Για την καθηγήτρια που κακοποιήθηκε «έως θανάτου»

Υπάρχει μια σκηνή στην άγρια συμμορία του Πέκινπα, ο οποίος -αν και ο σεξισμός του πέρασε απαρατήρητος από μία τυφλή σε σχέση με το φύλο κινηματογραφική κριτική, δημιούργησε  μια από τις δυνατότερες κινηματογραφικές  αναπαραστάσεις στον 20ο αιώνα.  Στην σκηνή αυτή μια παρέα μικρών παιδιών νιώθει ηδονική χαρά στην θέα ενός σκορπιού που τον τρώνε τα κόκκινα μυρμήγκια. Αν και η σκηνή  σόκαρε κυοφορούσε μια κρυφή αλήθεια. Την (πριμοδοτημένη και χειραγωγημένη από κάθε διχοτομικό, ιεραρχικό σύστημα μεν αλλά υπαρκτή δε) τάση των παιδιών προς την σκληρότητα και την βία. Με αφορμή τον θάνατο της δασκάλας των ΕΠΑΛ μα και την προπέρσινη παραίτηση καθηγητή στο Ιόνιο, πάλι για λόγους μπούλινγκ, η τάση αυτή, ενδυναμωμένη από τις νέες τεχνολογίες, ξαναέρχεται στην επικαιρότητα.

Advertisement
Advertisement

Αλλά η κοινωνιογένεση των αναπαραστάσεων, ιδίως των ισχυρών όπως είναι (και) ο τρόπος που βλέπουμε την παιδική ηλικία, περισσότερο αποκαλύπτει αιτήματα των ενηλίκων, συνδεδεμένα με μια βαθιά ανάγκη ‘επιστροφής’ σε έναν χρόνο και τόπο μακριά από τις δυστοπίες της ενήλικης ζωής, κι όχι αυτό που η ίδια η παιδικότητα είναι. Και το οποίο δεν υπήρξε ποτέ ούτε ενιαίο ούτε καθολικό. Και προφανώς ούτε και μονοσήμαντα αθώο.

Μοιάζει αρκετά με την εξωραϊσμένη εικόνα που έχουμε για τον παλιό, ελληνικό, κινηματογράφο, κι ας τον ‘γέννησε’ μια κοινωνία γεμάτη με καλύτερα κρυμμένη λόγω της κοινωνικής συμμόρφωσης βία, κι ας είναι γεμάτος στερεότυπα και μικροφραστική βία ή φυσιολογικοποίηση της μπάτσας στον διανοητικά αδύναμο, και ο ίδιος. Γυρνώ πίσω και θυμάμαι  το μπούλινγκ που γινόταν στην τάξη μου σε μια φιλόλογο που είχε σωματική δυσμορφία. Τα δάκρυα της, το τρέμουλο όταν προσπαθούσε αυτή η συνεπής εκπαιδευτικός να μας διδάξει. Ακόμη και τότε η αντίδραση μου ήταν ανολοκλήρωτη στα κολόπαιδα της τάξης, σημερινοί γονείς. Κι αυτό χρόνια πριν το ίντερνετ, χρόνια πριν την έκρηξη της νεανικής βίας χρόνια πριν κατονομάσουμε και δώσουμε ορατότητα σε φαινόμενα που υπήρχαν πάντοτε.

Η ταύτιση των παιδιών με την αθωότητα παρόλα όσα πιστεύουμε, δεν υπήρχε γενικευμένη ως θέσφατο  στην κοινωνική συνείδηση “από πάντα”. Συνυφασμένη με την έκρηξη του ρομαντισμού ως αντίδραση στην τότε ανερχόμενη εκβιομηχάνιση, αντικατέστησε σε μια αργή διαδικασία κάποιων αιώνων το άλλο άκρο που αρνιόταν να δει το παιδί ως μια οντότητα με δικά του χαρακτηριστικά. Και αναζητώντας κάτι πέρα από την αλλοτρίωση ταύτισε την αδυναμία με την  αθωότητα. Αλλά ακόμη κι αυτή αφορούσε ‘τα δικά μας’ παιδιά. Για πρώτη φορά στις εικόνες και στην γραφή της εποχής, εφευρίσκεται ‘ο αστικός, οικογενειακός κήπος’, έμμεσα γεννημένος από τις βιβλικές ιστορίες, και όπως κάθε παράδεισος είχε τις αγνές μορφές του, που εδώ ενσαρκώνονταν στην μορφή της παρθένας συζύγου και του αγνού από φύση, προφυλαγμένου παιδιού της αστικής οικογενείας. Υπήρχαν (και) πολιτικά αίτια σε όλα αυτά, όπως επιχειρηματολόγησε ο Gorham, στα 1978.

Η αλλοτριωτική εμπειρία της εκμετάλλευσης καθαγιάζονταν άμεσα με την επιστροφή στο «χαρούμενο σπίτι», μέσα από τη μάνα και το παιδί. Αλλά έξω από τον ‘κήπο’, ‘οι παραγκουπόλεις που δημιουργήθηκαν γύρω από τα εργοστάσια  γέμιζαν σιγά σιγά τους δρόμους με θυμό και ιδέες και παιδικές συμμορίες δεμένες από την ανάγκη της επιβίωσης. Ήταν τότε που ο φόβος για μια ηλικία λιγότερο δεμένη με τις κοινωνικές συμβάσεις και συνεπώς περισσότερο απρόβλεπτη, άρχισε να εξαπλώνεται, απαιτώντας μια «κατάλληλη κοινωνικοποίηση». Η γενίκευση της εκπαίδευσης δεν στηρίχθηκε μόνο στην αναγνώριση των δικαιωμάτων και των δυνατοτήτων του αλλά και στον φόβο για την βία που θα μπορούσε, ανάλογα τις συνθήκες, να εκδηλώσει.

Όμως είτε εντός είτε εκτός του κήπου η εξουσία του ενήλικου, του γονιού ή του δασκάλου, κυρίως συναισθηματική από την μεριά της μητέρας και κυρίως ‘φυσική’ από την πλευρά του πατέρα λόγω των απονεμόμενων κοινωνικών τους ρόλων, δεν αμφισβητούνταν εύκολα και έπαιρνε συχνά κακοποιητικές διαστάσεις.

Η πρώτη φορά που παρατηρήθηκε μια στροφή αυτής της κοινωνικής τάσης ήταν στον μεταπολεμικό κόσμο της πρόσκαιρης οικονομικής  ευμάρειας . Σιγά σιγά, η γιγάντωση της αγοράς  ως τον κύριο πόλο του κοινωνικού γίγνεσθαι, διέχυσε το πλήθος των ανταγωνιστικών και τεχνοκρατικών αξιών της στο σύνολο της κοινωνικής δραστηριότητας (Touraine,1992), τάση που γιγαντώθηκε στον άκρατο ατομικισμό του νεοφιλελευθερισμού με πρώτα θύματα την αίσθηση της συλλογικότητας και της κοινωνικής ευθύνης.

Advertisement

Η ανάδειξη των παιδιών σε αυτό το συμβολικό περιβάλλον επέφερε αλλαγές στο κοινωνικό τους στάτους που καθρεφτίστηκαν πρώτα στην αγορά την ίδια. Οι κούκλες πχ, έχοντας  έναν ιδιαίτερο πολιτιστικό ρόλο στη διάρκεια της ιστορίας ως σύμβολα θρησκευτικών-μεταφυσικών εμπειριών, μεταβλήθηκαν, τους τελευταίους «ορθολογικότερους» αιώνες, σε σωματοποιημένες αξίες που «περιείχαν τους κόσμους που έφερε μαζί της η εκβιομηχάνιση» (Fraser,1989) και τους αρεστούς κοινωνικούς τους ρόλους. Ρόλους όπως η μητρότητα, που καθόριζαν την ιδιωτική εικόνα και την δημόσια πρακτική των γυναικών. Αλλά η Barbie, «η πιο εμπορική κούκλα που υπήρξε ποτέ» (Kline,1993, σελ.169), μπαίνοντας στην αγορά στα τέλη της συντηρητικής δεκαετίας του 50, «δεν ήταν για να μάθεις τις οικογενειακές αξίες και το νοικοκυριό», (Sutton Smith,1986, σελ.8) «αλλά το σεξ και το γκλάμουρ.

Κι όμως, παρόλο που οι περισσότεροι γονείς, οι διαχειριστές των χρημάτων, είπαν ένα βροντερό όχι στην πιθανότητα να την αγόραζαν για την κόρη τους, η Mattel, η εταιρεία, έχοντας μερικούς από τους καλύτερους κοινωνικούς ψυχολόγους ως αναλυτές, αποφάσισε να τους αγνοήσει, αλλάζοντας το σκεπτικό του μάρκετινγκ για πάντα (Kline,1993, σελ.169) και σύντομα ανάλογα παιχνίδια για αγόρια δημιουργήθηκαν, αφού έβλεπε τον ανερχόμενο ρόλο των παιδιών (Meyvoritz,1984). Δυναμική που σήμερα, στον χαοτικό κόσμο του ίντερνετ όπου τα ηλικιακά όρια πρόσληψης πολιτιστικού περιεχομένου έχουν εξαερωθεί και οι μιντιοποιημένες ταυτότητες σχετικά με το συμπεριφορικό challenge έχουν εδραιωθεί, δεν χρειάζεται καν ‘αντικείμενα’ ως διάμεσους εκτόνωσης. Βάζει στην θέση τους ανθρώπους.

Ήταν τότε όμως, στον ενοχικό κόσμο των ενηλίκων (ενοχικό γιατί οι δυο κύριοι κοινωνικοί ρόλοι έρχονταν σε σύγκρουση αφού οι γονείς, αρπαγμένοι από το όραμα του προσωπικού επιτεύγματος, δεν έδιναν πια στα παιδιά τους τον χρόνο που όφειλαν σύμφωνα με τα δεδομένα της εποχής) που το παιδί που γινόταν σιγά σιγά η κεφαλή του σπιτιού, ένας μικρός δυνάστης σε μια ολική ανατροπή.  Η ενοχή αυτή σύντομα απέδρασε από το οικιακό περιβάλλον και ‘καθρεφτίστηκε’ στις γονεϊκές αντιδράσεις στον χώρο του σχολείου, όπου γονείς ‘μεταβίβαζαν’ την απουσία τους στο πρόσωπο των εκπαιδευτικών, ενώσω μάλιστα η ματαίωση της ελπίδας μιας καλύτερης ζωής, αντικαθιστούσε την ευμάρεια κι εδραιωνόταν στη νέα γενιά.

Advertisement

Από τον σκληρό κόσμο του «μόνο τα κόκκαλα μην σπάσεις» δάσκαλε που κατέγραψε ο Καζαντζάκης, φτάσαμε σύντομα στο «μην τολμήσεις να κάνεις παρατήρηση στο δικό μου παιδί», με τελευταίο αλλά χαρακτηριστικό παράδειγμα την επιστολή δικαιολόγησης της κακοποίησης ακόμη και μετά τον θάνατό της. Το πορτοφόλι και ο «δημόσιος χώρος» ανήκε στους μεγάλους. Η διαχείρισή τους όμως περνούσε στο παιδί.

*«Θα σας φάνε τα παιδιά σας» – Στίχος του Τζίμυ Πανούση

Advertisement