Όταν τον Φεβρουάριο του 1979 ο Αγιατολάχ Χομεϊνί επέστρεψε στο Ιράν μετά από δεκαπέντε χρόνια εξορίας, στο αεροδρόμιο της Τεχεράνης τον υποδέχθηκαν εκατοντάδες χιλιάδες Ιρανοί πολίτες, που ημέρες νωρίτερα είχαν ανατρέψει τη μοναρχία του Μοχάμεντ Ρέζα Παχλαβί. Η πρώτη μεγάλη πρόκληση για τον Χομεϊνί, την οποία ξεπέρασε με τακτικούς ελιγμούς, διώξεις και καταστολή, ήταν η πολιτική εξουδετέρωση όσων είχαν συμμετάσχει στην επανάσταση αλλά διαφωνούσαν με το σχέδιό του, τη δημιουργία ενός ισλαμικού κράτους με τον ίδιο Ανώτατο Ηγέτη. Η δεύτερη μεγάλη πρόκληση, η στρατιωτική εισβολή του γειτονικού Ιράκ τον Σεπτέμβριο του 1980, που εξελίχθηκε σε οκταετή πόλεμο, ήταν πιο δύσκολη όμως συνέβαλε στη συνοχή του καθεστώτος και στην ανάδυση των Φρουρών της Επανάστασης, του στρατιωτικού σώματος που δημιούργησε ο Χομεϊνί για την προστασία του ισλαμικού κράτους. 

Η επόμενη πρόκληση για το θεοκρατικό καθεστώς ήταν ο θάνατος του ιδρυτή του, τον Ιούνιο του 1989. Η σιιτική ελίτ ξεπέρασε τον σκόπελο της διαδοχής του Αγιατολάχ Χομεϊνί με μια συμμαχία κορυφής ανάμεσα στον νέο Ανώτατο Ηγέτη Αλί Χαμενεΐ και τον εκλεγμένο νέο πρόεδρο Χασεμί Ραφσαντζανί. Όμως η επιλογή αυτής της δυαρχίας ως λύση στον γρίφο της διαδοχής του Χομεϊνί εμπεριείχε και τους σπόρους των μελλοντικών κρίσεων της Ισλαμικής Δημοκρατίας, καθώς δημιουργούσε τις προϋποθέσεις για μια ενδεχόμενη μελλοντική σύγκρουση ανάμεσα στη μεταφυσική εξουσία του Ανώτατου Ηγέτη και τη δημοκρατική νομιμοποίηση ενός δημοφιλούς και εκλεγμένου προέδρου. Η θεσμοθέτηση του υβριδικού πολιτικού συστήματος του Ιράν είχε δημιουργήσει μια δομική ασυμμετρία που ήταν θέμα χρόνου να αναδυθεί στην επιφάνεια.   

Advertisement
Advertisement

Πράγματι, το 1997, όταν το ιρανικό εκλογικό σώμα ανέδειξε τον μεταρρυθμιστή Μοχάμεντ Χαταμί στην προεδρία της χώρας, η συγκατοίκηση κορυφής ανάμεσα στον Ανώτατο Ηγέτη Αλί Χαμενεΐ και τον νέο πρόεδρο άνοιξε ένα νέο πολιτικό ρήγμα στο Ιράν, το οποίο δεν θα έκλεινε ποτέ ξανά. Η πλευρά Χαταμί πίστευε πως ο μετασχηματισμός της Ισλαμικής Δημοκρατίας προς ένα πιο φιλελεύθερο πολιτικό μοντέλο ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για την επιβίωσή της. Όμως η πλευρά Χαμενεΐ και οι σύμμαχοί του στις υπηρεσίες ασφαλείας ήταν πεπεισμένοι πως το μεταρρυθμιστικό άνοιγμα θα έφερνε, αργά ή γρήγορα, το τέλος του ισλαμικού κράτους. Η σύγκρουση των δύο αντίθετων οπτικών για την Ισλαμική Δημοκρατία είχε ως αποτέλεσμα την ακύρωση της μεταρρυθμιστικής ατζέντας του προέδρου Χαταμί, αλλά και τη διεύρυνση του ρήγματος που είχε πλέον ανοίξει στην καρδιά του ιρανικού πολιτικού συστήματος.

Η επόμενη πολιτική κρίση ήλθε το Ιούνιο του 2009, όταν η προσπάθεια των μεταρρυθμιστών να διεκδικήσουν εκ νέου την προεδρία -αυτή τη φορά με υποψήφιο τον πρώην πρωθυπουργό Μιρ Χουσεΐν Μουσαβί- ανακόπηκε με εκλογική νοθεία υπέρ του σκληροπυρηνικού προέδρου Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ. Οι  διαδηλώσεις που ξέσπασαν ως αντίδραση στην εκλογική νοθεία, το αποκαλούμενο Πράσινο Κίνημα, κατεστάλησαν βίαια.  

Το μεγαλύτερο μέρος της επόμενης δεκαετίας, το θεοκρατικό καθεστώς προσπάθησε να διαχειριστεί τη διαρκή φθορά του με μια στρατηγική επιβίωσης που συνδύαζε τη στρατιωτική εμπλοκή των Φρουρών της Επανάστασης στη Μέση Ανατολή με την προσπάθεια συνεννόησης με την αμερικανική διακυβέρνηση του Μπαράκ Ομπάμα για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα. Η καλλιέργεια ενός νέου μιλιταριστικού εθνικισμού με άξονα το σιιτικό Ισλάμ, αλλά και η βελτίωση του οικονομικού κλίματος με μια ενδεχόμενη άρση των κυρώσεων, ήταν οι βασικοί στόχοι του ιρανικού καθεστώτος. Ο νέος πρόεδρος ανέλαβε τη συνεννόηση με τη Δύση, ενώ οι Φρουροί της Επανάστασης διατήρησαν την ευθύνη της ιρανικής εμπλοκής στη Συρία για τη στήριξη του ιστορικού συμμάχου τους, του καθεστώτος Άσαντ. Αυτή η διττή στρατηγική λειτούργησε για ένα σύντομο χρονικό διάστημα, έως και το 2017, όταν ήταν ακόμη σε ισχύ η συμφωνία του 2015 για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα.

Όμως τον Μάιο του 2018, ο νέος Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ απέσυρε τις ΗΠΑ από τη συμφωνία για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα και επέβαλε νέες αυστηρές κυρώσεις κατά του Ιράν. Οι επιπτώσεις στην ιρανική οικονομία ήταν δραματικές, με εκτόξευση των τιμών των καυσίμων και των τροφίμων. Οι διαδηλώσεις που ξέσπασαν το 2018 και το 2019 σε πολλές ιρανικές πόλεις, αποτέλεσμα του οικονομικού στραγγαλισμού από την επαναφορά των αμερικανικών κυρώσεων, κλόνισαν το καθεστώς, καθώς αυτή τη φορά είχαν ξεσηκωθεί στρώματα της κοινωνίας που έως τότε θεωρούταν υποστηρικτές του. Η καταστολή ήταν και πάλι σφοδρή, με εκατοντάδες νεκρούς και συλλήψεις. Το θεοκρατικό καθεστώς είχε επιστρέψει σε βαθιά εσωτερική αμφισβήτηση, η οποία αναδύθηκε εκ νέου τον Σεπτέμβριο του 2022, μετά τη δολοφονία της 22χρονης Μαχσά Αμινί από τη θρησκευτική αστυνομία και τις πολυπληθείς διαδηλώσεις που ακολούθησαν εκείνο το φθινόπωρο.

Σε αυτήν τη διαρκή πλέον εσωτερική αμφισβήτηση του θεοκρατικού καθεστώτος σύντομα προστέθηκε και η αμφισβήτηση της περιφερειακής θέσης του Ιράν, την οποία η Τεχεράνη είχε χτίσει εκμεταλλευόμενη την καταστροφική αμερικανική εισβολή στο Ιράκ το 2003. Από το τότε και έως το 2023, καθώς τα αραβικά κράτη της Λεβαντίνης βυθίζονταν το ένα μετά το άλλο στην αστάθεια που είχε πυροδοτήσει η αμερικανική πολιτική στη Μέση Ανατολή –πρώτα το Ιράκ, μετά ο Λίβανος και ύστερα η Συρία- οι Ιρανοί Φρουροί της Επανάστασης έσπευσαν να απλώσουν την ιρανική επιρροή σε αυτά, κυρίως μέσω των σιιτικών πληθυσμών και των πολιτοφυλακών τους.

Όμως η στρατηγική της «μέγιστης πίεσης» της πρώτης διακυβέρνησης Τραμπ άσκησε πίεση στην ιρανική στρατηγική στη Μέση Ανατολή. Η δολοφονία του Ιρανού στρατηγού Κασέμ Σουλεϊμανί από αμερικανικό πύραυλο στο αεροδρόμιο της Βαγδάτης, τον Ιανουάριο του 2020, αποτέλεσε το πρώτο μεγάλο πλήγμα για την περιφερειακή πολιτική της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Ο στρατηγός Σουλεϊμανί ήταν ο συνδετικός κρίκος που συντόνιζε τις σιιτικές πολιτοφυλακές από τον Λίβανο έως το Ιράκ, το κέντρο ενός σιιτικού παραστρατιωτικού πλέγματος που καθόριζε τις γεωπολιτικές εξελίξεις της Μέσης Ανατολής, ενώ είχε αναδειχθεί σε σύμβολο του νέου σιιτικού μιλιταριστικού εθνικισμού που προωθούσε η ιρανική θεοκρατική ελίτ και οι Φρουροί της Επανάστασης. 

Advertisement

Στη συνέχεια, από το 2023, ο πόλεμος του Ισραήλ στη Γάζα και η περιφερειακή ανάφλεξη που προκάλεσε, είχαν ως αποτέλεσμα την ήττα της Χεζμπολά στον Λίβανο και την πτώση του καθεστώτος Άσαντ στη Συρία, δύο βασικών πυλώνων της περιφερειακής στρατηγικής της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Ο πόλεμος των 12 ημερών του Ιουνίου του 2025 ανάμεσα στο Ιράν και τη συμμαχία Ισραήλ-ΗΠΑ σηματοδότησε την αποτυχία της ιρανικής περιφερειακής στρατηγικής, καθώς δεν είχε καταφέρει, εντέλει, να αποτρέψει τη μετατόπιση του πολέμου στο ίδιο το ιρανικό έδαφος και την καρδιά του θεοκρατικού καθεστώτος.

Οι διαδηλώσεις των τελευταίων εβδομάδων αντανακλούν τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει το θεοκρατικό καθεστώς και τα αδιέξοδα στα οποία βρίσκεται η Ισλαμική Δημοκρατία. Αν και οι διαδηλώσεις ξέσπασαν ως αντίδραση στην κατάρρευση του ιρανικού νομίσματος, άμεσο αποτέλεσμα των νέων οικονομικών κυρώσεων που επανέφερε τον περασμένο Σεπτέμβριο ο ΟΗΕ ύστερα από μια δεκαετία, η ευθεία αμφισβήτηση του θεοκρατικού καθεστώτος πηγάζει από την πολυετή άρνησή του να παραχωρήσει ελευθερίες στους Ιρανούς και κυρίως στις νέες και τους νέους της χώρας. Εκεί βρίσκεται και το πρώτο σημαντικό αδιέξοδο που αντιμετωπίζει αυτή τη στιγμή το θεοκρατικό καθεστώτος. Η μακροχρόνια φοβία του απέναντι στην κοινωνική και πολιτική αλλαγή έχει εγκλωβίσει την ιρανική ελίτ σε μια σύγκρουση με την κοινωνία δίχως αξιόπιστες εναλλακτικές.

Το δεύτερο σημαντικό αδιέξοδο που αντιμετωπίζει η Ισλαμική Δημοκρατία είναι η προσαρμογή της στη νέα, δυσχερή θέση που έχει στη Μέση Ανατολή, με το ενδεχόμενο ενός νέου πολέμου με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ να αποτελεί ένα διαρκές ενδεχόμενο. Με τη Χεζμπολά αδρανοποιημένη, τη Συρία υπό ένα εχθρικό πια καθεστώς, η Ισλαμική Δημοκρατία έχει αναδιπλωθεί στον Περσικό Κόλπο, χρησιμοποιώντας το πυραυλικό της οπλοστάσιο ως μοναδική απειλή. Τα δύο αυτά αδιέξοδα εντείνουν την απομόνωση του θεοκρατικού καθεστώτος και μετατρέπουν την επόμενη περίοδο της Ισλαμικής Δημοκρατίας σε μια πορεία επιβίωσης.   

Advertisement