Είμαστε συνηθισμένοι να εξετάζουμε τις πόλεις από τη σκοπιά του κατοίκου, του ταξιδιώτη ή του επενδυτή. Σπάνια όμως τις εξετάζουμε μέσα από το βλέμμα της κριτικής επιτροπής βραβείων αρχιτεκτονικής, εκεί όπου δεκάδες έργα από όλον τον πλανήτη αναμετρώνται σε λίγα αλλά καθοριστικά λεπτά συζήτησης, και όπου γίνεται εμφανές σαν επαγγελματικός κλάδος τι θεωρούμε σήμερα ως «καλή και επιτυχημένη αρχιτεκτονική» και τι όχι.

Τα τελευταία χρόνια έχω βρεθεί πολλές φορές σε αυτή τη θέση. Ως Ελληνίδα αρχιτέκτονας και αστική σχεδιάστρια (urban designer) με έδρα την Αθήνα και τη Νέα Υόρκη, συμμετέχω σε κριτικές επιτροπές διεθνών βραβείων όπως τα Europe 40 Under 40 of The Chicago Athenaeum Museum, τα RIBA UK Sustainability Awards 2026, τα WAN Awards 2026, τα Frame Awards 2026, και τα anotHERVIEWture Awards. Παράλληλα, έχω συμβουλευτικό ρόλο σε τεχνικές επιτροπές για τα πρότυπα βιωσιμότητας U.S. Green Building CouncilUSGBC LEED v5 (Water Efficiency TagWE TAG)και σε advisory councils της Autodesk για τα ψηφιακά εργαλεία του κλάδου αρχιτεκτονικής, μηχανικής και κατασκευών (AEC).

Advertisement
Advertisement

Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι περνάω μεγάλο μέρος του χρόνου μου κοιτώντας πόλεις και κτίρια από διαφορετικές κλιματικές ζώνες και χώρες του πλανήτη: από ένα μικρό κοινοτικό κέντρο σε μια γειτονιά του Λονδίνου μέχρι ένα νέο αεροδρόμιο στη Μέση Ανατολή, και από ένα σχολείο στη Σκανδιναβία μέχρι ένα παραλιακό πάρκο στη Λατινική Αμερική. Και, αναπόφευκτα, κάθε φορά γυρίζω νοητά πίσω στην Αθήνα και αναρωτιέμαι: πού βρισκόμαστε εμείς μέσα σε αυτόν τον χάρτη;

Η βιωσιμότητα δεν είναι πια “plus”, είναι προϋπόθεση

Σε μιά προσπάθεια να συνοψίσω σε μία φράση τι προσδοκούν σήμερα τα διεθνή βραβεία, θα αναφέρω το εξής: η βιωσιμότητα δεν είναι πια “ωραίο να υπάρχει”, είναι προϋπόθεση.

Στα RIBA UK Awards 2026, για παράδειγμα, τα δεδομένα για την ενέργεια, το νερό, τον άνθρακα και τη βιοποικιλότητα δεν προσμετρώνται πλέον ως μία επιπλέον υποστηρικτική παράγραφος στο τέλος της υποβαλλόμενης πρότασης, είναι βασικό πεδίο της αξιολόγησης. Το ίδιο ισχύει για τα περισσότερα μεγάλα βραβεία αρχιτεκτονικής και σχεδιασμού διεθνώς: ζητούν μετρήσιμα στοιχεία για κατανάλωση, υλικά, κύκλο ζωής των υλικών ως προαπαιτούμενα για τη συμμετοχή των υποβαλλόμενων προτάσεων στις αξιολογήσεις, όχι γενικές διακηρύξεις.

Αυτό έχει δύο συνέπειες, από την μία ότι πλέον κερδίζουν έργα που είναι «ήσυχα» αισθητικά αλλά πολύ δυνατά σε απόδοση, για παράδειγμα ένα σχολείο που μηδενίζει σχεδόν την ενεργειακή του κατανάλωση, ένα μικρό κέντρο υγείας που χρησιμοποιεί τοπικά υλικά και φυσικό αερισμό, μια κοινωνική κατοικία που φτιάχτηκε με σεβασμό στον προϋπολογισμό αλλά και στον πλανήτη, και από την άλλη, ότι τα εντυπωσιακά “iconic” κτίρια χωρίς αντίστοιχη περιβαλλοντική επίδοση δυσκολεύονται όλο και περισσότερο να συμπεριληφθούν στην λίστα επιτυχόντων.

Για την Αθήνα και τις ελληνικές πόλεις, αυτό σημαίνει ότι οι προτεραιότητες αξιολόγησης των αρχιτεκτονικών βραβείων μεταστρέφονται από το «ωραίο κέλυφος», προς τις πραγματικές επιδόσεις των κτιρίων, των κατασκευών αλλά και του δημόσιου χώρου. Το ελπιδοφόρο νέο; Τα μεσογειακά κτίρια έχουν ιστορική «μνήμη» φυσικού αερισμού, σκίασης και χρήσης τοπικών υλικών. Η ανησυχητική διαπίστωση; Συχνά τα ξεχνάμε στην πράξη, στο βωμό μιας «διεθνούς αισθητικής» που δυστυχώς δεν συμβαδίζει πάντα με το τοπικό κλίμα και τις εξελισσόμενες ανάγκες μας.

Η εποχή της επανάχρησης

Η δεύτερη επαναλαμβανόμενη θεματική που συναντώ σε όλες τις κριτικές επιτροπές βραβείων σήμερα αρχιτεκτονικής είναι η επανάχρηση κτιρίων. Αν τα προηγούμενα χρόνια τα βραβεία μονοπωλούσαν νέα «εμβληματικά» κτίρια, σήμερα ένα τεράστιο ποσοστό των υποψηφίων έργων (μικρής, μεσαίας και μεγάλης-αστικής κλίμακας) αφορά παλιά σχολεία που έγιναν πολιτιστικά κέντρα, βιομηχανικά κελύφη που έγιναν βιβλιοθήκες ή creative hubs, κατοικίες που μεγαλώνουν «έξυπνα» αντί να κατεδαφίζονται.

Advertisement

Η λογική είναι κοινή: η πιο βιώσιμη αρχιτεκτονική είναι αυτή που δεν χτίζεται. Η ενσωματωμένη ενέργεια και ο άνθρακας των υπαρχόντων κατασκευών είναι πολύτιμα· αν τα εξαλείψουμε μέσω κατεδάφισης, δυστυχώς επανεκκινούμε ξανά από το μηδέν σε έναν πλανήτη που δεν αντέχει άλλο “μηδέν”.

Στην Αθήνα, αυτό αγγίζει κατευθείαν τον τρόπο που δημιουργικά επαναχρησιμοποιούμε τα κενά ισόγεια, τα παλιά εμπορικά κτίρια στο κέντρο, τα μεταολυμπιακά ακίνητα και τις εκτάσεις  σε “αναμονή” που περιμένουν «επενδυτή».

Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι οι επιτυχημένες πόλεις είναι αυτές που κερδίζουν είναι αυτές που μαθαίνουν να δουλεύουν με αυτό που έχουν, όχι μόνο με μεγάλα “tabula rasa” projects. Και εδώ ακριβώς αναδύεται και ένα πολιτικό ερώτημα: γιατί να σπαταλήσουμε πόρους και υλικά για να οικοδομήσουμε κάτι καινούριο, όταν έχουμε δεκάδες κτίρια “ανενεργά” που αναμένουν ένα νέο κεφάλαιο;

Advertisement

Η πόλη ως εμπειρία, όχι μόνο ως εικόνα

Μία τρίτη επαναλαμβανόμενη θεματική που επανέρχεται σε όλες τις επιτροπές είναι η εμπειρία του χρήστη. Στα presentations των υποψηφίων έργων δεν αηιολογούμε πλέον απλώς όψεις και concept diagrams, αλλά πώς νιώθει κανείς όταν περπατάει σε έναν πεζόδρομο, πώς ακούγεται ένας εσωτερικός κήπος, τι βλέπει ένα παιδί από το ύψος του, πόσο εύκολα βρίσκει κάποιος με κινητικά προβλήματα τον δρόμο του.

Σε αυτό το επίπεδο, η Αθήνα έχει ένα μεγάλο πλεονέκτημα: είναι μια πόλη όπου ο δημόσιος χώρος ζει, όμορφα, vibrantly αν και χαοτικά. Τα καφέ στα πεζοδρόμια, τα μικρά πάρκα, οι πλατείες, τα μπαλκόνια, οι ταράτσες που γίνονται κήποι, όλα αυτά είναι υλικό για μια νέα γενιά έργων που αναδύεται επάξια διεθνώς, συνδυάζοντας αυτή τη ζωντανή καθημερινότητα με καινοτόμο περιβαλλοντικό σχεδιασμό.

Συχνά, κατά την διάρκεια των αξιολογήσεων στις κριτικές επιτροπές, όταν κοιτάζω ένα οικοδομικό τετράγωνο από τη βόρεια Ευρώπη, άριστο τεχνικά  σχεδιασμένο αλλά σχεδόν αποκομμένο από την συλλογική κοινωνική “κατοίκηση”, σκέφτομαι τα ελληνικά καφέ και τις πλατείες μας, που «ζουν» χωρίς να έχουν επίσημο design, ως ανεπίσημη επέκταση της κοινωνικής ζωής του υφιστάμενου πεζοδρομίου. Αυτό συνιστά κληρονομιά για την Αθήνα και χρέος ώστε να το διαφυλάξουμε: οφείλουμε να το αναδείξουμε με στοχευμένο σχεδιασμό, όχι να το χάσουμε στο όνομα της «ευταξίας».

Advertisement

Τι σημαίνουν όλα αυτά για την Ελλάδα

Γυρνώντας από τις συνεδριάσεις των επιτροπών στις δικές μου διαδρομές στην Αθήνα, βλέπω τρία πεδία όπου έχουμε διακριτό περιθώριο να επιτύχουμε μελλοντικά:

α) Μικρές, στοχευμένες επεμβάσεις

Δεν χρειάζονται μόνο «μεγάλα έργα». Ένα σχολείο, ένα Κέντρο Υγείας, ένας πεζόδρομος, ένα μικρό πάρκο γειτονιάς, όταν σχεδιάζονται με σοβαρή προσέγγιση στη βιωσιμότητα και στην καθημερινή εμπειρία, αναδύονται επιτυχημένα (award-winning entries) δίπλα σε διεθνή παραδείγματα και κερδίζουν διεθνή βραβεία και αναγνώριση.

Advertisement

Τα ελληνικά έργα που διαπιστώνω διαχρονικά να ξεχωρίζουν σε διεθνείς διαγωνισμούς δεν είναι πάντα τα πιο «φωτογενικά», αλλά εκείνα που αποδεικνύουν ότι μπορεί κανείς να φτιάξει κάτι ωραίο, λειτουργικό και αποδοτικό, με λογικό προϋπολογισμό, με σεβασμό στο κλίμα, στον τόπο, στα υλικά και στους ανθρώπους που θα το βιώσουν καθημερινά.

Advertisement

β) Επαναχρησιμοποίηση υπαρχόντων κτιρίων

Αθήνα, Πειραιάς και περιφέρεια είναι γεμάτοι κτίρια «σε αναμονή». Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι η δημιουργική επανάχρηση, με σεβασμό στην ιστορία και έξυπνο τεχνικό σχεδιασμό, είναι από τις πιο δυνατές προτεραιότητες σε κάθε βραβείο, αλλά και στην πραγματική ζωή των κατοίκων. Ένα παλιό σχολείο που δημιουργικά επαναχρησιμοποιείται σαν βιβλιοθήκη, ένα εργοστάσιο που μετασχηματίζεται σε χώρο τέχνης, ένα ξενοδοχείο της δεκαετίας του ’60 που επαναπροσδιορίζεται με σύγχρονες βιοκλιματικές απαιτήσεις,  όλα αυτά συνιστούν διπλή επιτυχία: ως αρχιτεκτονική και ως κοινωνική πράξη.

γ) Συνεργασία αρχιτεκτόνων – δήμων – φορέων

Advertisement

Τα έργα που ξεχωρίζουν δεν είναι solo acts· είναι αποτέλεσμα συνεργασίας μεταξύ μελετητών, δήμων, τεχνικών υπηρεσιών, πολιτιστικών φορέων, χρηματοδοτικών εργαλείων. Εκεί θεωρώ ότι η Ελλάδα εξελίσσεται και ότι δεν έχει ακόμη πολύ δρόμο (διαθέτει τεράστιο δυναμικό απόθεμα), ειδικά όταν υπάρχουν οι φορείς όπως το ΤΕΕ, τα ιδρύματα και οι δήμοι που αρχίζουν έμπρακτα να συμπεριλαμβάνουν το κλίμα και τη βιωσιμότητα.

Ίσως όλα αυτά ακούγονται «μακρινά» από την καθημερινότητα κάποιου που ζει στην Αθήνα. Όμως η εμπειρία μου από τις κριτικές επιτροπές είναι ότι η αρχιτεκτονική των βραβείων και η αρχιτεκτονική της καθημερινότητας δεν είναι δύο διαφορετικοί κόσμοι. Είναι ο ίδιος κόσμος, απλώς τον βιώνουμε από διαφορετική οπτική. Για παράδειγμα, όταν ένα σχολείο σχεδιάζεται σωστά για το φως, τον αερισμό και τον ήχο, το παιδί που διδάσκεται μέσα μαθαίνει/πετυχαίνει τους εκπαυδευτικούς του στόχους πιο επιτυχηένα και νιώθει ασφαλές, όταν ένας πεζόδρομος προστατεύεται από τον ήλιο, είναι προσβάσιμος, έχει πράσινο και νερό, δεν είναι απλώς “όμορφος”, είναι κομμάτι της ψυχικής μας υγείας των κατοίκων, όταν ένα παλιό κτίριο δεν γκρεμίζεται αλλά μετασχηματίζεται, κερδίζουμε ιστορία, πόρους και ποιότητα ζωής ταυτόχρονα.

Από αυτή την άποψη, κάθε βραβείο που δίνουμε ή δεν δίνουμε σε μια διεθνή επιτροπή είναι ένα μικρό μήνυμα προς τις πόλεις του μέλλοντος. Και θα ήθελα πολύ αυτό το μήνυμα, τα επόμενα χρόνια, να γράφεται όλο και πιο συχνά.

*

Η Ελένη‑Στεφανία Καλαποδά είναι Αρχιτέκτονας-Μηχανικός (National Technical University of Athens-NTUA),ΤΕΕ-TCG, ARB, AIA Associate, LEED GA, Envision SP) και αστική σχεδιάστρια (Master of Science in Architecture and Urban Design, Columbia GSAPP).