Όλο και συχνότερα πιάνω τον εαυτό μου να παρατηρεί τους ανθρώπους γύρω, βλέποντας φιγούρες στα πρόθυρα της αντιπαράθεσης. Συχνά θα σταθώ για λίγα λεπτά στην ουρά του σούπερ μάρκετ και η ατμόσφαιρα μοιάζει ηλεκτρισμένη. Πολύ χειρότερα στο εσωτερικό ενός μέσου μεταφοράς όπως το αστικό λεωφορείο. Εκεί νιώθω μια υπόκωφη ένταση, έτοιμη να εκτονωθεί με την παραμικρή αφορμή.
Κάποτε μιλούσαμε για την κοινωνική ειρήνη ως κάτι δεδομένο, ως το «μαλακό μαξιλάρι» πάνω στο οποίο ακουμπούσε η καθημερινότητά μας, παρά τις όποιες δυσκολίες. Σήμερα, αισθάνομαι πως αυτό έχει αλλάξει. Η κοινωνική ειρήνη στην Ελλάδα του 2026 δεν καταρρέει με πάταγο, αλλά φθείρεται σιωπηλά.
Η έννοια της κοινωνικής ειρήνης στην Ελλάδα, όπως διαμορφώνεται πλέον, δεν αποτελεί μια αυτονόητη συνθήκη συνύπαρξης, αλλά ένα διακύβευμα υπό διαρκή, σχεδόν καθημερινή, διαπραγμάτευση. Αν κάποιος επιχειρήσει να αφουγκραστεί τον σφυγμό των μεγάλων αστικών κέντρων, της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, θα ακούσει έναν υπόκωφο βόμβο: τον ήχο μιας κοινωνίας που τρίζει στις αρθρώσεις της, της κοινωνικής συνοχής που διαρρηγνύεται όχι με μια μεγάλη έκρηξη, αλλά με χιλιάδες μικρές, καθημερινές φθορές.
Ζούμε σε μια περίοδο απότομων μεταβάσεων. Η καθημερινή εμπειρία της πλειοψηφίας των πολιτών είναι μια διαρκής μάχη με την ανασφάλεια – οικονομική και ψυχολογική. Η κοινωνική ειρήνη, ως η σιωπηρή παραδοχή ότι «όλοι είμαστε μαζί σε αυτό», έχει αντικατασταθεί από μια αίσθηση ατομικής επιβίωσης. Το «εμείς» υποχωρεί μπροστά σε ένα φοβισμένο και επιθετικό «εγώ».
Η συζήτηση για την κοινωνική ειρήνη είναι αδύνατον να διεξαχθεί ερήμην των υλικών όρων ύπαρξης. Η φτώχεια, η ακρίβεια και η στεγαστική ανασφάλεια δεν είναι απλώς οικονομικά μεγέθη· είναι και αυτά αναίμακτες μορφές βίας – μιας βίας σιωπηλής. Στην Ελλάδα του 2026, αυτή η μορφή βίας έχει λάβει διαστάσεις που απειλούν ευθέως την κοινωνική συνοχή.
Ίσως καμία άλλη παράμετρος δεν έχει επηρεάσει τόσο δραματικά την ψυχολογία του πολίτη τα τελευταία δύο χρόνια όσο η στεγαστική κρίση. Το σπίτι, που στην ελληνική κουλτούρα αποτελούσε πάντα το σύμβολο της ασφάλειας και της σταθερότητας, έχει μετατραπεί σε πηγή άγχους και αβεβαιότητας.
Αυτή η κατάσταση παράγει μια σειρά από κοινωνικές παρενέργειες που υπονομεύουν την ειρήνη: η αδυναμία των νέων να μετακομίσουν από το πατρικό σπίτι ή η αναγκαστική επιστροφή σε αυτό δημιουργεί εντάσεις εντός της οικογένειας. Η συγκατοίκηση όχι από επιλογή αλλά από ανάγκη, σε μικρά διαμερίσματα, αυξάνει την ενδοοικογενειακή τριβή.
Ακόμη, η θέα των ανακαινισμένων Airbnb δίπλα σε πολυκατοικίες που καταρρέουν, ή η εμπειρία της έξωσης για να γίνει ένα διαμέρισμα τουριστικό κατάλυμα, επίσης γεννά οργή. Ο τουρίστας παύει να είναι καλοδεχούμενος και γίνεται αντιληπτός ως εισβολή που κλέβει μέρος από τον ζωτικό χώρο των ντόπιων.
Ο πολίτης που δεν ξέρει αν και με τι όρους θα έχει σπίτι του χρόνου, είναι ένας πολίτης φοβισμένος και νευρικός. Αυτό το άγχος μεταφέρεται στον δημόσιο χώρο, στην οδήγηση, στην εργασία, μειώνοντας τα όρια ανοχής και ευγένειας προς τον άλλο.
Παράλληλα με το κόστος στέγασης, η γενικότερη ακρίβεια και η στασιμότητα των πραγματικών εισοδημάτων δημιουργούν ένα εκρηκτικό μείγμα. Κοινωνιολογικά, αυτό που βιώνει η ελληνική κοινωνία είναι η “σχετική στέρηση”. Δεν είναι μόνο ότι λείπουν τα χρήματα· είναι η αντίθεση ανάμεσα στην εικόνα μιας χώρας που φαινομενικά ευημερεί (γεμάτα εστιατόρια, τουριστικά ρεκόρ) και στην προσωπική αδυναμία πολλών για συμμετοχή σε αυτήν την ευημερία. Ο εργαζόμενος που βλέπει τις τιμές στα ράφια των σούπερ μάρκετ να ανεβαίνουν, ενώ ο μισθός του εξανεμίζεται τις πρώτες 15-20 ημέρες του μήνα, νιώθει προδομένος.
Αυτή η οικονομική αδικία μεταφράζεται σε κοινωνική απόσυρση. Οι άνθρωποι περιορίζουν τις εξόδους, τις κοινωνικές επαφές, μικρές χαρές που λειτουργούν ως βαλβίδες αποσυμπίεσης. Μια κοινωνία κλεισμένη σπίτι της, μετρώντας τα ευρώ για το ρεύμα και το ενοίκιο, είναι μια κοινωνία στερήσεων.
Αν η οικονομική δυσπραγία είναι το υπόβαθρο, η νεανική βία είναι το πιο ηχηρό και ανησυχητικό σύμπτωμα της κοινωνικής παθογένειας. Τα τελευταία δύο χρόνια, η Ελλάδα παρακολουθεί μια πρωτοφανή έξαρση βιαιότητας από και προς ανήλικους, η οποία ξεπερνά τα όρια της παραδοσιακής νεανικής τρέλας και αποκτά χαρακτηριστικά οργανωμένης βίας. Τα στοιχεία είναι αδιάψευστοι μάρτυρες μιας ζοφερής πραγματικότητας, όπου η νεανική παραβατικότητα δεν αυξάνεται μόνο ποσοτικά, αλλά μεταλλάσσεται ποιοτικά, ενώ ετησίως καταγράφονται ολοένα περισσότερα περιστατικά. Το ανησυχητικό, ωστόσο, δεν είναι μόνο οι αριθμοί, αλλά και η φύση των εγκλημάτων. Δεν μιλούμε πια για μικροκλοπές ή σχολικούς καβγάδες. Μιλούμε για την εμφάνιση ομάδων με δομή συμμορίας, που ελέγχουν περιοχές και επιτίθενται σε άλλες ομάδες, κάτι που θυμίζει δυστοπικά σενάρια μεγαλουπόλεων του εξωτερικού.
Η βία στους δρόμους και στα σχολεία είναι η κορυφή του παγόβουνου. Κάτω από την επιφάνεια, στον ψηφιακό κόσμο όπου ζουν οι έφηβοι, η κατάσταση είναι εξίσου -αν όχι περισσότερο- τοξική. Τα social media λειτουργούν ως πολλαπλασιαστές της βίας, δημιουργώντας echo chambers όπου η επιθετικότητα νομιμοποιείται. Αυτό δεν είναι απλώς «νεανική παραβατικότητα»· είναι ο καθρέφτης μιας κοινωνίας που έχει χάσει τον προσανατολισμό της και διδάσκει –έμμεσα ή άμεσα– ότι ο ισχυρός επιβάλλεται. Δίπλα σε αυτά, είναι οι γυναικοκτονίες που μετριούνται με ρυθμούς ιλίγγου, αποδεικνύοντας ότι το σπίτι έχει μετατραπεί για πολλούς σε πεδίο μάχης.
Πώς μοιάζει αυτή η διαταραχή στην πράξη; Δεν χρειάζεται να κοιτάξουμε μακριά. Είναι στο περιβάλλον του καθενός μας. Είναι η ευκολία με την οποία η λεκτική βία γίνεται η φυσική μας γλώσσα στα social media, εκεί που ο αντίλογος αντιμετωπίζεται ως εχθρική πράξη, είναι ο οδηγός που θα κατέβει με νεύρα για μια προτεραιότητα στον δρόμο.
Η τοξικότητα στα social media είναι ο καθρέφτης αυτής της κατάστασης. Η έλλειψη ενσυναίσθησης, η αδυναμία διαλόγου και η ανάγκη για ανθρωποφαγία δείχνουν μια κοινωνία που έχει χάσει τις ασφαλιστικές της δικλείδες. Το “εμείς” έχει πεθάνει. Η εικόνα που αναδύεται από την ανάλυση της ελληνικής κοινωνίας το 2025 είναι αναμφίβολα ανησυχητική. Η κοινωνική ειρήνη δεν κινδυνεύει από κάποιον εξωτερικό εχθρό, αλλά σαπίζει από μέσα. Η χώρα κινδυνεύει να παγιωθεί σε μια κατάσταση “χαμηλής έντασης”, όπου η βία –λεκτική, ψυχολογική, σωματική, οικονομική– είναι ο βασικός τρόπος αλληλεπίδρασης.
Επιπλέον, αν κάποιος θέλει να μετρήσει τα επίπεδα του συλλογικού θυμού στην Ελλάδα, αρκεί να οδηγήσει για μισή ώρα σε κεντρική πολυσύχναστη αρτηρία μεγαλούπολης. Ο δρόμος έχει μετατραπεί σε χώρο εκτόνωσης της συσσωρευμένης πίεσης, ένα πεδίο έντασης όπου ισχύει το δίκαιο του πιο θρασύ. Η παραβίαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας δεν είναι πλέον ζήτημα άγνοιας, αλλά ζήτημα επιβολής. Ο οδηγός που παραβιάζει το κόκκινο, που κινείται στη ΛΕΑ, που κολλάει στον προφυλακτήρα του μπροστινού, στέλνει ένα μήνυμα: “o χρόνος μου και η ανάγκη μου είναι πιο σημαντικά από την ασφάλειά σου”. Ο εγκλωβισμός στην κίνηση, σε συνδυασμό με το άγχος της καθημερινότητας, μετατρέπει το αυτοκίνητο από μέσο μεταφοράς σε μέσο εκτόνωσης. Ο νομοταγής οδηγός νιώθει κορόιδο, ενώ ο παραβατικός νιώθει κυρίαρχος.
Το πιο ανησυχητικό, κατά τη γνώμη μου, είναι η καταπίεση αυτής της οργής. Το πρόβλημα δεν είναι τόσο ότι ο κόσμος θυμώνει, αλλά ότι θυμώνει μόνος του και εκτονώνεται τυφλά και παράλογα. Λείπει ένα συλλογικό όραμα. Πλέον, εχθρός μας έχει γίνει ο γείτονας που κάνει φασαρία, ο υπάλληλος που άργησε, ο οδηγός του λεωφορείου, ο «άλλος».
Δεν μπορούμε να εξηγήσουμε αυτή την ένταση αν δεν κοιτάξουμε κατάματα την οικονομική πραγματικότητα. Η μακρά περίοδος κρίσεων άφησε βαθιές πληγές. Η κοινωνική ειρήνη προϋποθέτει μια βασική συνθήκη εμπιστοσύνης: ότι «αν πέσω, κάποιος (ή το κράτος) θα με πιάσει». Αυτή η εμπιστοσύνη έχει κλονιστεί βαθύτατα. Όταν νιώθεις απροστάτευτος απέναντι στην ακρίβεια που «ροκανίζει» την αξιοπρέπειά σου και το εισόδημά σου δεν φτάνει για τα βασικά, η ανησυχία γίνεται μόνιμη συνθήκη. Η φτώχεια και η ανισότητα λειτουργούν ως επιταχυντές της έντασης.
Η κοινωνική ειρήνη χρειάζεται έναν αξιόπιστο διαιτητή: το κράτος δικαίου. Όταν οι πολίτες παύουν να πιστεύουν ότι οι θεσμοί λειτουργούν δίκαια και προστατευτικά, τότε η κοινωνική σύμβαση ακυρώνεται. Στην Ελλάδα του 2026, η εμπιστοσύνη αυτή βρίσκεται στο ναδίρ. Αυτή η πεποίθηση δεν είναι απλώς μια γνώμη· είναι μια πολιτική στάση με σοβαρές συνέπειες. Όταν ο πολίτης πιστεύει ότι “το δίκιο είναι για τους πλούσιους/δυνατούς”, τότε σταματά να προσφεύγει στους θεσμούς και αναζητά άλλους τρόπους δικαίωσης: την αυτοδικία, τη διαφθορά ή την παραίτηση. Οι πρόσφατες δημόσιες υποθέσεις και η διαχείρισή τους λειτούργησε ως καταλύτης για αυτή την απονομιμοποίηση, εμπεδώνοντας την αίσθηση ότι η ατιμωρησία είναι κανόνας.
Όλα τα παραπάνω –η οικονομική πίεση, η βία, η έλλειψη δικαιοσύνης– συνθέτουν το σκηνικό για αυτό που έχει περιγραφεί στον δημόσιο διάλογο ως “κοινωνικός κανιβαλισμός”. Ο όρος αυτός περιγράφει την οριζόντια βία: την αλληλοεξόντωση των κοινωνικών στρωμάτων που βρίσκονται υπό πίεση. Ο “κανιβαλισμός” εκδηλώνεται όταν: ο εργαζόμενος επιτίθεται στον συνάδελφό του αντί να διεκδικήσει δικαιώματα από τον εργοδότη, ο κάτοικος μιας περιοχής επιτίθεται στον αδύναμο, κατηγορώντας τον για την υποβάθμιση, αντί να ζητήσει υποδομές από το κράτος, ο χρήστης των social media συμμετέχει σε ψηφιακά λιντσαρίσματα, εκτονώνοντας την οργή του σε “εύκολους στόχους”.
Ωστόσο, μέσα σε αυτό το ζοφερό τοπίο, υπάρχουν ακόμη νησίδες αντίστασης. Δίκτυα αλληλεγγύης που επιμένουν, πρωτοβουλίες δήμων για τον πολιτισμό και την ένταξη, εκπαιδευτικοί που παλεύουν καθημερινά στις τάξεις να διδάξουν ανθρωπιά. Η ανάκτηση της κοινωνικής ειρήνης θα έρθει μόνο μέσα από την αποκατάσταση του κοινωνικού συμβολαίου.
Μέχρι τότε, θα συνεχίσουμε να περπατούμε στις μεγαλουπόλεις με το κεφάλι σκυμμένο, αποφεύγοντας τις κακοτοπιές, ελπίζοντας ότι η βία της διπλανής πόρτας δεν θα χτυπήσει τη δική μας. Αλλά η σιωπή δεν βοηθάει την κοινωνική ειρήνη. Είναι απλώς η ησυχία πριν την επόμενη καταιγίδα. Έτσι, αναρωτιέμαι αν υπάρχει διέξοδος. Αν συνεχίσουμε να επιτρέπουμε στην τοξικότητα να είναι η νέα κανονικότητα, θα βυθιστούμε σε μια ζούγκλα όπου θα επιβιώνει ο πιο θρασύς.
Θέλω να κλείσω με μια θετική σκέψη: η κοινωνική ειρήνη είναι η καθημερινή συνύπαρξη. Αν θέλουμε να την ξαναχτίσουμε, χρειάζεται συνδυασμός προσωπικής βούλησης και συλλογικής δράσης. Χρειάζονται έργα που θα κάνουν την καθημερινότητα πιο ανθρώπινη. Μπορούμε άραγε να ξαναβρούμε το νήμα που μας ενώνει, ή θα αφεθούμε στη σιωπηλή διάβρωση της αδιαφορίας και της οργής;