Οι όροι «Μέση Ανατολή» ή «Εγγύς Ανατολή» προσδιορίζουν γεωπολιτικές περιοχές που ανταποκρίνονται στη γεωπολιτική πραγματικότητα της εποχής και την οπτική της ανάλογης ηγεμονικής δύναμης. Η «Μέση Ανατολή» πρωτοεμφανίστηκε ως όρος στο γεωπολιτικό λεξιλόγιο το 1916 με τη σταδιακή ανάδειξη των Ηνωμένων Πολιτειών σε παγκόσμια δύναμη, διαδεχόμενη Μεγάλη Βρετανία και τον ως τότε όρο της «Εγγύς Ανατολής».
Ο σημερινός γεωπολιτικός προσδιορισμός του πλανήτη είναι ενδεικτικός της πολύχρονης ισχύος της Ευρώπης και ιδιαίτερα του Βόρειου Ημισφαιρίου. Παρ’ όλα αυτά, η οριοθέτηση «Δύση» και «Ανατολή» γίνεται από την οπτική του ελλαδικού χώρου και της Ανατολικής Μεσογείου. Δεν είναι τυχαίο, αλλά το σημείο της γεωστρατηγικής συνάντησης τριών ηπείρων έχει αποδειχθεί, αιώνες τώρα, η περιοχή που καθορίζει και τις κυρίαρχες δυνάμεις του πλανήτη. Από τις αρχές του 19ου αιώνα όλη η Μεσόγειος, ιδιαίτερα η ανατολική, είναι μια αγγλοαμερικανική «λίμνη». Η διάνοιξη της Διώρυγας του Σουέζ άλλαξε για λίγο αυτό το σκηνικό, αλλά η Βρετανία και στη συνέχεια η Αμερική ήταν οι κυρίαρχες δυνάμεις του τελευταίου αιώνα. Είναι αξιοσημείωτο πως η υποχώρηση της Βρετανίας από την περιοχή σήμανε και τη ραγδαία της υποχώρηση ως παγκόσμιας δύναμης. Σε αντιδιαστολή, η άνοδος της Αμερικής στην περιοχή, μετά την κρίση του Σουέζ το 1956, σήμανε το τέλος της ως υποστηρίκτριας των αδύναμων πρώην αποικιών και την ανάδυσή της ως ιμπεριαλιστικής παγκόσμιας δύναμης.
Οι επιθέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ στο Ιράν στα τέλη Φεβρουαρίου, έπειτα από δεκαετίες παρεμβάσεων, δεν προκάλεσαν έκπληξη – κάθε άλλο. Μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, πριν από 35 χρόνια, η Αμερική αποτελεί μια υπερδραστήρια υπερδύναμη στην περιοχή. Σε τέτοιον βαθμό, που η επιχείρηση έναντι του Ιράν βρήκε τους συμμάχους της στην Ευρώπη και στον υπόλοιπο κόσμο απροετοίμαστους και ανενημέρωτους, προκαλώντας ποικίλες αντιδράσεις και ερωτήματα. Γιατί και πώς αποφάσισε η Αμερική να ανοίξει τώρα έναν θερμό πόλεμο με το Ιράν, έπειτα από δεκαετίες προστριβών και κακών σχέσεων; Γιατί με το Ισραήλ; Και κατά πόσον παρακίνησε το Ισραήλ τις ΗΠΑ σε αυτή την παράτολμη κίνηση, θέτοντας την παγκόσμια ναυσιπλοΐα και την ενεργειακή παραγωγή σε κίνδυνο, ιδιαίτερα μετά τις πρόσφατες εμπειρίες και παγίδες του Ιράκ και του Αφγανιστάν;
Πολλά τα ερωτήματα και πολλές οι θεωρίες. Δεν είναι βέβαιο ότι η Αμερική έκανε τις πρόσφατες επιλογές αψηφώντας τις εμπειρίες του Ιράκ και του Αφγανιστάν. Μάλλον πρόκειται για συνέχεια των προηγούμενων πολιτικών, που οδήγησαν στη δυσφορία του εκλογικού σώματος, με αποτέλεσμα και την εκλογή νίκη του Τραμπ δύο φορές. Ο Τραμπ ως πολιτική επιλογή αποτυπώνει την τεράστια δυσαρέσκεια της αμερικανικής κοινωνίας έναντι του πολιτικού και κομματικού σκηνικού. Οι υποσχέσεις της «αποξήρανσης του βάλτου» της Ουάσιγκτον και «της επαναφοράς της ηγεμονικής Αμερικής» ήταν αρκετές για το υπό κατάρρευση κομματικό σκηνικό. Μέσα σε αυτό το πλαίσιό πρέπει αναζητήσουμε ιστορικά δεδομένα.
Τέσσερις εβδομάδες μετά την έναρξη των πρόσφατων εχθροπραξιών και ενώ το Ιράν έχει υποστεί χιλιάδες επιθέσεις από δύο από τις καλύτερες αεροπορίες και πολεμικές μηχανές του πλανήτη, παραμένει στη μάχη, αντεπιτίθεται και διαπραγματεύεται, ενώ πολλοί από τους συμμάχους παραμένουν αμέτοχοι, παρά τα λεκτικά πυρά του Ντόναλντ Τραμπ. Είναι ενδεικτική η ρήξη με τον Βρετανό πρωθυπουργό Στάρμερ, τον οποίο ο Αμερικανός πρόεδρος αποκαλεί «καλό άνθρωπο, αλλά αδύναμο»: «Δεν είναι ο Ουίνστον Τσώρτσιλ», έχει πει επανειλημμένα, ούτε καν ο Άντονι Ίντεν. Ο Ίντεν το 1956 είχε βρεθεί στην αντίθετη θέση, όταν ο Αμερικανός πρόεδρος Αϊζενχάουερ, εκνευρισμένος μαζί του, διερωτήθηκε εάν ήταν τρελός, όταν η Βρετανία με τη Γαλλία και το Ισραήλ επιτέθηκαν στην Αίγυπτο, χωρίς τη συγκατάθεση των ΗΠΑ. Η αμέτοχη τότε Αμερική, μένοντας εκτός, επωφελήθηκε της ήττας των αποικιοκρατών Ευρωπαίων από την Αίγυπτο που είχε και ως αποτέλεσμα την περαιτέρω θεμελίωση της Αμερικής ως ηγέτιδας δύναμης στη δυτική συμμαχία. Ο ρόλος της αυτός εδραιώνεται μετά την κρίση του Σουέζ, ενώ η Μεγάλη Βρετανία δεν επανέρχεται.
Η σημερινή κρίση μεταξύ ΗΠΑ, Ισραήλ και Ιράν παραπέμπει όλο και περισσότερο στα γεγονότα του 1956, αλλά και στη γεωπολιτική ανακατάταξη που οδήγησε στη συνθήκη του Μοντρέ κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου. Η κληρονόμος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας Τουρκία υλοποίησε την παρακαταθήκη της σθεναρής αντίστασης στην Καλλίπολη το 1915-1916 με την συνθήκη του Μοντρέ, που πιστοποιεί τη νίκη της νεοσύστατης τότε χώρας ενάντια στις αποικιοκρατικές βλέψεις των Ευρωπαίων. Το ίδιο ακριβώς συνέβη το 1956 κατά τη διάρκεια της κρίσης του Σουέζ, μιας ένδειξης ένδειξης αραβικής ενότητας υπό τον Νάσερ και η αρχή του τέλους επιβολής της Γαλλίας και του Ηνωμένου Βασιλείου στην Ανατολική Μεσόγειο. Σε μια περίοδο μεγάλων αναταραχών στην ευρύτερη περιοχή, από το Ιράν, μέχρι το Λίβανο, και από την Κύπρο μέχρι την Αίγυπτο. Ήταν η σταδιακή εδραίωση των ανεξαρτήτων κρατών στην περιοχή, έπειτα από 40 χρόνια γάλλοβρετανικής παρουσίας και των σφαιρών επιρροής της μυστικής συμφωνίας των Σάικς και Πικό.. Όπως και σήμερα, έτσι και τότε οι συγκρούσεις και οι συρράξεις σημειώθηκαν λόγω των γεωπολιτικών ανακατατάξεων της εποχής και της υποχώρησης των Ευρωπαίων, με την Αμερική και τη Σοβιετική Ένωση έτοιμες για τη διαδοχή.
Το 2026 η κατάσταση στην περιοχή είναι, για άλλη μια φορά, σε φάση ανακατάταξης, όπως και μετά τους δύο παγκόσμιους πολέμους, για τους ίδιους ακριβώς λόγους. Το κόστος των πολέμων δημιούργησε δυναμικές εντός και εκτός, που προκάλεσαν εσωτερικές ρωγμές στις υπερδυνάμεις, αλλά τις οδήγησαν και σε λανθασμένες κινήσεις, επισπεύδοντας τη φθίνουσα πορεία. Ιστορικά, η διεθνής αποδοχή της συνθήκης του Μοντρέ παραχωρώντας τα Δαρδανέλια στην Τουρκία, αλλά και η επίθεση στην Αίγυπτο το 1956, ήταν αποτέλεσμα της φθοράς των ευρωπαϊκών δυνάμεων έπειτα από δεκαετίες πολεμικών επιχειρήσεων αρχές του 20ού αιώνα.
Μετά το 1956, η περιοχή της Μέσης Ανατολής περνά ολοκληρωτικά στη σφαίρα επιρροής της Αμερικής. Είναι εντυπωσιακό ότι στην παρούσα κρίση, οι ρόλοι έχουν αλλάξει: ο Στάρμερ είναι στη θέση του Αϊζενχάουερ και ο Τραμπ σε εκείνη του Ίντεν. Η πληγωμένη Αμερική, προσπαθώντας να ανακτήσει το χαμένο της γόητρο έπειτα από τους πολέμους στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν, επιχειρεί να κλείσει θέματα, από το Δυτικό Ημισφαίριο μέχρι και τη Μέση Ανατολή.
Η Βενεζουέλα και η Κούβα συνιστούν εύκολους στόχους, ενώ το Ιράν είναι η χώρα-κλειδί για τη γεωπολιτική ισορροπία, συνδέοντας την Ασία και την Ευρώπη, από την εξαγγελία του δόγματος Τρούμαν μέχρι σήμερα. Ενώ το ρίσκο είναι μεγάλο για τον Τραμπ, η πιθανή επαναφορά του Ιράν στην σφαίρα επιρροής των ΗΠΑ θα αλλάξει ριζικά τόσο τον ενεργειακό όσο και τον γεωπολιτικό χάρτη.
Αντίθετα, ενδεχόμενη αποτυχία στο Ιράν θα σημάνει τη ριζική αλλαγή της γεωπολιτικής σκακιέρας και αλλαγή της οριοθέτησης για πρώτη φορά από μια ασιατική οπτική, βάζοντας τέλος στον όρο «Μέση Ανατολή», όπως έγινε και το 1916 με τον όρο «Εγγύς Ανατολή». Ο ιστορικός Andrew Bacevich το 2006 είχε προειδοποιήσει ότι η Αμερική βρισκόταν στα όρια της δύναμής της και ότι δεν μπορούσε να καλύψει τις ανάγκες σε αίμα και σε χρήμα. Είκοσι χρόνια αργότερα, τα λόγια αυτά φαίνονται προφητικά.
* Πέτρος Βαμβακάς, Αναπληρωτής καθηγητής Τμήματος Πολιτικών Επιστημών & Διεθνών Σχέσεων, Emmanuel College, Διευθυντής στο Ινστιτούτο Μελετών Ανατολικής Μεσογείου, μέλος Γνωμοδοτικού Συμβουλίου ΕΝΑ – H ανάλυση περιλαμβάνεται στο θεματικό Δελτίο Διεθνών & Ευρωπαϊκών Εξελίξεων του Ινστιτούτου ΕΝΑ «Ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή: γεωπολιτικές ανατροπές και οικονομικές συνέπειες»