του Βασίλη Πλατή, φιλόλογου-δρος Ιστορίας Α.Π.Θ.
Αν και η συζήτηση γύρω από το Μακεδονικό έχει ατονήσει τα τελευταία χρόνια ‒κυρίως μετά την υπογραφή της Συμφωνίας των Πρεσπών, το 2018‒, η γνώση της ιστορίας της περιοχής είναι ιδιαιτέρως διδακτική για τις τεκτονικές αλλαγές που συμβαίνουν σήμερα στον κόσμο και δεν αφήνουν ανεπηρέαστο τον «ευαίσθητο» χώρο της Βαλκανικής.
Ειδικότερα, η εξιστόρηση των γεγονότων της περιόδου του Μακεδονικού Αγώνα ‒η ένοπλη φάση του οποίου εκτείνεται μεταξύ 1904-1908‒ βρίσκεται στο περιθώριο της επίσημης αλλά και της σχολικής ιστορίας. Κι αυτό σε πλήρη αντίστιξη με τη σημασία του Αγώνα, που κράτησε όρθια τα προγεφυρώματα του ελληνισμού στην περιοχή έναντι του επελαύνοντος βουλγαρικού εθνικισμού ώστε να προετοιμαστεί η ενσωμάτωση του μεγαλύτερου μέρους της γεωγραφικής Μακεδονίας στον εθνικό κορμό, με τους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-1913.
Οι προθέσεις του βουλγαρικού εθνικισμού είχαν εκδηλωθεί ήδη από τον Ιούλιο του 1903, με την εξέγερση του Ίλιντεν, μέσω της οποίας οι Βούλγαροι επιχείρησαν να προλειάνουν το έδαφος για την απόσχιση της Μακεδονίας από την οθωμανική κυριαρχία και την αυτονόμησή της ως πρώτη πράξη για τον σταδιακό προσεταιρισμό της περιοχής στην εκκολαπτόμενη ‒σύμφωνα με τα εθνικιστικές τους ονειρώξεις‒ Βουλγαρική Ηγεμονία.
Σε κάθε περίπτωση, η εξέγερση του Ίλιντεν, που πληρώθηκε με μπόλικο ελληνικό αίμα στο Κρούσοβο, το Μοναστήρι και αλλού, αποτέλεσε τρανή απόδειξη των προθέσεων των Βουλγάρων για τις Μεγάλες Δυνάμεις, που, μέσω των εγκατεστημένων προξενικών τους αρχών, διαφέντευαν την περιοχή και μεριμνούσαν, μεταξύ άλλων, για την ομαλή συμβίωση των διαφορετικών εθνοτικών ομάδων.
Ο Μακεδονικός Αγώνας δικαίως έχει χαρακτηριστεί από τους ειδικούς της περιόδου ως ανορθόδοξος πόλεμος. Επρόκειτο άλλωστε για έναν ιδιαίτερα σκληρό και αιματηρό ακήρυχτο ανταρτοπόλεμο μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων (κομιτατζήδων) σε οθωμανικό έδαφος, με εκατέρωθεν χρήση ωμής βίας και τεχνασμάτων.
Η έκβασή του συνδέθηκε με την επικράτηση του εθνικού φρονήματος/συνείδησης ‒ελληνικής ή βουλγαρικής‒ για την οποία ανταγωνίζονταν λυσσωδώς οι δύο αντίπαλοι στη μακεδονική ύπαιθρο. Είχε προηγηθεί το 1870 η ίδρυση της βουλγαρικής Εξαρχίας, που συνιστούσε τομή στην αδιάρρηκτη ως τότε συνέχεια του Οικουμενικού Πατριαρχείου, στους κόλπους του οποίου είχαν απαγκιάσει όλοι οι ορθόδοξοι πληθυσμοί της Βαλκανικής στη μακρά και σκοτεινή περίοδο της Τουρκοκρατίας.
Η επιλογή «θρησκευτικού ποιμνίου» σήμαινε αυτόματα και ένταξη σε συγκεκριμένη εθνική ιδεολογία. Στο πεδίο συγκρούονταν, λοιπόν, πατριαρχικοί/ελληνικής συνείδησης με εξαρχικούς/βουλγαρικής συνείδησης. Οι πρώτοι αγωνίζονταν να κρατήσουν τα χωριά υπό τη σκέπη του Πατριαρχείου, να συνεχίζει να τελείται η λειτουργία στις εκκλησίες στην ελληνική γλώσσα, να ενδυναμωθεί η ελληνική εκπαίδευση και το δίκτυο των σχολείων σε όλη τη μακεδονική ύπαιθρο. Βέβαια, η γλώσσα δεν ταυτιζόταν με την εθνική συνείδηση, καθώς ουκ ολίγοι μακεδονομάχοι ‒και μάλιστα μπροστάρηδες του Αγώνα‒ ήταν σλαβόφωνοι (γνωστοί ως «γραικομάνοι»).
Η αφύπνιση του ελληνισμού στη Μακεδονία δεν έγινε με κρατική παραίνεση. Το ελληνικό βασίλειο, έχοντας υποστεί τις συνέπειες του ατυχούς ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897, δίσταζε να αναλάβει πρωτοβουλία προ του κινδύνου επίσημης οθωμανικής αντίδρασης και ενεργοποίησης των αντανακλαστικών των Μεγάλων Δυνάμεων. Έτσι, οι ελληνικοί πληθυσμοί είχαν αφεθεί απροστάτευτοι στο έλεος των κομιτατζήδων, οι οποίοι εισέβαλλαν στα ελληνικά/πατριαρχικά χωριά, τα λεηλατούσαν και εκμαύλιζαν συνειδήσεις.
Ο θάνατος του Παύλου Μελά, που εξυψώθηκε σε σύμβολο του αγώνα, στις 13 Μαΐου 1904, αποτέλεσε τον προπομπό για την οργάνωση μυστικών δικτύων από τη Λάρισα έως το Μοναστήρι και την προώθηση Ελλήνων αξιωματικών από το ελεύθερο βασίλειο στη Μακεδονία, οι οποίοι ενίσχυσαν τα ντόπια ανταρτικά σώματα και κραταίωσαν το φρόνημα του πληθυσμού στην ύπαιθρο.
Η αλήθεια είναι ότι παρά το γεγονός ότι έχουν περάσει πέραν των εκατόν είκοσι χρόνων από την έναρξη της ένοπλης φάσης του Μακεδονικού Αγώνα, το Μακεδονικό, το οποίο πέρασε έκτοτε από διάφορες φάσεις, συνεχίζει να προκαλεί ανησυχία στους πληθυσμούς των τριών γειτονικών κρατών που συμβιώνουν στον γεωγραφικό χώρο της Μακεδονίας, καθένας από τους οποίους διατηρεί τις δικές του «εθνικές» θέσεις.
Και δεν είναι μόνο οι αλυτρωτικές τάσεις που εκδήλωσε με διάφορους τρόπους στο πρόσφατο παρελθόν σε βάρος της Ελλάδας το γειτονικό κράτος της Βόρειας Μακεδονίας, όπως ονοματίστηκε με τη Συμφωνία των Πρεσπών η πρώην γιουγκοσλαβική επαρχία στα νότια σύνορα του ενιαίου κράτους με την Ελλάδα, αλλά και οι σοβούσες διαφορές μεταξύ Βορειομακεδόνων και Βουλγάρων (λ.χ. για την εθνική ταυτότητα και την ένταξη στο εθνικό πάνθεον ηρώων του Γκότσε Ντέλτσεφ).
Παρά το γεγονός ότι συνοριακά θέματα όπως και ζητήματα αλυτρωτισμού δεν ανακύπτουν πια συχνά ή δεν εκφράζονται επίσημα με την ένταση που συνέβαινε αυτό στο πρόσφατο παρελθόν, δεν λείπουν αφορμές για «ανακίνηση» του ζητήματος, καθώς φαίνεται ότι έχει ριζώσει αρκετά βαθιά στο συλλογικό υποσυνείδητο των κατοίκων της περιοχής.
Το πανό, λόγου χάρη, που ανήρτησαν οι φίλαθλοι της ομάδας μπάσκετ των Σκοπίων την προηγούμενη εβδομάδα στην αναμέτρηση με τον Ηρακλή Θεσσαλονίκης που έφερε «αλυτρωτικά υπονοούμενα» αλλά και οι αιτιάσεις ‒σαφέστερα‒ της ελληνικής διπλωματίας για μη συμμόρφωση του γειτονικού κράτους με τη Συμφωνία των Πρεσπών αναφορικά με την απάλειψη των αλυτρωτικών συμβόλων από τα σχολικά βιβλία, αποδεικνύουν ότι το ζήτημα σε επίπεδο εθνικών συμβολισμών και κυρίως εθνικών αισθημάτων δεν θεωρείται λήξαν.
Ζώντας, λοιπόν, σε μια περιοχή όπου αρκετοί πολίτες θρήνησαν πρόσφατα το ξόδι του σφαγέα της Σρεμπρένιτσα, Ράτκο Μλάντιτς, ενώ οι τοπικοί εθνικισμοί αναρριπίζονται με κάθε αφορμή και οι εθνικοί μύθοι παραμένουν θαλεροί, η γνώση της ελληνικής ιστορίας «εξ απαλών ονύχων» δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με ελαφρότητα, αλλά ως εθνική υπόθεση.
Ας μη λησμονούμε άλλωστε ότι η γηραιά ήπειρος σε τούτη την πολιτική συγκυρία βρίσκεται υπό την απειλή ακραίων, εθνικιστών, νεοναζιστών σε κάποιες περιπτώσεις με προοδευτικό μανδύα. Είναι επιβεβλημένο να μην αφήσουμε το σκοτεινό και ζοφερό παρελθόν να επιστρέψει δυναμιτίζοντας το μέλλον.