Γράφει ο Διονύσης Τσιριγώτης, Αναπληρωτής Καθηγητής, Πανεπιστημίου Πειραιώς
Η χρονιά που μας πέρασε αναδείχθηκε σ’ έτος καμπής για το διεθνές σύστημα, σηματοδοτώντας την είσοδό του σε μια φάση δομικού αναπροσδιορισμού, κατά την οποία οι εγγενείς αντιφάσεις της μεταψυχροπολεμικής τάξης δεν παρέμειναν απλώς ορατές, αλλά απέκτησαν ενεργό και λειτουργικό χαρακτήρα. Η εξέλιξη αυτή επιβεβαίωσε τη σταδιακή απομάκρυνση από το πρότυπο της νέο-φιλελεύθερης ηγεμονικής σταθερότητας και την παγίωση ενός περιβάλλοντος αυξανόμενης πολυπολικότητας, μειωμένης θεσμικής συνοχής και περιορισμένης κανονιστικής ισχύος. Η επαναφορά της λογικής των Μεγάλων Δυνάμεων, σε συνδυασμό με την υποχώρηση της διεθνούς φιλελεύθερης θεσμικότητας, επηρέασε οριζόντια το σύνολο των βασικών υποσυστημάτων του παγκόσμιου πολιτικού πεδίου. Το έτος χαρακτηρίστηκε από τη συνδυαστική ενεργοποίηση τριών καθοριστικών αξόνων, την αναζωπύρωση των γεωπολιτικών ανταγωνισμών στον ευρασιατικό χώρο, τη διεύρυνση της αστάθειας στη Μέση Ανατολή και την αναδιάταξη της ευρωπαϊκής πολιτικοενεργειακής αρχιτεκτονικής.
Η σύνοδος κορυφής μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ρωσίας λειτούργησε ως εμβληματική ένδειξη της επανεμφάνισης ενός κατ’ ουσίαν διπολικού τρόπου διαχείρισης κρίσεων. Παρά τη ρητορική περί πολυπολικότητας, οι δύο δρώντες επιχείρησαν να επανακαθορίσουν τα όρια επιρροής τους, με κεντρικό σημείο αναφοράς τη σύγκρουση στην Ουκρανία. Η ρωσική πλευρά επεδίωξε τη de facto νομιμοποίηση του εδαφικού και στρατηγικού της ελέγχου στην Ανατολική Ευρώπη, προβάλλοντας μια ρεβιζιονστική αντίληψη ασφάλειας που αμφισβητεί το μεταψυχροπολεμικό πλαίσιο. Αντιθέτως, η αμερικανική ηγεσία προσδιόρισε ως βασικό στόχο την αποσυμπίεση του μετώπου χωρίς παρατεταμένη στρατιωτική εμπλοκή, επιλέγοντας έναν περιορισμένο και εργαλειακό τρόπο άσκησης ισχύος. Το εύθραυστο αυτό διαπραγματευτικό πλαίσιο ανέδειξε αφενός τη ρωσική προσήλωση στη λογική των σφαιρών επιρροής και αφετέρου τη στροφή των Ηνωμένων Πολιτειών προς έναν επιλεκτικό ρεαλισμό, ο οποίος επιδιώκει τη διατήρηση της πρωτοκαθεδρίας χωρίς την αναπαραγωγή των δεσμεύσεων της προηγούμενης φιλελεύθερης φάσης. Η Ευρώπη, αδυνατώντας να συγκροτήσει συνεκτική στρατηγική βούληση, περιθωριοποιήθηκε, παρά το άμεσο πολιτικό, οικονομικό και θεσμικό κόστος που υφίσταται.
Στη Μέση Ανατολή, η παρατεταμένη χρήση ένοπλης βίας στη Γάζα και η ισραηλινή επίθεση στο εσωτερικό του Ιράν επιβεβαίωσαν τον ρόλο της περιοχής ως πεδίου γεωπολιτικών αναδιατάξεων. Η περίπτωση της Γάζας κατέδειξε την κατάρρευση του ανθρωπιστικού πλαισίου προστασίας και την αδυναμία του διεθνούς συστήματος να ενεργοποιήσει αποτελεσματικούς μηχανισμούς λογοδοσίας και περιορισμού της βίας. Παράλληλα, η στοχοποίηση του Ιράν ανέδειξε τη διαχρονική χρήση της αποσταθεροποίησης ως στρατηγικού εργαλείου αναμόρφωσης της περιφερειακής ισορροπίας ισχύος. Η θεσμική, κοινωνική και ιδεολογική ανθεκτικότητα του ιρανικού κράτους καθιστά δυσχερή κάθε απόπειρα στρατηγικής συρρίκνωσης της ισχύος του, μετατοπίζοντας τη σύγκρουση από το αμιγώς στρατιωτικό στο πολιτικό, οικονομικό και υπονομευτικό επίπεδο. Υπό αυτές τις συνθήκες, η Μέση Ανατολή εισέρχεται σε μια παρατεταμένη και μη γραμμική μεταβατική φάση, κατά την οποία οι παραδοσιακές μορφές κυριαρχίας αποδυναμώνονται χωρίς να αντικαθίστανται από σταθερές δομές τάξης.
Η Ευρώπη, ταυτόχρονα, κλήθηκε να ανασυγκροτήσει την ενεργειακή και στρατηγική της αυτονομία σε συνθήκες αυξημένης αβεβαιότητας. Η επιτάχυνση της απεξάρτησης από το ρωσικό φυσικό αέριο ανέδειξε νέους ενεργειακούς κόμβους και αναδιαμόρφωσε τις περιφερειακές ισορροπίες ισχύος. Η ενίσχυση των υποδομών στην Ανατολική Μεσόγειο, η αναβάθμιση του ρόλου της Ελλάδας ως διαμετακομιστικού δρώντος και η εντατικοποίηση της διατλαντικής ενεργειακής διασύνδεσης συνέβαλαν σε μια ευρύτερη γεωοικονομική αναδιάταξη. Παράλληλα, η αμερικανοουκρανική συμφωνία για την εκμετάλλευση στρατηγικών πόρων εισήγαγε ένα νέο υπόδειγμα, στο οποίο η οικονομική εμπλοκή υποκαθιστά τις παραδοσιακές εγγυήσεις ασφαλείας, μετατρέποντας την Ουκρανία σε πεδίο σύνθετου ανταγωνισμού.
Το Κυπριακό ανέδειξε την κρίση της περιφερειακής θεσμικότητας στην Ανατολική Μεσόγειο, καθώς η απομάκρυνση από το ομοσπονδιακό μοντέλο και η εδραίωση της τουρκικής στρατηγικής περί κυριαρχικής ισότητας ανατρέπουν το καθιερωμένο διαπραγματευτικό πλαίσιο. Η διαδικασία μετασχηματίζεται σταδιακά από εργαλείο επίλυσης σε μηχανισμό διαχείρισης ενός παγιωμένου status quo.
Συνολικά, υπήρξε μια υβριδική μεταβατική φάση της διεθνούς τάξης, όπου η ισορροπία δυνάμεων, ο γεωοικονομικός ανταγωνισμός και η θεσμική αποδυνάμωση συνυπάρχουν. Σε αυτό το περιβάλλον, η στρατηγική προσαρμογή καθίσταται θεμελιώδης όρος κρατικής επιβίωσης.
Η μετάβαση αυτή δεν συνιστά απλώς συγκυριακή αστάθεια, αλλά δομική μεταβολή των όρων άσκησης ισχύος, όπου η στρατηγική σκέψη καλείται να λειτουργήσει υπό συνθήκες διαρκούς αβεβαιότητας, πολλαπλών επιπέδων ανταγωνισμού και αλληλοεπικαλυπτόμενων κρίσεων. Τα κράτη που αδυνατούν να προσαρμόσουν έγκαιρα τα εργαλεία, τις συμμαχίες και τα αφηγήματά τους, κινδυνεύουν να περιθωριοποιηθούν σ’ ένα διεθνές περιβάλλον που ευνοεί την ευελιξία, την επιλεκτική δέσμευση και την ικανότητα διαχείρισης ρίσκου. Η κατανόηση των εξελίξεων του περασμένου έτους καθίσταται αναγκαία προϋπόθεση για τη διαμόρφωση βιώσιμων στρατηγικών επιλογών στο αναδυόμενο διεθνές σύστημα. Η περίοδος που ακολουθεί θα καθοριστεί από τη σύγκρουση αφηγημάτων, τη ρευστότητα κανονιστικών ρυθμίσεων και την αυξημένη σημασία της ισχύος σε όλες τις εκφάνσεις της. Η προσαρμοστικότητα και η στρατηγική διορατικότητα θα αποτελέσουν καθοριστικά πλεονεκτήματα επιβίωσης για τον εκάστοτε κρατικό δρώντα στο απαιτητικό και μεταβαλλόμενο διεθνές περιβάλλον.