Οι επιστημονικές μελέτες εδώ και χρόνια προειδοποιούν: η κλιματική αλλαγή δεν είναι ένα μελλοντικό σενάριο, αλλά μια παρούσα πραγματικότητα. Τα ακραία καιρικά φαινόμενα (έντονες καταιγίδες , χιονοπτώσεις, πλημμύρες, καύσωνες) δεν αποτελούν πια σπάνιες εξαιρέσεις, αλλά ολοένα και συχνότερα γεγονότα που διαταράσσουν την καθημερινότητά μας. Ανάμεσά τους, και τη λειτουργία των σχολείων.

Το κλείσιμο των σχολείων και η προσφυγή στην τηλεκπαίδευση φαίνεται να έχει καθιερωθεί ως η «εύκολη» απάντηση της πολιτείας σε κάθε ακραίο καιρικό φαινόμενο. Μια απάντηση που, στην πράξη, μεταφέρει το βάρος της ευθύνης στους εκπαιδευτικούς και στους γονείς, χωρίς επαρκή σχεδιασμό, χωρίς σταθερό πλαίσιο, χωρίς ουσιαστική υποστήριξη. Όμως, όταν το «έκτακτο» γίνεται συχνό, τότε δεν μιλάμε πια για διαχείριση κρίσης, αλλά για απουσία στρατηγικής προσαρμογής.

Advertisement
Advertisement

Η εκπαιδευτική διαδικασία δεν μπορεί να μπαίνει διαρκώς σε παύση. Ούτε μπορεί να εξαρτάται από αποσπασματικές οδηγίες και αιφνιδιαστικές αποφάσεις. Η κλιματική αλλαγή απαιτεί από την πολιτεία ένα σοβαρό, οργανωμένο και θεσμικά κατοχυρωμένο σχέδιο προσαρμογής για τα σχολεία: από τις υποδομές και την ασφάλεια των κτιρίων, μέχρι τη συνέχεια της μαθησιακής διαδικασίας σε συνθήκες κρίσης.

Η τηλεκπαίδευση δεν είναι πανάκεια. Είναι όμως ένα εργαλείο. Και όπως κάθε εργαλείο, μπορεί να χρησιμοποιηθεί σωστά ή λάθος. Μπορεί να λειτουργήσει συμπληρωματικά, να κρατήσει τα παιδιά σε επαφή με τη μαθησιακή διαδικασία, να γίνει αφορμή ανάπτυξης κριτικής σκέψης και συζήτησης για το γιατί συμβαίνουν όλα αυτά: για την κλιματική αλλαγή, για τις αστοχίες του συμβατικού σχεδιασμού, για την ανάγκη προσαρμογής σε έναν κόσμο που αλλάζει.

Οι εκπαιδευτικοί είναι, και παραμένουν, πρότυπα. Όχι μόνο για τη γνώση που μεταδίδουν, αλλά για τη στάση τους απέναντι στην αλλαγή και την ευθύνη. Συχνά γίνονται αποδέκτες πίεσης λόγω των έκτακτων συνθηκών, χωρίς τα απαραίτητα μέσα, χωρίς επαρκή επιμόρφωση, χωρίς ξεκάθαρο πλαίσιο. Σε μια εποχή πολλαπλών κρίσεων, η συνέχιση της μάθησης «με κάθε διαθέσιμο τρόπο» δεν είναι πολυτέλεια αλλά αναγκαιότητα. Τα παιδιά μας μεγαλώνουν σε έναν κόσμο όπου οι κρίσεις θα είναι συχνότερες και η αβεβαιότητα μεγαλύτερη. Και το σχολείο οφείλει να είναι χώρος σταθερότητας, συνέπειας και νοήματος και όχι ένας θεσμός που παραλύει μπροστά στο «απρόβλεπτο».

Ήρθε η ώρα να σταματήσουμε να μιλάμε για «έκτακτες συνθήκες» και να αρχίσουμε να σχεδιάζουμε σοβαρά, με χαρακτήρα μόνιμο και μακροπρόθεσμο, για τη νέα κανονικότητα. Το ερώτημα δεν είναι αν θα ξανακλείσουν τα σχολεία λόγω ακραίων καιρικών φαινομένων. Το ερώτημα είναι αν, την επόμενη φορά, θα είμαστε πραγματικά έτοιμοι.