Ισχύει, πιστεύω, πως «Ό,τι χάνουμε από ηθική μάς επιστρέφει πίσω σε αλαζονεία» και πως όταν συμβαίνει αυτό στις διεθνείς σχέσεις τότε δημιουργείται ένα απύθμενο κενό «διαπολιτισμικής ενσυναίσθησης» που εκμηδενίζει την αντιληπτική ικανότητα του αλαζόνα.
Αναρωτιέμαι τι δουλειά έχουν οι κυανόκρανοι στην Κύπρο. Αναρωτιέμαι, όχι γιατί επιτέλους μετά από σειρά δύσκολων συναισθηματικά αλλά ευτυχώς τολμηρών πολιτικά συμβιβασμών επιτεύχθηκε η επανένωση της Κύπρου, αλλά γιατί ο ΟΗΕ και τα όργανά του που ως τώρα είχαν το παγκοσμίως αποδεκτό θεσμικό δικαίωμα να αποφασίζουν για την κινητοποίηση υπερεθνικών στρατιωτικών δυνάμεων προκειμένου να συμβάλλουν στην επιβολή ή επιτήρηση της ειρήνης, μοιάζει να έχουν εκχωρήσει ό,τι αφορούσε αυτό ακριβώς το παγκοσμίως αποδεκτό θεσμικό δικαίωμα, στο Τραμπικής εμπνεύσεως, στο Τραμπικό εύρημα ονόματι «Συμβούλιο Ειρήνης».
Ο Ψυχρός Πόλεμος σήμαινε, στην ουσία, δημοκρατία ενάντια στον αυταρχισμό. Ορισμένοι μεταπολεμικοί πόλεμοι ήταν μερικές φορές εξωφρενικοί, αλλά, σε μια δύσκολη στιγμή, θα μπορούσαν να ερμηνευτούν – γενναιόδωρα σκεπτόμενοι– ως «επίδειξη της εμβέλειας της αμερικανικής καλοσύνης».
Όταν άλλοι εμφανίζονταν στο προσκήνιο με καθυστέρηση ή διακατεχόμενοι από «δομική» συστολή-η αναφορά αφορά του Ευρωπαίους εταίρους– οι ΗΠΑ έμοιαζαν πρόθυμες να ξεκινήσουν μια εκστρατεία βομβαρδισμού για να σώσουν τους αδικημένους του πλανήτη τούτου. Οι πόλεμοι των προκατόχωντης Τραμπικής πυγμής, προφανώς πίεζαν τα πράγματα, αλλά η αμερικανική κυβέρνηση έμπαινε τουλάχιστον στον κόπο να απευθυνθεί στον ΟΗΕ για να δικαιολογήσει αυτό που έκανε σταματώντας τον πολλαπλασιασμό των όπλων μαζικής καταστροφής και απομακρύνοντας έναν δικτάτορα.
Όλα αυτά μπορεί να ήταν λίγο φθαρμένα, αλλά υπήρχε μια προσπάθεια να δοθεί ένα φύλλο συκής αξιοπρέπειας στην άσκηση της ωμής εξουσίας. Με την επίθεση στο Ιράν, αυτό έχει εξαφανιστεί.
Μεταβαίνουμε από μια εποχή που βλέπαμε τις ΗΠΑ ως τον «ηγέτη του ελεύθερου κόσμου» που περιορίζει τον αυταρχισμό και ως τον μεσίτη μιας «Pax Americana» που προστατεύει τα όρια μιας διεθνούς τάξης, σε μια εποχή όπου τις βλέπουμε απλώς ως έναν ηγεμόνα που εκμεταλλεύεται την υπεροπλία που έχει στον ανταγωνισμό με άλλους ηγεμόνες.
Ένας κυνικός θα έλεγε ότι έτσι ήταν πάντα – και θα ήταν δύσκολο να διαφωνήσει κανείς με τον κυνικό – αλλά οι μορφές άσκησης εξουσίας και οι τελετές είχαν πάντα σημασία. Μόλις εξαφανιστούν, γίνεται απίστευτα δύσκολο να νομιμοποιηθεί ξανά η άσκηση εξουσίας. Ο υπόλοιπος κόσμος θα βλέπει τη μελλοντική άσκηση της αμερικανικής εξουσίας πάντα και μόνο ως προώθηση στενών αμερικανικών γεωπολιτικών συμφερόντων. Η ηθική εξουσία που απαιτείται για την οικοδόμηση συνασπισμών ή για την υπεράσπιση της φιλελεύθερης διεθνούς τάξης εξαφανίζεται με μονομερείς επιθέσεις.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν χάσει το ηθικό τους πλεονέκτημα: Αυτόεπιβεβαιώνεται από τις αλλεπάλληλες αρνήσεις σύμπραξης που εισπράττει ο Λευκός Οίκος…
Το Ισραήλ έχει κάνει «επαγγελματικό του χαρτί» το να χρησιμοποιεί την προοπτική της ειρήνης ως τακτική για να διεξάγει πολέμους εναντίον των εχθρών του. Τον Ιούνιο, κατά τη διάρκεια του τελευταίου γύρου διαπραγματεύσεων ΗΠΑ-Ιράν για το πυρηνικό ζήτημα, το Ισραήλ σκότωσε τους επικεφαλής διαπραγματευτές της Τεχεράνης και προσπάθησε να αποκεφαλίσει την πολιτική κυβέρνηση την πρώτη ημέρα του δωδεκαήμερου πολέμου του εναντίον του Ιράν, στον οποίο οι Ηνωμένες Πολιτείες συμμετείχαν την τελευταία ημέρα. Τον Σεπτέμβριο, όταν η διπλωματία για τον πόλεμο της Γάζας πλησίαζε σε μια συμφωνία κατάπαυσης του πυρός, το Ισραήλ επιτέθηκε στην πολιτική πτέρυγα της Χαμάς στη Ντόχα.
Από την οπτική γωνία των ΗΠΑ, οι διαπραγματεύσεις με το Ιράν έχουν πλαισιωθεί από την επιθυμία του Τραμπ να κερδίσει μια συμφωνία πιο συμφέρουσα για τις Ηνωμένες Πολιτείες από την «τρομερή» συμφωνία που τελικά διαπραγματεύτηκε ο Μπαράκ Ομπάμα το 2016, μετά από πάνω από μια δεκαετία διπλωματίας μεταξύ της Τεχεράνης και των παγκόσμιων δυνάμεων. Κατά τη διάρκεια της πρώτης του θητείας, ο Τραμπ αποχώρησε μονομερώς από τη συμφωνία και έκτοτε έχει υιοθετήσει μια μαξιμαλιστική θέση στις διαπραγματεύσεις με την Τεχεράνη, σύμφωνα με το μακροχρόνιο αίτημα του Ισραήλ.
Ναι, υπάρχουν απολύτως βάσιμοι λόγοι για να είναι επιθυμητή η αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν. Η Ισλαμική Δημοκρατία αποτελεί εδώ και καιρό απειλή για την περιοχή και χορηγό της τρομοκρατίας παγκοσμίως. Αποτελεί πράγματι μια «υπαρξιακή απειλή» για το Ισραήλ. Όντως το καθεστώς πρόσφατα ενεπλάκη σε μια βάναυση καταστολή διαδηλωτών, σκοτώνοντας περίπου 30.000 ανθρώπους. Αλλά, όπως έχει τεκμηριωθεί από εκτεταμένες αναφορές, η απόφαση να επιτεθεί στο Ιράν είχε περισσότερο να κάνει με έναν υπολογισμό ότι η τωρινή στιγμή είναι μια γεωπολιτικά κατάλληλη στιγμή για να επιτεθεί κι όχι οτιδήποτε άλλο.
«Η απόφαση των ΗΠΑ να χτυπήσουν το Ιράν ήταν μια νίκη για τον κ. Νετανιάχου, ο οποίος πίεζε τον κ. Τραμπ εδώ και μήνες για την ανάγκη να χτυπήσει αυτό που υποστήριζε ότι ήταν ένα αποδυναμωμένο καθεστώς», έγραψαν οι New York Times σε ένα άρθρο που γνώρισε μεγάλη δημοσιότητα.
Καμία προσπάθεια να νομιμοποιηθεί η χρήση βίας σύμφωνα με τους διεθνείς κανόνες: Επιβεβαιώνονται όλα όσα αναμενόταν να συμβούν από τότε που ο Τραμπ εμφανίστηκε στην παγκόσμια σκηνή: την αποχώρηση των Ηνωμένων Πολιτειών από την φιλελεύθερη τάξη, με μιαπολύ πιο απλοϊκή ηθική να παίρνει τη θέση της.
Μοιάζει με μια μακρινή ανάμνηση, το είδος του συνασπισμού που ενώθηκε για να υποστηρίξει την Ουκρανία: Η φιλελεύθερη διεθνής τάξη συσπειρώθηκε για να υπερασπιστεί κάποιες στοιχειώδεις αρχές, όσο και εδάφη.
Με τα χτυπήματα στο Ιράν, και σε κάποιο βαθμό στη Βενεζουέλα, μπαίνουμε σε μια αρκετά σαφώς διαφορετική εποχή, που θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε «Η Εποχή των Απολεσθέντων Κανόνων και της Κυριαρχίας της Κρατικής Αυτοδικίας» Ένας είναι ο βασικός, ο κεντρικός, ο κυρίαρχος κανόνας : Δεν υπάρχουν πια κανόνες.
Επικρατεί μια διαφορετική πολιτική ηθική: Η εθνική κυριαρχία σαφώς παύει να έχει μεγάλη σημασία αν ο επικεφαλής μιας χώρας μπορεί να απαχθεί από την κρεβατοκάμαρά του από την ομάδα κομάντος μιας μεγάλης δύναμης και στη συνέχεια, ο επικεφαλής μιας άλλης χώρας μπορεί να δολοφονηθεί στο σπίτι του ή σε μια αίθουσα συνεδριάσεων.
Πλέον ο ορισμός της έννοιας και του περιεχομένου της εθνικής κυριαρχίας καθίσταται έωλος, και λειτουργικά αδρανής ανά πάσα στιγμή.
Και αν όλα όσα καινοφανή που ως τώρα επισημάναμε παραλειφθούν, το γεγονός παραμένει όχι ως ερωτηματικό αλλά ως βασική εκτίμηση: Ο Τραμπ δεν έχει σχέδιο για τον Ιρανικό λαό, και δεν υφίσταται συνεκτική στρατηγική για τον ιρανικό λαό ως προς την οικοδόμηση του μέλλοντος του.
Αυτή η έλλειψη συνοχής μαστίζει την πολιτική της κυβέρνησης Τραμπ για πολλές εβδομάδες. Σε τουλάχιστον οκτώ περιπτώσεις κατά τη διάρκεια της πανεθνικής εξέγερσης του Ιράν στις αρχές Ιανουαρίου, ο Πρόεδρος Τραμπ ενθάρρυνε τους Ιρανούς να «αναλάβουν τον έλεγχο των θεσμών τους» και υποσχέθηκε ότι η αμερικανική βοήθεια ήταν «καθ’ οδόν». Λίγες μέρες όμως αφότου το ιρανικό καθεστώς έσφαξε κυριολεκτικά χιλιάδες πολίτες του, ο ειδικός απεσταλμένος του Τραμπ, Στιβ Γουίτκοφ, έστειλε το αντίθετο μήνυμα…! Περιέγραψε το Ιράν ως «μια συμφωνία που πρέπει να συμβεί» προσθέτοντας πως η χώρα θα μπορούσε να γίνει δεκτή στην «κοινωνία των εθνών». Ο Αντιπρόεδρος Βανς δήλωσε επίσης ότι τα συμφέροντα της Αμερικής στο Ιράν είναι περιορισμένα. «Αν ο ιρανικός λαός θέλει να ανατρέψει το καθεστώς, αυτό εξαρτάται από τον ιρανικό λαό», δήλωσε πρόσφατα ο Βανς στους δημοσιογράφους. «Αυτό στο οποίο επικεντρωνόμαστε αυτή τη στιγμή είναι το γεγονός ότι το Ιράν δεν μπορεί να έχει πυρηνικά όπλα».
Η απουσία μιας ευρύτερης στρατηγικής χαρακτήριζε διαχρονικά την πολιτική του Λευκού Οίκου: Τόσο τα περιστέρια όσο και τα γεράκια προσπάθησαν να διαχειριστούν τις τακτικές της Ισλαμικής Δημοκρατίας, δηλαδή τις πυρηνικές της φιλοδοξίες, τους βαλλιστικούς πυραύλους της, το δίκτυο των πολιτοφυλακών πληρεξουσίων της σε όλη τη Μέση Ανατολή – χωρίς ποτέ να καταλήξουν σε μια ουσιαστική στρατηγική για την καταπολέμηση του ριζικού προβλήματος: την ιδεολογία του ίδιου του καθεστώτος.
Η Ισλαμική Δημοκρατία είναι μια θεοκρατία που ιδρύθηκε ρητά για να αντιταχθεί στις βαθύτερες αρχές της φιλελεύθερης δημοκρατίας και του κράτους δικαίου. Κατά τη διάρκεια της 47χρονης βασιλείας της, αυτό το θεοκρατικό κράτος δεν τόλμησε καμία ουσιαστική πολιτική μεταρρύθμιση, δεν βελτίωσε το ιστορικό του στα ανθρώπινα δικαιώματα – το ακριβώς αντίθετο συνέβη – και δεν σταμάτησε ποτέ να προσπαθεί να εξάγει τον ριζοσπαστισμό του στο εξωτερικό. Για να διατηρήσει τον έλεγχο, το καθεστώς έχει χρησιμοποιήσει μαζική βία, εκφοβισμό και παρακολούθηση.
Παρ’ όλα αυτά, όπως έχει γράψει η διακεκριμένη ιστορικός, συγγραφέας και ακτιβίστρια για τα ανθρώπινα δικαιώματα Λαντάν Μπορούμαντ ( Ladan Boroumand) , οι δυτικές φιλελεύθερες δημοκρατίες προτιμούν εδώ και καιρό να εμπλέκονται με την Ισλαμική Δημοκρατία «σχεδόν αποκλειστικά μέσω του παραδείγματος της Ρεαλπολιτικής», συμμετέχοντας σε διαπραγματεύσεις που δεν φαίνεται ποτέ να λειτουργούν.
Η Λαντάν Μπορούμαντ είναι επίτιμη καθηγήτρια ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Πάρμας και συνιδρύτρια και μέλος του ΔΣ του Κέντρου Abdorrahman Boroumand για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα στο Ιράν. Αυτή την εποχή γράφει ένα βιβλίο με τον προσωρινό τίτλο «Ο πόλεμος της Ισλαμικής Δημοκρατίας εναντίον των Ιρανών και πώς η Αμερική παγιδεύτηκε σε αυτόν».
Γεννήθηκε στο Ιράν και είναι κόρη του Abdorrahman Boroumand, ενός δικηγόρου και πολιτικού ακτιβιστή που δολοφονήθηκε στο Παρίσι το 1991, γεγονός που την ενέπνευσε να συνεχίσει τον αγώνα του. Το 2009 τιμήθηκε με το Βραβείο Lech Walesa για το έργο της στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Υποστηρίζει ενεργά το Κίνημα “Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία“, ενημερώνει τη διεθνή κοινή γνώμη για τις καταστολές στο Ιράν καλώντας τη διεθνή κοινότητα να αναλάβει δράση για την προστασία των Ιρανών πολιτών. Συμμετέχει σε διεθνή φόρα και δεξαμενές σκέψης -όπως το Freedom House– αναλύοντας το μέλλον της δημοκρατίας στο Ιράν και τις προκλήσεις της δυτικής διπλωματίας.
Όταν γειτνιάζεις γεωγραφικά με μία τόσο δραστήρια Γυναίκα, με τόση διεθνή αναγνώριση για το έργο της, με τέτοια ποιότητα γνώσης και σκέψης, σπεύδεις να την συμβουλευτείς και ανάλογα να σχεδιάσεις την στρατηγική σου. Δεν την αγνοείς. Αντιλαμβάνομαι πλήρως πως είναι θέμα ελλιπούς κουλτούρας η αποστασιοποίηση ενός ακαλλιέργητου ηγεμονικού υπερφίαλου κονκλάβιου από την διαπιστωμένη πηγή γνώσης. Το τραγικό στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι πως ο πλανήτης έχει να κάνει όχι με ένα, αλλά με δύο εύπορα μεν αλλά ακαλλιέργητα κονκλάβια που και τα δύο έχουν επιλέξει ως μέσο διευθέτησης των διεθνών θεμάτων την ουράνια κυριαρχία και τους κατά συρροή βομβαρδισμούς.
Υπήρχαν πολλές ευκαιρίες να δοκιμάσει κανείς κάτι διαφορετικό. Το 2009, κατά τη διάρκεια των μαζικών διαμαρτυριών στο Ιράν, η κυβέρνηση Ομπάμα θα μπορούσε να είχε θέσει μια εκστρατεία για τα ανθρώπινα δικαιώματα στο επίκεντρο της πολιτικής της για το Ιράν, προωθώντας τους ανθρώπους, τις ιδέες, την εκπαίδευση και τα μέσα ενημέρωσης που θα μπορούσαν να είχαν βοηθήσει στην αλλαγή του Ιράν από μέσα. Το 2019, μετά την ακύρωση της πυρηνικής συμφωνίας του Μπαράκ Ομπάμα με το Ιράν, η πρώτη κυβέρνηση Τραμπ θα μπορούσε να είχε κάνει το ίδιο. Αλλά δεν το έκανε.
Η δεύτερη κυβέρνηση Τραμπ προχώρησε πολύ περισσότερο προς την αντίθετη κατεύθυνση, στην πραγματικότητα καταργώντας εργαλεία που θα μπορούσαν να είχαν βοηθήσει στην προώθηση της συμμετοχής των πολιτών και στην οικοδόμηση μιας ενωμένης αντιπολίτευσης στο Ιράν. Η κυβέρνηση έχει αφαιρέσει χρήματα από ομάδες παρακολούθησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του Ιράν και έχει αποχρηματοδοτήσει έργα μέσων ενημέρωσης.
Υπό την ηγεσία της τηλεπερσόνας Κάρι Λέικ, η Υπηρεσία Παγκόσμιων Μέσων Ενημέρωσης των ΗΠΑ εμπόδισε το Radio Farda, το κανάλι της περσικής γλώσσας του αμερικανικού ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού Radio Free Europe/Radio Liberty, να χρησιμοποιεί αμερικανικό εξοπλισμό μετάδοσης.
Η Φωνή της Αμερικής, το άλλο κανάλι της κυβέρνησης των ΗΠΑ στην περσική γλώσσα, μείωσε την κάλυψη και έχασε την αξιοπιστία του παράγοντας κομματικές εκπομπές με αποτέλεσμα, να χάσει έδαφος από το χρηματοδοτούμενο από τη Σαουδική Αραβία κανάλι Iran International. Η Λέικ μείωσε επίσης τη χρηματοδότηση για έναν άλλο οργανισμό, το Open Technology Fund, που είναι αφιερωμένο στην παροχή εικονικών ιδιωτικών δικτύων και δορυφορικής πρόσβασης σε Ιρανούς, μεταξύ άλλων. Αυτή η απόφαση ενίσχυσε την απομόνωση των Ιρανών εντός της χώρας από το μεγάλο κίνημα αντιφρονούντων στη διασπορά.
Να σημειωθεί πως πρόσφατα Ομοσπονδιακός δικαστής Ρόις Λάμπερθ στις ΗΠΑ κήρυξε παράνομες τις ενέργειες της Κάρι Λέικ στη διοίκηση της Φωνής της Αμερικής και ακύρωσε όλες τις αποφάσεις της, μεταξύ άλλων τις απολύσεις 1.000 περίπου δημοσιογράφων και υπαλλήλων.
Η προφανής έλλειψη ενδιαφέροντος για την ιρανική αντιπολίτευση προσθέτει ένα επίπεδο άκρατου σουρεαλισμού στο βίντεο που δημοσίευσε πρόσφατα ο Τραμπ: Κάλεσε το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης, τις Ιρανικές Ένοπλες Δυνάμεις και την αστυνομία να «καταθέσουν τα όπλα τους».
Αλλά σε ποιον πρέπει να παραδοθούν; Σχεδόν χλεύασε τον ιρανικό λαό να αναλάβει την εξουσία. «Ας δούμε πώς θα αντιδράσετε», είπε. «Η Αμερική σας υποστηρίζει με συντριπτική δύναμη και καταστροφική ισχύ», τους διαβεβαίωσε μεγαλόστομα.
Αλλά σε ποιους ακριβώς απευθύνθηκε;
Στους ακτιβιστές της κοινωνίας των πολιτών και των γυναικών που θέλουν να οικοδομήσουν μια κοινωνία κράτους δικαίου, με διαφάνεια, λογοδοσία και ανεξάρτητα δικαστήρια;
Στις εθνοτικές μειονότητες που ευελπιστούν για περισσότερη αυτονομία;
Στους μερικές φορές φανατικούς υποστηρικτές μιας νέας μοναρχίας;
Στις αποσχισθείσες ομάδες εντός του IRGC που ενδιαφέρονται για τη δημιουργία στρατιωτικής δικτατορίας;
Τι ακριβώς χρειάζεται και τι δεν χρειάζεται το Ιράν; Το Ιράν δεν χρειάζεται μια νέα δικτατορία, αλλά αυτοδιάθεση και μια πλουραλιστική κυβέρνηση που σέβεται τα βασικά δικαιώματα. Πολλά από αυτά όμως ο επιτιθέμενος μοιάζει να τα έχει καταστρατηγήσει και στην άσκηση εξωτερικής πολιτικής και στο εσωτερικό της χώρας του. Οι Ιρανοί δεν θα μπορέσουν ν’ αποτινάξουν για άλλη μια φορά το αιμοσταγές θεοκρατικό καθεστώτος. Είναι τραγικό αν τελικά συμβεί αυτό, να οφείλεται κυρίως στην απουσία κουλτούρας και αντιληπτικής ικανότητας εκ μέρους ενός επιτιθέμενου που υπερισχύει θεαματικά στρατιωτικά αλλά μειονεκτεί δραματικά στη διάγνωση των κοινωνικών και πολιτισμικών χαρακτηριστικών που συνθέτουν την χώρα που δέχεται την επίθεση:
Το κενό της «διαπολιτισμικής ενσυναίσθησης» μοιάζει πολύ σημαντικότερο από την πολεμική υπεροπλία και αυτό είναι ένα γεγονός, ένα συμπέρασμα που οι πολιτικοί επιστήμονες, οι κοινωνικοί επιστήμονες, οι πολιτικοί, οι σύμβουλοί τους και οι αναλυτές διεθνών θεμάτων, διεθνολόγοι και δημοσιογράφοι θα άξιζε τον κόπο να το μελετήσουν. Κάτι που έκαναν ήδη οι 113 Νομπελίστες με την ποιότητα της δήλωσής τους και την ποιότητα της κουλτούρας που τους διέπει.
Σε πρόσφατη συνέντευξή του στο NBC, ο πρόεδρος Τραμπ μεταξύ των άλλων δήλωσε ότι οι ΗΠΑ έχουν «ισοπεδώσει πλήρως» το νησί Χαργκ, μα «ίσως το χτυπήσουμε μερικές φορές ακόμα, για πλάκα».
Το πρώτο που μου ήρθε στο νου από τη δήλωση «περί πλάκας» είναι πως «Ό,τι χάνουμε από ηθική μάς επιστρέφει πίσω σε αλαζονεία»
Το δεύτερο συμπυκνώνεται σ’ ένα ανέκδοτο, «αντισοβιετικό» στην πρωτότυπη του εκδοχή, προσαρμοσμένοστις σύγχρονες περιστάσεις και δη στο περιεχόμενο της Τραμπικής δήλωσης:
Μια ομάδα Αμερικανών κυβερνητικών αξιωματούχων επισκέπτεται ένα φρενοκομείο για να δει πως ζουν εκεί οι ασθενείς , αν τρώνε καλά κλπ.
Οι αξιωματούχοι μπαίνουν σε ένα δωμάτιο και βλέπουν εκεί πέντε-έξι τρελούς που πετάγονται και φωνάζουν «Ζήτω ο Πρόεδρος Τραμπ!»
Ένας δεν σηκώνεται, κάθεται αμίλητος.
«Εσύ γιατί δεν ζητωκραυγάζεις για τον Πρόεδρο Τραμπ;», τον ρωτάει ένας από τους κυβερνητικούς. «Εγώ δεν είμαι τρελός, είμαι ο νοσοκόμος» απαντάει.
Για το κενό της «διαπολιτισμικής ενσυναίσθησης», θα μιλήσουμε διεξοδικά μία άλλη φορά…
Προς το παρόν μετράμε τους βομβαρδισμούς και τους νεκρούς.
Μιχάλης Κονιόρδος , εκπαιδευτικός https://www.core-econ.org/