Ο Μαρκ Κάρνεϊ στη συνάντηση του Νταβός τόλμησε να πει όσα πολλοί ηγέτες του δυτικού κόσμου έχουν διαπιστώσει αλλά δεν τολμούν ή αδυνατούν να πουν. Υπ’ αυτή την έννοια ο λόγος του θεωρείται εμπνευσμένος και προσβλέπει στην κινητοποίηση και λήψη μέτρων από τις δημοκρατίες της Δύσης σε μια αναδυόμενη εποχή αβεβαιότητας. Της αβεβαιότητας της γεωπολιτικής επιβολής της ισχύος των ισχυρών ως υποκατάσταση του Διεθνούς Δικαίου.

Ωστόσο ο Κάρνεϊ δεν επισήμανε ή παρέλειψε να αναδείξει όλες τις αιτίες που μας οδήγησαν σε αυτή την κατάρρευση νομιμοποίησης του Διεθνούς Δικαίου. Αυτούς τους λόγους λοιπόν θα προσπαθήσουμε να αναδείξουμε παρακάτω.

Advertisement
Advertisement

Από την Διεθνή Τάξη στην εποχή της γυμνής ισχύος

Η διεθνής τάξη που συγκροτήθηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο δεν κατέρρευσε μέσω μιας απότομης ρήξης, ακριβώς επειδή δεν θεμελιώθηκε αποκλειστικά στην επιβολή ισχύος, αλλά στη σταδιακή εσωτερίκευση κανόνων. Η σταθερότητά της δεν προήλθε μόνο από τη στρατιωτική ή οικονομική υπεροχή των κυρίαρχων δρώντων, αλλά από την αποδοχή μιας κοινής αντίληψης περί νομιμότητας. Όσο αυτή η αποδοχή λειτουργούσε, οι θεσμοί δεν εκλαμβάνονταν ως εξωτερικοί περιορισμοί, αλλά ως αυτονόητο πλαίσιο εντός του οποίου ασκείτο η διεθνής εξωτερική πολιτική.

Οι διεθνείς θεσμοί, σε αυτό το πλαίσιο, δεν λειτούργησαν απλώς ως τεχνικοί μηχανισμοί ρύθμισης, αλλά ως φορείς νοήματος. Παρήγαγαν προβλεψιμότητα, όχι επειδή διέθεταν καταναγκαστική ισχύ, αλλά επειδή ενσάρκωναν την προσδοκία ότι η ισχύς θα αυτοπεριορίζεται. Η ύπαρξη κανόνων είχε αξία μόνο στον βαθμό που οι ισχυροί αποδέχονταν ότι δεσμεύονται από αυτούς ακόμη και όταν δεν τους εξυπηρετούσαν άμεσα.

Η φθορά της διεθνούς τάξης ξεκίνησε τη στιγμή που αυτή η σχέση ισχύος και νομιμοποίησης άρχισε να αποσυντίθεται. Οι θεσμοί διατηρήθηκαν τυπικά, αλλά η πολιτική βούληση που τους έδινε κανονιστικό βάθος υποχώρησε. Οι κανόνες έπαψαν να λειτουργούν ως δεσμεύσεις και μετατράπηκαν σε επιλογές. Η συμμόρφωση έγινε εργαλειακή, όχι αξιακή· η επίκληση του δικαίου απέκτησε χαρακτήρα ρητορικό, όχι περιοριστικό.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο ΟΗΕ, ο οποίος, ήδη από τον Ψυχρό Πόλεμο, βρέθηκε παγιδευμένος στη λογική των βέτο των μεγάλων δυνάμεων. Παρότι διατηρούσε την επίφαση της συλλογικής ασφάλειας, αδυνατούσε να αποτρέψει ή να διαχειριστεί αποτελεσματικά κρίσιμες συγκρούσεις, όπως στον πόλεμο του Βιετνάμ, την εισβολή και παράνομη κατοχή του 37% του Κυπριακού εδάφους από την Τουρκία  ή αργότερα στη Γιουγκοσλαβία τη δεκαετία του 1990, όπου η διεθνής κοινότητα παρενέβη καθυστερημένα και αποσπασματικά αφήνοντας πίσω της πολιτικές εκκρεμότητες και γεωπολιτικά παράδοξα που εισπράττουμε έως τα σήμερα.

Αντίστοιχα, το διεθνές δίκαιο συνέχισε να υφίσταται ως κανονιστικό πλαίσιο, αλλά η εφαρμογή του έγινε ολοένα και πιο επιλεκτική. Η στρατιωτική επέμβαση του ΝΑΤΟ στο Κοσσυφοπέδιο το 1999, χωρίς ρητή έγκριση του Συμβουλίου Ασφαλείας, θεωρήθηκε τότε «εξαίρεση για ανθρωπιστικούς λόγους». Ωστόσο, αυτή η εξαίρεση άνοιξε τον δρόμο για μια νέα πρακτική, όπου η επίκληση ηθικών σκοπών χρησιμοποιήθηκε για να νομιμοποιήσει ενέργειες εκτός θεσμικού πλαισίου. Η εισβολή στο Ιράκ το 2003, βασισμένη σε ατεκμηρίωτες πληροφορίες για όπλα μαζικής καταστροφής, αποτέλεσε ίσως το πιο χαρακτηριστικό σημείο καμπής: οι θεσμοί υπήρχαν, αλλά η πολιτική βούληση να δεσμευτούν από αυτούς είχε ήδη εκλείψει.

Η ίδια λογική φθοράς αποτυπώνεται και στην οικονομική διάσταση της μεταπολεμικής τάξης. Οι θεσμοί του Bretton Woods σχεδιάστηκαν για να περιορίσουν τις κρίσεις και να εξασφαλίσουν σταθερότητα. Ωστόσο, από τη δεκαετία του 1970 και μετά, η σταδιακή απορρύθμιση των αγορών και η κυριαρχία του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού μετέτρεψαν τους κανόνες σε τεχνικές διαχείρισης, αποκομμένες από πολιτικό έλεγχο. Η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 ανέδειξε αυτή τη διάσταση με εμφατικό τρόπο: οι θεσμοί παρέμειναν, αλλά λειτούργησαν κυρίως για τη διάσωση του συστήματος και όχι για την αποκατάσταση της κοινωνικής και πολιτικής ισορροπίας.

Advertisement

Και φτάσαμε στην εισβολή της Ρωσίας του Πούτιν στην Ουκρανία και στις μεμονωμένες -χωρίς έγκριση από το Κογκρέσο- επεμβάσεις του Τραμπ στη Βενεζουέλα αλλά και στις αναθεωρητικές του βλέψεις για τη Γροιλανδία κλπ, που σαφώς δεν περιορίζονται μόνον εκεί.

Σε αυτή τη συνθήκη, η διεθνής τάξη συνέχισε να αναπαράγεται ως διαδικασία, αλλά όχι ως κοινό πολιτικό σχέδιο. Οι θεσμοί λειτούργησαν περισσότερο ως μηχανισμοί διαχείρισης κρίσεων παρά ως πεδία συλλογικής βούλησης. Η πολιτική αντικαταστάθηκε από τη διοίκηση, και η διοίκηση από την τεχνική διαχείριση συσχετισμών ισχύος. Το αποτέλεσμα ήταν μια τάξη χωρίς σαφή κανονιστικό πυρήνα, ικανή να λειτουργεί, αλλά όχι να πείθει.

Έτσι, η διεθνής τάξη επιβίωσε περισσότερο ως συνήθεια παρά ως πίστη. Η επανάληψη των ίδιων διαδικασιών, η επίκληση των ίδιων εννοιών και η τυπική αναπαραγωγή των ίδιων θεσμών δημιούργησαν την ψευδαίσθηση συνέχειας. Όμως, όπως δείχνει η πολιτική θεωρία, καμία τάξη δεν καταρρέει τη στιγμή που χάνει τη λειτουργικότητά της· καταρρέει όταν χάνει τη νομιμοποίησή της. Και αυτή η απώλεια συντελείται σιωπηλά, πολύ πριν γίνει ορατή ως κρίση.

Advertisement

Και σε όλες αυτές τις διαπιστώσεις ο Κάρνεϊ έχει το δίκιο με το μέρος του. Άλλωστε ο ίδιος ανέφερε, επιτυχημένα, το παράδειγμα του μανάβη του Χάβελ με την ταμπέλα, θέλοντας να επισημάνει αυτή τη σιωπηλή τυπική νομιμοποίηση ή οποία ωστόσο είχε διαρρηχθεί καιρό πριν και παρέμενε απλά στα χαρτιά .

Από τη διάλυση της συλλογικής πολιτικής στη ρευστότητα της ισχύος

Αυτό που παρέλειψε να μας πει είναι πως, η διεθνής τάξη που συγκροτήθηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, δεν αποσαθρώθηκε όμως μόνο από γεωπολιτικές μετατοπίσεις και αναθεωρητικές στρατηγικές ισχύος. Υπονομεύθηκε εκ των έσω, από μια βαθιά πολιτική και ιδεολογική μεταβολή στο εσωτερικό των δυτικών κοινωνιών. Η φθορά των θεσμών δεν υπήρξε απλώς αποτέλεσμα εξωτερικών πιέσεων, αλλά συνέπεια της αποδυνάμωσης των ίδιων των συλλογικών υποκειμένων που τους νομιμοποιούσαν.

Για δεκαετίες, η φιλελεύθερη δημοκρατία στηρίχθηκε σε μια λεπτή ισορροπία: το άτομο αναγνωριζόταν ως φορέας δικαιωμάτων, αλλά εντασσόταν σε συλλογικές δομές – κόμματα, συνδικάτα, κοινωνικά κινήματα, εθνικά και πολιτικά αφηγήματα. Αυτές οι δομές λειτουργούσαν ως μεσολαβητές ανάμεσα στην κοινωνία και την εξουσία, μετατρέποντας τις ατομικές αξιώσεις σε πολιτικά αιτήματα με συλλογικό νόημα. Όταν αυτή η μεσολάβηση άρχισε να καταρρέει, η δημοκρατία δεν εκδημοκρατίστηκε περισσότερο· αποπολιτικοποιήθηκε.

Advertisement

Η σταδιακή πολιτική υπεροχή του ατομικισμού, ενισχυμένη από τον δικαιωματισμό και τα κινήματα του λεγόμενου γουοκισμού, μετέθεσε το κέντρο βάρους από το συλλογικό στο απολύτως προσωπικό. Η πολιτική έπαψε να αφορά τη συγκρότηση κοινού σκοπού και μετατράπηκε σε άθροισμα ηθικών αξιώσεων. Τα δικαιώματα αποσπάστηκαν από το κοινωνικό και ιστορικό τους πλαίσιο και αντιμετωπίστηκαν ως αυτάρκεις ταυτότητες. Έτσι, αντί να ενισχυθεί η δημοκρατία, διαβρώθηκε η ίδια της η βάση: η δυνατότητα συγκρότησης πολιτικού «εμείς».

Σε αυτό το περιβάλλον, τα παραδοσιακά συλλογικά υποκείμενα αποδυναμώθηκαν. Τα κόμματα μετατράπηκαν σε εκλογικούς μηχανισμούς, τα συνδικάτα σε διαχειριστές ειδικών συμφερόντων, ενώ ο δημόσιος λόγος κατακερματίστηκε σε ανταγωνιστικές ηθικές αφηγήσεις. Η πολιτική σύγκρουση αντικαταστάθηκε από συμβολικές αντιπαραθέσεις ταυτότητας, χωρίς υλικό ή θεσμικό αντίκρισμα. Το αποτέλεσμα ήταν μια κοινωνία με αυξανόμενη ευαισθησία και μειούμενη πολιτική συνοχή.

Αυτή η αποσύνθεση δημιούργησε ένα τεράστιο πολιτικό κενό στις κοινωνίες. Όταν η φιλελεύθερη δημοκρατία έπαψε να μιλά τη γλώσσα της συλλογικής ασφάλειας, της κοινωνικής δικαιοσύνης και της πολιτικής κυριαρχίας, άλλοι έσπευσαν να καλύψουν το έλλειμμα. Η άνοδος της ακροδεξιάς και του λαϊκιστικού αναθεωρητισμού δεν υπήρξε ιστορικό ατύχημα, αλλά αντίδραση σε μια δημοκρατία που είχε χάσει την ικανότητα να εκφράζει κοινό συμφέρον.

Advertisement

Ο λαϊκισμός τύπου Τραμπ δεν αντλεί τη δύναμή του μόνο από τον θυμό ή την παραπληροφόρηση. Αντλεί τη νομιμοποίησή του από την αίσθηση εγκατάλειψης που παρήγαγε μια πολιτική τάξη αποκομμένη από τις συλλογικές αγωνίες της κοινωνίας. Εκεί όπου ο φιλελευθερισμός μιλούσε για δικαιώματα χωρίς κοινότητα, ο λαϊκισμός μίλησε για κοινότητα χωρίς φιλελευθερισμό. Και εκεί όπου οι θεσμοί επικαλούνταν κανόνες χωρίς πολιτική βούληση, ο αναθεωρητισμός πρόβαλε την ισχύ ως υποκατάστατο νομιμοποίησης.

Advertisement

Η σύνδεση μεταξύ εσωτερικής πολιτικής αποσύνθεσης και διεθνούς αναθεώρησης είναι άμεση. Μια κοινωνία που δεν μπορεί να συγκροτήσει συλλογικό πολιτικό υποκείμενο δεν μπορεί ούτε να στηρίξει μια συνεκτική εξωτερική πολιτική. Έτσι, η αποδυνάμωση της δημοκρατίας στο εσωτερικό προετοίμασε το έδαφος για την αποδυνάμωση των θεσμών στο διεθνές επίπεδο. Η τάξη των κανόνων υποχώρησε, όχι μόνο επειδή αμφισβητήθηκε από ισχυρούς δρώντες, αλλά επειδή έπαψε να υποστηρίζεται από κοινωνίες με πολιτική αυτοπεποίθηση.

Ο κόσμος που αναδύεται δεν είναι απλώς πιο συγκρουσιακός· είναι λιγότερο πολιτικός με την κλασική έννοια. Η σύγκρουση μετατοπίζεται από το πεδίο των ιδεών στο πεδίο της ταυτότητας και από τη συλλογική δράση στη μονομερή επίδειξη ισχύος. Αν η δημοκρατία θέλει να επιβιώσει ως κάτι περισσότερο από διαδικασία, οφείλει να ανασυστήσει τα συλλογικά της υποκείμενα. Διαφορετικά, θα συνεχίσει να παράγει τον ίδιο της τον αντίπαλο.

Και τώρα; Τι κάνουμε τώρα;

Στο ίδιο, λοιπόν, πνεύμα εντάσσεται και η αναθεωρητική ρητορική του Ντόναλντ Τραμπ για την προσάρτηση της Γροιλανδίας. Η πρόταση αυτή, όσο ακραία κι αν φαντάζει, επαναφέρει στο προσκήνιο μια προνεωτερική αντίληψη γεωπολιτικής: το έδαφος ως εμπόρευμα, η κυριαρχία ως διαπραγματεύσιμο μέγεθος, οι συμμαχίες ως πρόσκαιρες συμβάσεις συμφέροντος. Η μεταπολεμική αρχή της απαραβίαστης εδαφικής ακεραιότητας υποχωρεί μπροστά στη λογική του στρατηγικού ανταγωνισμού για πόρους, διαδρόμους και σφαίρες επιρροής.

Advertisement

Παράλληλα, στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών, ο αυξανόμενος συγκεντρωτισμός εξουσίας στο πρόσωπο του προέδρου και η συστηματική υποβάθμιση των δημοκρατικών θεσμών σηματοδοτούν κάτι βαθύτερο από μια πολιτική παλινδρόμηση. Πρόκειται για κρίση του ίδιου του φιλελεύθερου υποδείγματος διακυβέρνησης, όπου η λαϊκή εντολή μετατρέπεται σε εργαλείο υπέρβασης των θεσμικών αντιβάρων. Η ηγεμονική προεδρία δεν είναι απλώς αμερικανικό φαινόμενο· λειτουργεί ως πρότυπο για άλλες χώρες που αναζητούν «αποτελεσματικότητα» εις βάρος της δημοκρατικής λογοδοσίας.

Την ίδια στιγμή, ωστόσο, η εξέγερση του ιρανικού λαού απέναντι στο θεοκρατικό καθεστώς των μουλάδων υπενθυμίζει ότι η Ιστορία δεν κινείται μόνο από κράτη αλλά και από κοινωνίες. Εδώ αναδύεται μια αντίφαση της σύγχρονης διεθνούς τάξης: ενώ οι θεσμοί αδυνατούν να περιορίσουν αυταρχικά καθεστώτα, οι λαοί επιχειρούν να τα ανατρέψουν χωρίς τη στήριξη μιας συνεκτικής διεθνούς κοινότητας. Η αδυναμία του ΟΗΕ να διαδραματίσει ουσιαστικό ρόλο σε τέτοιες κρίσεις δεν είναι συγκυριακή· είναι αποτέλεσμα της παράλυσης που προκαλεί ο ανταγωνισμός των μεγάλων δυνάμεων.

Σε αυτό το περιβάλλον εντάσσεται και ο αναθεωρητισμός του πολιτικού Ισλάμ, καθώς και η δημογραφική και πολιτισμική του δυναμική στο εσωτερικό των ευρωπαϊκών κοινωνιών. Το ζήτημα δεν είναι θρησκευτικό, αλλά πολιτικό και γεωστρατηγικό. Η Ευρώπη καλείται να διαχειριστεί πληθυσμιακές μεταβολές χωρίς κοινή στρατηγική ένταξης, ασφάλειας και ταυτότητας, την ώρα που εξωτερικοί δρώντες εργαλειοποιούν τις κοινωνικές εντάσεις. Η απουσία ενιαίας ευρωπαϊκής πολιτικής καθιστά τα κράτη ευάλωτα τόσο εσωτερικά όσο και διεθνώς.

Όλα τα παραπάνω συγκλίνουν σε ένα κρίσιμο συμπέρασμα: οι μεταπολεμικοί θεσμοί δεν καταρρέουν επειδή απέτυχαν ιδεολογικά, αλλά επειδή εγκαταλείφθηκαν πολιτικά. Το ΝΑΤΟ αποδυναμώνεται όχι μόνο από εξωτερικές απειλές, αλλά από την έλλειψη στρατηγικής συνοχής και κοινής αντίληψης κινδύνου. Ο ΟΗΕ μετατρέπεται σταδιακά σε φόρουμ διαχείρισης κρίσεων χωρίς δυνατότητα επιβολής λύσεων. Οι χώρες του Νταβός, εγκλωβισμένες στη λογική της οικονομικής ολιγοπωλιακής κυριαρχίας, υποτίμησαν τη σημασία της πολιτικής και αμυντικής ισχύος.

Σε αυτό το σημείο, η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε ένα ιστορικό σταυροδρόμι. Για δεκαετίες επένδυσε στην οικονομική ολοκλήρωση, παραμελώντας την πολιτική και αμυντική της ενοποίηση. Η κυριαρχία των ισχυρών οικονομιών, όπως η Γερμανία και η Γαλλία, διαμόρφωσε μια Ένωση που λειτουργεί περισσότερο ως οικονομικός μηχανισμός παρά ως γεωπολιτικός δρων. Η κρίση της διεθνούς τάξης αποκαλύπτει τα όρια αυτής της επιλογής.

Το μέλλον της Ευρώπης δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά σε αγορές και κανονισμούς. Απαιτείται στρατηγική αυτονομία, κοινή αμυντική πολιτική, θεσμική εμβάθυνση και σαφής πολιτική ταυτότητα. Όχι ως αντίβαρο στις ΗΠΑ, αλλά ως αναγκαίος πυλώνας σταθερότητας σε έναν πολυπολικό κόσμο. Η Ευρώπη οφείλει να επαναπροσδιορίσει την έννοια της ισχύος, συνδυάζοντας το κράτος δικαίου με την ικανότητα επιβολής και αποτροπής.

Εν τέλει, η παγκόσμια διεθνής τάξη δεν εισέρχεται σε εποχή χάους, αλλά σε εποχή μεταβατικής ρευστότητας. Όπως θα έλεγε ένας μεγάλος στοχαστής της Δύσης, οι εποχές κρίσης δεν είναι το τέλος των πραγμάτων, αλλά το τέλος των βεβαιοτήτων. Όσοι επιμείνουν να σκέφτονται με τα εργαλεία του χθες, θα αιφνιδιαστούν από τον κόσμο του αύριο. Όσοι, όμως, κατανοήσουν τη φύση της αλλαγής, ίσως μπορέσουν να τη διαμορφώσουν.