Μετά από 265 χρόνια λειτουργίας, το ιστορικό καφέ Antico Caffè Greco της Ρώμης, στη διάσημη εμπορική Via dei Condotti, κοντά στην Piazza di Spagna, έκλεισε οριστικά, επειδή η αύξηση του ενοικίου και η άρνηση του επενδυτικού fund που το αγόρασε να ανανεώσει τη μίσθωση οδήγησαν σε πολυετή δικαστική διαμάχη.
Το καφενείο το οποίο ιδρύθηκε το 1760, αποτελούσε διαχρονικό σημείο συνάντησης Ευρωπαίων λογοτεχνών και καλλιτεχνών· άπαντες έχουν διαβεί τις πόρτες του, από τον Τσαρλς Ντίκενς, τον Χένρι Τζέιμς, τον Όρσον Γουέλς και τον Τζον Κητς, μέχρι την Όντρεϊ Χέμπορν, τη Σοφία Λόρεν και τη Λιζ Τέιλορ. Τριακόσια έργα τέχνης υπήρχαν αναρτημένα, σαν εκθέματα μουσείου, στους μπορντό τοίχους του.
Το Καφέ Γκρέκο μπόρεσε να δώσει σκληρή μάχη διαρκείας, επειδή αποτελούσε τόσο σημαντική επιχείρηση, ιστορικών και πανευρωπαϊκών μάλιστα διαστάσεων.
Τα funds ως οιονεί αναπτυξιακές μηχανές λειτουργούν με συστηματική και κυνική στρατηγική εξόντωσης των ευάλωτων οντοτήτων· επωφελούνται από κάθε λογής βολική χαραμάδα, δηλαδή καθυστερημένες δόσεις στεγαστικών δανείων ή έκτακτες ανάγκες των νοικοκυριών που τα υποχρεώνουν σε δάνεια με δυσμενείς όρους. Πράγματι, τα επενδυτικά funds εξουσιάζουν απόλυτα βασικούς τομείς της κοινωνικής ζωής, από το σπίτι μέχρι την απλή πίστωση. Αυτή η εξουσία στηρίζεται στη μεγέθυνση, στην αδιάκοπη αύξηση των αποδόσεων εις βάρος ανθρώπων που δεν διαθέτουν τα μέσα να αντισταθούν. Όσοι κάποτε εμπιστεύθηκαν τις τράπεζες για να πάρουν σπίτι ή να στηρίξουν μια μικρή επιχείρηση βρίσκονται αντιμέτωποι με κτηνώδεις εταιρείες που αγοράζουν τα χρέη τους μπιρ παρά και στη συνέχεια αρπάζουν τα σπίτια τους με ψυχρή εργαλειακότητα. Μαζί με την όποια περιουσία χάνεται και η ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Η διαδικασία είναι ημιδιαφανής, με νομικά τεχνάσματα και ασύμμετρη ισχύ. Σπίτια, καταστήματα και περιουσίες αλλάζουν χέρια σαν πιόνια σε χρηματοοικονομικό παιχνίδι, που επιβάλλει τη μεγέθυνση ως κανόνα απαραβίαστο.
Η ανθρώπινη ζωή, πολύ εύθραυστη, όταν είναι μάλιστα αναγκεμένη, δεν λογαριάζεται στο παιχνίδι των funds, που δεν βλέπουν γειτονιές, κοινότητες, ιστορίες, δηλαδή τη μνήμη ενός πολιτισμού που φθίνει και ξεφτίζει· βλέπουν αποδόσεις, ρίσκα και ευκαιρίες εκμετάλλευσης. Ο δανειολήπτης τυλιγμένος με τους πολύπλοκους όρους της σύμβασης βρίσκεται αντιμέτωπος με απηνείς εκπλειστηριασμούς, δικηγόρους και μια μηχανική στημένη για να τον αφήσει στον δρόμο οικογενειακώς. Οι απλοί άνθρωποι εκτίθενται διαρκώς στην απειλή μιας αγοράς χωρίς φραγμούς, προάγοντας την οικονομική επισφάλεια ως συνέπεια ενός συστήματος που δομείται στην ανισότητα και μας επιβάλλεται η αποδοχή αυτής της κατάστασης ως φυσικής και αναπόδραστης. Το φαινόμενο δεν περιορίζεται στη Ρώμη ή στην Ευρώπη. Ιστορικές στοές μετατρέπονται σε πολυτελή ξενοδοχεία, βιοτεχνικές γειτονιές παραδίδονται σε real-estate ανάπτυξη υψηλών κερδών, καθώς τα funds αποκαθηλώνουν την πόλη ως πεδίο κοινωνικών σχέσεων, ιστορικής συνέχειας και καθημερινής ζωής και τη συρρικνώνουν σε αστικό χώρο κεφαλαιακής αξιοποίησης.
Η πολιτεία οφείλει να ρυθμίσει τη βαρβαρότητα της μεγέθυνσης των real estate funds ως κοινωνική ανάγκη και να θέσει μηχανισμούς που προστατεύουν τους ανθρώπους. Στις ΗΠΑ μετά την κρίση των στεγαστικών δανείων του 2008, μεγάλοι επενδυτικοί όμιλοι απέκτησαν μαζικά ακίνητα και στεγαστικά δάνεια, οδηγώντας σε εξώσεις εκατοντάδες χιλιάδες οικογένειες. Οι κοινότητες που κατέρρευσαν δεν λογαριάστηκαν ως κόστος, παρά μόνο ως υπολειμματικές απώλειες μιας «επενδυτικής ευκαιρίας» που απέδωσε υψηλά κέρδη. Στην Ισπανία, η δεκαετία της λιτότητας συνοδεύτηκε από πρωτοφανείς εξώσεις, τις desahucios. Τράπεζες και κράτος πούλησαν τεράστια χαρτοφυλάκια δανείων σε επενδυτικά funds, τα οποία ενήργησαν πρόστυχα και ακαριαία. Στην Ελλάδα τα vulture funds (που σαν γύπες και ειδεχθή όρνεα) απέκτησαν κοψοχρονιάς μη εξυπηρετούμενα στεγαστικά, καταναλωτικά και επιχειρηματικά δάνεια, χωρίς όμως να μεταφέρουν αυτή τη μείωση στους δανειολήπτες.
Οι πιθανές ρυθμίσεις είναι δυσανάλογες με τις οικονομικές δυνατότητες των νοικοκυριών και οι εκποιήσεις κινούνται με ρυθμό αδυσώπητο. Σε δεκάδες χιλιάδες περιπτώσεις, οικογένειες με παιδιά απομακρύνθηκαν από τα σπίτια τους παρά την προθυμία τους να ρυθμίσουν τις οφειλές τους με βιώσιμους όρους. Το πρόβλημα είναι δομικό, πολιτειακό, και εκπορεύεται από το στυγερό οικονομικό μοντέλο που αποδίδει προτεραιότητα στη μεγέθυνση, η οποία στοιχειώνει τις θεμελιώδεις κοινωνικές αξίες μας και ευτελίζει την ανθρωπιά μας και δείχνει τη φτήνια του αργυρώνητου πολιτισμού μας.
Ο Κώστας Θεολόγου είναι Καθηγητής Ιστορίας και Φιλοσοφίας του Πολιτισμού στο ΕΜΠ [email protected]