Ήμουν φοιτητής στη Γαλλία στις αρχές της δεκαετίας του 2000, σε μια περίοδο που όλα έμοιαζαν σταθερά, ίσως υπερβολικά σταθερά. Υπήρχε μια αίσθηση ότι το πολιτικό σύστημα λειτουργούσε σχεδόν μηχανικά, με προβλέψιμους ρυθμούς και χωρίς μεγάλες αναταράξεις. Ο Λιονέλ Ζοσπέν ήταν τότε στο τιμόνι της χώρας, εκπροσωπώντας μια αριστερά που έμοιαζε σοβαρή, θεσμική και σίγουρη για τον εαυτό της μια αριστερά που δεν φώναζε, αλλά διαχειριζόταν.

Η καθημερινότητα ενός φοιτητή εκείνη την εποχή είχε έναν ιδιαίτερο ρυθμό. Τα πρωινά στα αμφιθέατρα, με διαλέξεις γεμάτες θεωρία και ιδέες, και τα απογεύματα στα καφέ, όπου η πολιτική δεν ήταν απλώς θέμα συζήτησης αλλά σχεδόν τρόπος ζωής. Συζητούσαμε για την Ευρώπη, για την παγκοσμιοποίηση, για το μέλλον της εργασίας. Και φυσικά, για την κυβέρνηση.

Advertisement
Advertisement

Θυμάμαι ότι πολλοί από εμάς αναγνωρίζαμε τις μεταρρυθμίσεις: τη 35ωρη εργασία, που παρουσιαζόταν ως κατάκτηση για την ποιότητα ζωής· την ενίσχυση του κοινωνικού κράτους· μια γενικότερη αίσθηση προστασίας απέναντι στις ανισότητες. Στα χαρτιά, όλα έμοιαζαν να λειτουργούν. Και όμως, υπήρχε κάτι που δεν «έδενε». Μια ασυμφωνία ανάμεσα στην επίσημη αφήγηση και στην εμπειρία της καθημερινότητας.

Αυτό το «κάτι» δεν ήταν εύκολο να περιγραφεί τότε, αλλά το νιώθαμε. Ήταν μια υπόγεια ανησυχία. Η αγορά εργασίας παρέμενε δύσκολη για τους νέους, η ανασφάλεια δεν είχε εξαφανιστεί, και σε ορισμένες γειτονιές των πόλεων υπήρχε μια ένταση που δεν χωρούσε στα πολιτικά συνθήματα. Η κοινωνία άλλαζε πιο γρήγορα από όσο φαινόταν να αντιλαμβάνεται η πολιτική ηγεσία.

Το μεγαλύτερο λάθος του Ζοσπέν, όπως το ζήσαμε τότε, δεν ήταν απαραίτητα μια συγκεκριμένη απόφαση. Ήταν περισσότερο μια στάση. Η αίσθηση ότι δεν άκουγε αρκετά ή ότι άκουγε, αλλά μέσα από φίλτρα. Υπήρχε μια αυξανόμενη ανησυχία για την ασφάλεια, για την εγκληματικότητα, για τη συνοχή των πόλεων. Αυτά τα ζητήματα δεν εκφράζονταν εύκολα στον δημόσιο λόγο της αριστεράς, ίσως επειδή θεωρούνταν «δύσκολα» ή πολιτικά επικίνδυνα. Όμως στους δρόμους και στις συζητήσεις ήταν απολύτως παρόντα.

Ταυτόχρονα, η ίδια η αριστερά έμοιαζε να χάνει τη συνοχή της. Δεν ήταν μόνο ιδεολογική η διάσπαση ήταν και οργανωτική, σχεδόν υπαρξιακή. Ως φοιτητές το βλέπαμε καθαρά: πολλοί διαφορετικοί υποψήφιοι, πολλές φωνές, πολλές μικρές αλήθειες που δεν συνέθεταν μια μεγάλη. Άλλοι πιο ριζοσπαστικοί, άλλοι πιο μετριοπαθείς, άλλοι εγκλωβισμένοι σε παλιές βεβαιότητες. Ήταν σαν να έλειπε ένα κοινό αφήγημα για το μέλλον.

Αυτή η πολυδιάσπαση δεν ήταν απλώς εκλογικό πρόβλημα. Ήταν ένδειξη μιας βαθύτερης αδυναμίας: της δυσκολίας να προσαρμοστεί η αριστερά σε μια νέα εποχή, όπου τα κοινωνικά ζητήματα δεν είχαν πια τις ίδιες μορφές με το παρελθόν. Η παγκοσμιοποίηση, η μετανάστευση, η αστική ένταση όλα αυτά απαιτούσαν νέες απαντήσεις, αλλά οι παλιές κατηγορίες δεν επαρκούσαν.

Θυμάμαι επίσης την αμηχανία γύρω από τις ιδιωτικοποιήσεις. Για μια κυβέρνηση που αυτοπροσδιοριζόταν ως αριστερή, αυτές οι επιλογές δημιουργούσαν σύγχυση. Δεν ήταν μόνο ζήτημα πολιτικής ουσίας ήταν και ζήτημα συμβολισμού. Πολλοί από εμάς αναρωτιόμασταν: πού ακριβώς τελειώνει η διαχείριση και πού αρχίζει η ιδεολογία; Τι σημαίνει τελικά «αριστερά» σε μια εποχή που υιοθετεί πρακτικές που κάποτε κατήγγειλε;

Advertisement

Και όσο μεγάλωνε αυτή η σύγχυση, τόσο αυξανόταν και η απόσταση ανάμεσα στην πολιτική και στην κοινωνία. Όχι με θεαματικό τρόπο, αλλά αργά, σχεδόν ανεπαίσθητα. Σαν μια ρωγμή που μεγαλώνει χωρίς να την προσέχεις.

Και μετά ήρθε το 2002.

Το σοκ ήταν πραγματικό, σχεδόν σωματικό. Το βράδυ των εκλογών δεν έμοιαζε με καμία άλλη εκλογική βραδιά. Δεν υπήρχαν έντονες αντιδράσεις στην αρχή υπήρχε σιωπή. Μια σιωπή βαριά, γεμάτη αμηχανία. Όταν μάθαμε ότι ο Ζαν-Μαρί Λεπέν πέρασε στον δεύτερο γύρο και ο Ζοσπέν έμεινε εκτός, ήταν σαν να είχε σπάσει κάτι βαθύτερο από μια απλή πολιτική ισορροπία.

Advertisement

Δεν ήταν απλώς ένα εκλογικό αποτέλεσμα. Ήταν μια στιγμή συνειδητοποίησης. Μια στιγμή που μας ανάγκασε να δούμε ότι κάτω από την επιφάνεια της «σταθερότητας» υπήρχε μια κοινωνία που άλλαζε, ανησυχούσε, και σε μεγάλο βαθμό δεν ένιωθε ότι εκπροσωπείται.

Για πολλούς από εμάς, εκείνο το βράδυ ήταν και το τέλος μιας αθωότητας. Η ιδέα ότι η δημοκρατία λειτουργεί αυτόματα, ότι τα «λογικά» αποτελέσματα είναι δεδομένα, κατέρρευσε. Αντί γι’ αυτό, καταλάβαμε ότι η πολιτική απαιτεί συνεχή επαφή με την πραγματικότητα όχι μόνο μέσα από δείκτες και πολιτικές, αλλά μέσα από την καθημερινή εμπειρία των ανθρώπων.

Κοιτώντας πίσω, δεν ήταν μόνο τα λάθη πολιτικής που οδήγησαν σε εκείνο το αποτέλεσμα. Ήταν κυρίως ένα λάθος αίσθησης της πραγματικότητας. Μια αδυναμία να αφουγκραστεί κανείς τις αλλαγές πριν αυτές γίνουν κρίση. Και αυτό, τελικά, ήταν που κόστισε περισσότερο όχι μόνο σε μια εκλογική αναμέτρηση, αλλά στην ίδια τη σχέση ανάμεσα στην πολιτική και την κοινωνία.

Advertisement