Η από κοινού στρατιωτική επιχείρηση των Ηνωμένες Πολιτείες και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν σηματοδοτεί μια δραματική κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή, με επιπτώσεις που ήδη ξεπερνούν τα σύνορα των τριών χωρών. Την 28η Φεβρουαρίου πραγματοποιήθηκαν εκατοντάδες πλήγματα σε δεκάδες περιοχές της ιρανικής επικράτειας, με στόχους στρατηγικής, πολιτικής και συμβολικής σημασίας.
Μεταξύ των εγκαταστάσεων που επλήγησαν περιλαμβάνονται το Προεδρικό Μέγαρο, η οικία του Ανώτατου Θρησκευτικού Ηγέτη Αλί Χαμενεΐ, ο οποίος έχασε και τη ζωή του, αεροδρόμια, στρατιωτικές εγκαταστάσεις, κυβερνητικά κτίρια, καθώς και υποδομές που συνδέονται με τους Φρουρούς της Επανάστασης και τη στρατιωτική ηγεσία της χώρας. Πυραυλικές και ναυτικές εγκαταστάσεις συγκαταλέγονται επίσης στους βασικούς στόχους, γεγονός που υποδηλώνει σαφή πρόθεση πλήρους αποδυνάμωσης της επιχειρησιακής ικανότητας της Τεχεράνης.
Ο θάνατος κορυφαίων αξιωματούχων, μεταξύ των οποίων ο Αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων Αμίρ Χαταμί, ο Υπουργός Άμυνας Αζίζ Νασιρζαντέχ και ο Επικεφαλής της Δικαιοσύνης Γκολάμ-Χοσεΐν Μοχσενί-Ετζεΐ – εφόσον επιβεβαιωθεί οι απώλειες αυτές θα συνιστούν σοβαρό πλήγμα στον πυρήνα του ιρανικού κρατικού μηχανισμού.
Η απάντηση της Τεχεράνης υπήρξε άμεση. Το Ιράν εξαπέλυσε επιθέσεις εναντίον ισραηλινών στόχων, ενώ παράλληλα έπληξε στρατιωτικές βάσεις που φιλοξενούν αμερικανικά στρατεύματα στο Κουβέιτ, στο Μπαχρέιν, στη Σαουδική Αραβία, στην Ιορδανία, στο Ιράκ, στο Κατάρ και στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Η γεωγραφική διασπορά των αντιποίνων επιβεβαιώνει τον κίνδυνο γενικευμένης περιφερειακής ανάφλεξης.
Παράλληλα, οι ΗΠΑ πραγματοποίησαν αεροπορικές επιδρομές στο Ιράκ εναντίον φιλοϊρανικών πολιτοφυλακών, ενώ το Ισραήλ προχώρησε σε επιθέσεις στον νότιο Λίβανος εναντίον της Χεζμπολάχ. Την ίδια στιγμή, οι Χούθι στην Υεμένη ανακοίνωσαν ότι θα επαναλάβουν τις επιθέσεις κατά πλοίων στην Ερυθρά Θάλασσα, ενισχύοντας τις ανησυχίες για την ασφάλεια των θαλάσσιων οδών.
Οι αντικειμενικοί στόχοι της επίθεσης ΗΠΑ–Ισραήλ φαίνεται να είναι τρεις: η καταστροφή του βαλλιστικού προγράμματος του Ιράν και της δυνατότητας ανασυγκρότησής του, η εξουδετέρωση των ιρανικών ναυτικών δυνάμεων και, σε πολιτικό επίπεδο, η πτώση του θεοκρατικού καθεστώτος. Ο τρίτος στόχος, ωστόσο, θεωρείται εξαιρετικά δύσκολος έως ανέφικτος χωρίς δραματική κλιμάκωση.
Σε αντίθεση με τον ιρανοϊσραηλινό πόλεμο των 12 ημερών τον Ιούνιο του 2025, η άμεση εμπλοκή της Ουάσιγκτον ενδέχεται να αποδυναμώσει περαιτέρω – αν όχι καθοριστικά – το καθεστώς και τις στρατιωτικές του δυνατότητες. Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ δεν φαίνεται να επεδίωκε ουσιαστικά μια διαπραγματευτική διέξοδο και, σύμφωνα με εκτιμήσεις, είχε συναποφασίσει με τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου την προώθηση της συγκεκριμένης επιχείρησης.
Το ιρανικό καθεστώς είναι πιθανό να πολεμήσει μέχρι τέλους, καθώς δεν διαθέτει ορατές εναλλακτικές επιλογές. Όση ζημιά και αν προκληθεί στις στρατιωτικές του υποδομές, οι ΗΠΑ δύσκολα θα επιτύχουν ανατροπή χωρίς χερσαία εισβολή – ένα σενάριο που προς το παρόν φαντάζει εξαιρετικά απίθανο. Βεβαίως, η πλήρης καταστροφή των στρατιωτικών δυνατοτήτων του Ιράν δεν είναι καθόλου βέβαιη και απαιτεί μια εκτεταμένη επιχείρηση μακράς διαρκείας, με σαφές οικονομικό και πολιτικό κόστος. Ακόμη και μια ενδεχόμενη δολοφονία του Ανώτατου Ηγέτη δεν θα άνοιγε αυτομάτως τον δρόμο για την πτώση του θεοκρατικού καθεστώτος. Αντιθέτως, θα μπορούσε να οδηγήσει σε περαιτέρω ριζοσπαστικοποίηση σιιτικών πληθυσμών, τόσο στο εσωτερικό του Ιράν όσο και στην ευρύτερη περιοχή. Εξάλλου, το ιρανικό καθεστώς έχει θεσπίσει ισχυρούς θεσμούς, οι οποίοι θα μπορούσαν να επιβιώσουν ακόμη και μετά το θάνατο του Ανώτατου Ηγέτη, έστω και με σημαντικές εσωτερικές τριβές.
Η συμμετοχή των ΗΠΑ ενισχύει πολιτικά την ισραηλινή κυβέρνηση και προσωπικά τον Νετανιάχου, ο οποίος εμφανίζεται να επιτυγχάνει τη στρατηγική διεθνοποίηση της σύγκρουσης. Την ίδια στιγμή, οι εξελίξεις επιβεβαιώνουν τους φόβους των γειτονικών κρατών του Περσικός Κόλπος, που ήδη βρίσκονται στο στόχαστρο ιρανικών αντιποίνων.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η κλιμάκωση της έντασης στον Περσικό Κόλπο, ιδίως μετά την απόφαση του Ιράν και των συμμάχων του Χούθι στην Υεμένη να κλείσουν, δια της απειλής χρήσης βίας, τα Στενά του Ορμούζ και το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ, δύο θαλάσσιες αρτηρίες ζωτικής σημασίας για το παγκόσμιο εμπόριο και τη μεταφορά υδρογονανθράκων. Οποιαδήποτε παρατεταμένη διαταραχή στη ναυσιπλοΐα θα μπορούσε να έχει άμεσες επιπτώσεις στις διεθνείς αγορές, στην παγκόσμια οικονομία και στην ενεργειακή ασφάλεια.
Το συμπέρασμα που διαμορφώνεται είναι ότι ο πόλεμος αυτός δεν διαθέτει έναν απολύτως σαφή, στρατηγικά συνεκτικό και ρεαλιστικό τελικό στόχο. Η πλήρης αποδυνάμωση του Ιράν ενδέχεται να προσφέρει βραχυπρόθεσμα οφέλη στους εμπλεκόμενους, όμως η διάχυση της κρίσης στην ευρύτερη περιοχή θεωρείται σχεδόν βέβαιη. Μια βαθιά αποσταθεροποίηση του καθεστώτος θα μπορούσε να οδηγήσει όχι σε ταχεία πολιτική μετάβαση, αλλά σε μακροχρόνια εσωτερική κρίση, με απρόβλεπτες συνέπειες για ολόκληρη τη Μέση Ανατολή και όχι μόνο.