε κάτι σημαντικό αλλά περιορισμένο: διατήρησε την ηρεμία. Δεν έλυσε προβλήματα. Δεν άλλαξε τις στρατηγικές ισορροπίες. Δεν εξάλειψε τις διαφορές.
Σε έναν κόσμο που γίνεται όλο και πιο ασταθής, η ηρεμία είναι πολύτιμη. Αλλά δεν πρέπει να συγχέεται με την ασφάλεια. Η ηρεμία είναι μια ανάπαυλα. Όχι το τέλος της ιστορίας.
Η πραγματική πρόκληση για την Ελλάδα δεν είναι να πανηγυρίσει την ηρεμία, αλλά να την αξιοποιήσει. Να ενισχύσει τη θέση της, να εδραιώσει τη διεθνή της αξιοπιστία και να προετοιμαστεί για το μέλλον με νηφαλιότητα και αυτοπεποίθηση.
Διότι στις διεθνείς σχέσεις, η σταθερότητα δεν χαρίζεται. Κατακτάται και διατηρείται με διαρκή προσπάθεια και καθαρή στρατηγική σκέψη.