Στις 15 Μαρτίου 2026 η Cassandra Kulukundis κέρδισε το πρώτο Όσκαρ Casting για το One Battle After Another, σε μια κατηγορία που απονεμήθηκε για πρώτη φορά στην ιστορία του θεσμού. Η νίκη της, που η HuffPost Greece κατέγραψε ως επιτυχία μιας δημιουργού ελληνικής καταγωγής, έφερε ξανά στο προσκήνιο μια μεγάλη αλλά συχνά αποσπασματικά καταγεγραμμένη ιστορία: από την Κατίνα Παξινού και τον Μάνο Χατζιδάκι έως τον Βαγγέλη, τον Κώστα Γαβρά και τον σύγχρονο κύκλο των υποψηφιοτήτων γύρω από τον Γιώργο Λάνθιμο.
Η πρώτη μεγάλη ελληνική στιγμή στα Όσκαρ ήρθε το 1944, όταν η Κατίνα Παξινού κέρδισε το βραβείο Β’ Γυναικείου Ρόλου για το For Whom the Bell Tolls.
Ακολούθησε το 1961 ο Μάνος Χατζιδάκις, που κέρδισε το Όσκαρ Καλύτερου Τραγουδιού για το «Never on Sunday», ενώ το ίδιο φιλμ χάρισε και υποψηφιότητα Α’ Γυναικείου Ρόλου στη Μελίνα Μερκούρη.
Λίγα χρόνια αργότερα, το Zorba the Greek έδωσε στον Βασίλη Φωτόπουλο το Όσκαρ Καλλιτεχνικής Διεύθυνσης, ενώ ο Μιχάλης Κακογιάννης ήταν ταυτόχρονα υποψήφιος για Σκηνοθεσία, Διασκευασμένο Σενάριο και Καλύτερη Ταινία.
Η ελληνική υπογραφή επέστρεψε δυνατά τη δεκαετία του ’80. Το 1982 ο Βαγγέλης κέρδισε το Όσκαρ Πρωτότυπης Μουσικής για το Chariots of Fire.
Το 1983 ο Κώστας Γαβράς κέρδισε το Όσκαρ Διασκευασμένου Σεναρίου για το Missing, έχοντας ήδη γράψει ιστορία με το Z, που του είχε δώσει υποψηφιότητες για Σκηνοθεσία και Σενάριο το 1970.
Αν κάποιος ψάξει τις ελληνικές υποψηφιότητες πέρα από τις νίκες, η λίστα είναι πολύ μεγαλύτερη. Η Μελίνα Μερκούρη ήταν υποψήφια για το Never on Sunday. Ο Μιχάλης Κακογιάννης είχε τριπλή υποψηφιότητα για το Zorba the Greek. Ο Γιώργος Λάνθιμος έχει βρεθεί επανειλημμένα στην οσκαρική κούρσα: για το The Favourite ήταν υποψήφιος για Σκηνοθεσία και Καλύτερη Ταινία, ενώ το Poor Things το 2024 τού έφερε ξανά υποψηφιότητες για Σκηνοθεσία και Καλύτερη Ταινία.
Στην ίδια σύγχρονη τροχιά ανήκουν και οι υποψηφιότητες του Φαίδωνα Παπαμιχαήλ για τη φωτογραφία του Nebraska, του Γιώργου Μαυροψαρίδη για το μοντάζ του The Favourite και του Poor Things, και του Γιώργου Λαμπρινού για το μοντάζ του The Father.
Υπάρχουν όμως και άλλες, λιγότερο πολυσυζητημένες ελληνικές παρουσίες στις υποψηφιότητες: η Δάφνη Ματζιαράκη για το ντοκιμαντέρ μικρού μήκους 4.1 Miles, η Christina Lazaridi για το live action short One Day Crossing, η Mildred Iatrou Morgan για το sound editing του La La Land και του First Man, και ο Nikos Kalaitzidis για τα οπτικά εφέ του Free Guy. Με άλλα λόγια, το ελληνικό αποτύπωμα δεν περιορίζεται στις «μεγάλες» κατηγορίες ή στα πιο γνωστά ονόματα.
Ξεχωριστό κεφάλαιο είναι, βέβαια, οι ελληνικές ταινίες στην κατηγορία της ξενόγλωσσης, σήμερα Διεθνούς Ταινίας. Η Ελλάδα έχει φτάσει πέντε φορές μέχρι την τελική πεντάδα: με την Ηλέκτρα το 1963, τα Κόκκινα Φανάρια το 1964, το Χώμα Βάφτηκε Κόκκινο το 1966, την Ιφιγένεια το 1978 και τον Κυνόδοντα το 2011. Καμία δεν κέρδισε, όμως όλες μαζί φτιάχνουν μια διαδρομή που δείχνει ότι ο ελληνικός κινηματογράφος είχε παρουσία στην Ακαδημία πολύ πριν από τη διεθνή έκρηξη του Λάνθιμου.
Το συμπέρασμα είναι ότι η φετινή διάκριση της Cassandra Kulukundis δεν είναι μια μεμονωμένη «ελληνική εξαίρεση», αλλά ο πιο πρόσφατος κρίκος μιας μακράς αλυσίδας. Άλλοτε με καθαρά ελληνικές παραγωγές, άλλοτε με Έλληνες δημιουργούς που δούλεψαν διεθνώς, και άλλοτε με ονόματα της διασποράς, η Ελλάδα έχει βρεθεί πολλές φορές μέσα στην ιστορία των Όσκαρ, όχι μόνο ως ανάμνηση, αλλά και ως ενεργό παρόν.