Υπήρξε κάποτε μια εποχή που το Νόμπελ Ειρήνης το κοιτούσες με δέος.

Όχι γιατί έκανε τους ανθρώπους καλύτερους, αλλά γιατί υποτίθεται πως τους υπενθύμιζε ότι θα έπρεπε να προσπαθούν.Όχι από υπερηφάνεια αλλά από μια αφελή, ίσως, ανάγκη να πιστέψεις ότι κάπου στον κόσμο υπάρχει ακόμη ένα μέτρο. Ένας θεσμός που δεν παζαρεύεται. Που δεν ξεπουλιέται. Που δεν μπαίνει σε βαλίτσα διπλωματικού ταξιδιού.

Advertisement
Advertisement

Σήμερα, το Νόμπελ Ειρήνης δεν το κοιτάς. Το ζυγίζεις.

Η είδηση ότι το Νόμπελ Ειρήνης «προσφέρθηκε» στον Αμερικανό Πρόεδρο κ. Ντόναλντ Τραμπ από τη Μαρία Κορίνα Ματσάδο δεν είναι απλώς μια πολιτική κίνηση υψηλού συμβολισμού. Είναι ένα μικρό, λαμπερό καμπανάκι που χτυπάει για όλους μας. Κυρίως όμως για εκείνους που κάθονται αναπαυτικά στη Νορβηγία και αποφασίζουν ποιος αξίζει να εκπροσωπεί την ειρήνη της ανθρωπότητας. Γιατί εδώ δεν έχουμε απλώς μια προσωπική στρατηγική. Έχουμε μια θεσμική αποτυχία.

Οι άνθρωποι που απένειμαν το Νόμπελ Ειρήνης σε ένα πρόσωπο του οποίου η «ηθική υπεραξία» αποδείχθηκε τόσο ρευστή, ώστε μέσα σε λίγους μήνες να μετατραπεί σε διαπραγματευτικό χαρτί, οφείλουν τουλάχιστον μια στιγμή αμηχανίας. Μια μικρή σιωπή. Ένα χαμήλωμα βλέμματος. Γιατί αν το Νόμπελ μπορεί να προσφερθεί ως αντάλλαγμα για πολιτική στήριξη, τότε δεν είναι σύμβολο ειρήνης. Είναι επένδυση. Και οι επενδύσεις, όπως ξέρουμε, δεν γίνονται για την ψυχή. Γίνονται για την απόδοση.

Μας λένε ότι το Νόμπελ δεν μεταβιβάζεται. Σωστά. Απλώς απονέμεται. Όπως χρησιμοποιούνται οι λέξεις «δημοκρατία», «ελευθερία», «ανθρώπινα δικαιώματα». Πάντα με κεφαλαία όταν απευθύνονται στα πλήθη και με ψιλά γράμματα όταν κλείνονται οι πόρτες. Εκεί, πίσω από τα χαμόγελα και τις σημαίες, η ειρήνη κοστολογείται και η ηθική μπαίνει σε δόσεις.

Την ίδια ώρα, ο κόσμος -ο πραγματικός κόσμος, όχι εκείνος των συνεδρίων και των γευμάτων- συνεχίζει να πεινάει. Να στριμώχνεται σε ουρές. Να μετράει μέρες, χρήματα, αντοχές. Να ζει σε χώρες που υποτίθεται ότι είναι «στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος», αλλά ποτέ στο επίκεντρο της φροντίδας.

Ο απλός άνθρωπος δεν έχει Νόμπελ να δωρίσει. Έχει μόνο την καθημερινότητά του. Κι όσο εκείνος παλεύει να επιβιώσει, οι θεσμοί που κάποτε δημιουργήθηκαν για να τιμούν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια μετατρέπονται σε εργαλεία εξουσίας. Σε διαβατήρια. Σε τίτλους κύρους που ανοίγουν πόρτες και γεμίζουν λογαριασμούς.

Γιατί ας είμαστε ειλικρινείς. Οι ισχυροί δεν συγκινούνται από μετάλλια και τιμητικές διακρίσεις. Τα αξιοποιούν. Και κάπου εδώ, η Νορβηγική Ακαδημία μοιάζει λιγότερο με φύλακα αξιών και περισσότερο με επιμελητή βιτρίνας. Διαλέγει προσεκτικά τι θα λάμψει, χωρίς να εξετάζει αν το γυαλί είναι γερό ή αν θα σπάσει στο πρώτο σοβαρό παζάρι. Στο τέλος της ημέρας, κανείς δεν θυμάται τις επιτροπές. Θυμούνται όμως όσοι πληρώνουν το τίμημα. Και το τίμημα δεν το πληρώνουν ποτέ αυτοί που ανταλλάσσουν βραβεία. Το πληρώνουν εκείνοι που πιστεύουν ακόμη σε αυτά.

Όλα για τα λεφτά δεν γίνονται; Ίσως όχι όλα. Αλλά σίγουρα πάρα πολλά. Και όσο το Νόμπελ Ειρήνης κυκλοφορεί σαν πολιτικό νόμισμα, τόσο η ειρήνη θα παραμένει το πιο ακριβό αγαθό για εκείνους που δεν μπορούν να την αγοράσουν.