Από τα Γιάννενα τον πρώτο του σταθμό, μέχρι τη Σεούλ, τον τελευταίο, ο εικαστικός δημιουργός Γιώργος Τζινούδης μας μιλά για την απόσταση που έχει διανύσει. Ετοιμάζοντας ένα Open Studio που στις 4 και 5 Απριλίου στο στούντιο στο Κουκάκι, ο καλλιτέχνης που μετά το μεταπτυχιακό του στην Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Complutense, βρέθηκε στη Νέα Υόρκη με υποτροφία από το Ιδρυμα Fulbright για να εξερευνήσει τα όριά του στον κόσμο και την τέχνη, αναφέρεται στην πρόσφατη συμμετοχή του στο Art Residency στη Νότιο Κορέα, στην συνεργασία του με την Οδό Πανός, στις αξίες, τα πιστεύω και τα θέλω του. Αλήθεια, η τέχνη οφείλει να προκαλεί τον θεατή ή αρκεί να τον συγκινεί;
–Με τι εικόνες και μνήμες επιστρέψατε από το Art Residency στη Νότιο Κορέα που βρεθήκατε πρόσφατα; Από που ήρθε η πρόσκληση; Ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες σας αυτό το ταξίδι;
Επέστρεψα με τις εικόνες ενός καταπληκτικού φθινοπώρου, γεμάτου χρυσά, κόκκινα και πορτοκαλιά.
Το ομορφότερο φθινόπωρο που έχω δει στη ζωή μου, μιας και το στούντιο ήταν σε ένα δάσος δίπλα σε μία λίμνη, λίγο έξω από τη Σεούλ. Η πρόσκληση ήρθε από την κορεάτισσα γκαλερίστα Cristal Kim και από το AAWResidence. Οι εγκαταστάσεις ήταν καταπληκτικές και η φιλοξενία πολύ ζεστή και ανθρώπινη. Κατά τα άλλα η Σεούλ είναι μία δυτικού τύπου παγκόσμια Μητρόπολη στην αιχμή του σύγχρονου κόσμου με πολύ προχωρημένη τεχνολογία, καταπληκτικές υποδομές, υψηλό βιοτικό επίπεδο, μηδενική εγκληματικότητα, ευγενικούς και όμορφους ανθρώπους που μιλούν ανυπόφορα κακά αγγλικά.
–Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Πανεπιστήμιο Complutence στη Μαδρίτη, Ίδρυμα Fulbright με υποτροφία Νέα Υόρκη. Ποιος σταθμός των σπουδών σας είναι αυτός που σας διαμόρφωσε περισσότερο ως άνθρωπο και ως δημιουργό;
Είναι και οι τρεις σταθμοί σημαντικοί, γιατί έρχονται σε πολύ διαφορετικές ηλικίες και καλύπτουν διαφορετικές προσδοκίες. Στα Γιάννενα ένα παιδί φεύγει από την πατρική σκέπη και πηγαίνει σε μία άλλη πόλη να σπουδάσει την τέχνη και να ζήσει τη φοιτητική τρέλα. Στη Μαδρίτη πολύ πιο συνειδητοποιημένα πια ένας νέος γύρω στα 25 φεύγει απ’ τη χώρα μόνος του να πάει να επεκτείνει τις σπουδές στο αντικείμενό του. Μπορώ να πω ότι στο μεταπτυχιακό στην Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Complutense οφείλω σε πολύ μεγάλο βαθμό το “ξεστράβωμά” μου αναφορικά με το τι μπορεί να είναι η τέχνη σήμερα. Και η Νέα Υόρκη με υποτροφία από το Ίδρυμα Fulbright έρχεται σε αρκετά ώριμη ηλικία έτσι ως επιστέγασμα πολλών προσπαθειών, και μου δίνει την ευκαιρία να ζήσω έναν πολύ όμορφο χρόνο στη Νέα Υόρκη, χωρίς οικονομικές ανησυχίες, με δικό μου στούντιο στους 7 και 23 δρόμους του Μανχάταν. Εκεί ζωγραφίζω πολύ. Σπουδάζω στο School Of Visual Arts, επισκέπτομαι πάρα πολλές γκαλερί και σχεδόν νύχτα παρά νύχτα πίνω τα ποτά μου στα speakeasy του Lower East Side. Μακάρι να κρατούσε περισσότερο. Ωστόσο έχω τη γνώμη ότι τον καλλιτέχνη δεν τον φτιάχνουν οι σπουδές. Θέλω να πω ότι το να είναι κανείς καλλιτέχνης που δεν σπουδάζεται ακριβώς. Τον καλλιτέχνη τον φτιάχνει νομίζω μια κάποια ιδιότυπη ιδιοσυγκρασία και τα μικρά ή μεγάλα δράματα και οι κωμωδίες της ζωής. Παρόλα αυτά και οι τρεις σταθμοί που αναφέρετε είναι σημαντικοί.
Το λοιπόν, το πρωτοποριακό, το σπαρταριστό,το ρηξικέλευθο βρίσκεται στο στυλ. Ωστόσο δεν είναι εύκολο να εντοπιστεί γιατί είναι μπροστά από την εποχή του και σπανίζει.
–Δεν σκεφτήκατε να παραμείνετε και να εργαστείτε στη Νέα Υόρκη; Γιατί τελικά δεν έγινε;
Η σκληρή αλήθεια είναι ότι θα ήθελα να παραμείνω λίγο παραπάνω στη Νέα Υόρκη. Ωστόσο, όταν τελειώνει η υποτροφία, ταυτοχρόνως τελειώνει και η βίζα και δεν ήμουν έτοιμος ούτε για παρανομίες ούτε για λευκούς γάμους. (χιούμορ)
–Τι είναι το ταξίδι κι η μετακίνηση για εσάς; Πόσο πολύ εμπλέκεται στην καλλιτεχνική σας δημιουργία;
Ένα από τα νοήματα της Ομηρικής Οδύσσειας δεν είναι ότι όλη η ζωή είναι ένα ταξίδι; Από κει και πέρα, όσο περισσότερες μετακινήσεις και ξεβολέματα εντάξεις σε αυτό το ταξίδι, τόσο περισσότερους Κύκλωπες, Λαιστρυγόνες, καταιγίδες, καραβοτσακίσματα μα και απάνεμα ακρογιάλια θα συναντήσεις.
Οι μετακινήσεις κάνουν το ταξίδι πιο πλούσιο. Φυσικά δεν αναφέρομαι στις τουριστικού τύπου μετακινήσεις. Από κει και πέρα εγώ πάω όπου με πάει η ζωγραφική και η ανάγκη για εργασία. Αν με ρωτήσετε πού πάει όλο αυτό, πολλές φορές νομίζω πως δεν πάει πουθενά κι εγώ πάω μαζί του. Ωστόσο βοηθάει να μη βαλτώνω. Αυτό το 8:00 – 4:00 έχει σκοτώσει περισσότερους ανθρώπους απ’ ό,τι όλες οι βόμβες έχουν πέσει στον πλανήτη.
–Θα ήθελα από τα μέρη που έχετε επισκεφθεί να μας επιλέξετε τρία στα οποία θα μπορούσατε να περάσετε τη ζωή σας.
Μα δε θα ήθελα να περάσω τη ζωή μου σε ένα μέρος, όσο ωραίο κι αν είναι αυτό. Το «για πάντα» είναι ασφυκτικό. Εξάλλου το καλύτερο μέρος που υπάρχει είναι αυτό στο οποίο θα πας γιατί εμπεριέχει την ελπίδα και την κίνηση. Παρόλα αυτά, τρία μέρη που θα ήθελα να ξαναεπισκεφτώ και να περάσω καιρό εκεί είναι οπωσδήποτε η Σεούλ, το Ρίο Ντε Τζανέιρο και η Χώρα των Βάσκων.
(Αντλώ από) τα φωτισμένα δωμάτια των νυχτερινών πολυκατοικιών, τη μυρωδιά των φωταγωγών,τα κορίτσια όταν μου θυμώνουν, τους ξαφνικούς θανάτους, τη σπασμένη φτερούγα ενός πουλιού στη μέση της ασφάλτου, τις συγκρούσεις των τρένων , τα ντοκιμαντέρ για τις μαύρες τρύπες, τους βομβαρδισμούς και την απάθειά μας μπροστά στο άδικο και τη φρίκη
Advertisement
-« Τα έργα του βγάζουν ένα θυμό αλλά και μια χαρά», αναφέρει ο Στέφανος Τσιτσόπουλος με αφορμή τη συνεργασία σας. Συμφωνείτε μαζί του; Από που αντλείτε για να δημιουργήσετε τα έργα σας;
Εν μέρει ναι, αν και ο Στέφανος μάλλον αναφέρεται στα εργάκια – εικονογραφήσεις που έκανα μια φορά και έναν καιρό στη Θεσσαλονίκη, όταν αυτός διήθυνε το περιοδικό Soul και εγώ εικονογραφούσα για αυτό. Υφείρπε όντως ένας ειρωνικός, χαρούμενος, χρωματιστός θυμός σε εκείνες τις εικονογραφήσεις. Τώρα, αναφορικά με το από πού αντλώ, θα έλεγα από ο,τιδήποτε: Από τα φωτισμένα δωμάτια των νυχτερινών πολυκατοικιών, τη μυρωδιά των φωταγωγών,τα κορίτσια όταν μου θυμώνουν, τους ξαφνικούς θανάτους, τη σπασμένη φτερούγα ενός πουλιού στη μέση της ασφάλτου, τις συγκρούσεις των τρένων , τα ντοκιμαντέρ για τις μαύρες τρύπες, τους βομβαρδισμούς και την απάθειά μας μπροστά στο άδικο και τη φρίκη, από τα στιχάκια του Αλκη Αλκαίου, από τις απλωμένες μπουγάδες με πανσέληνο, από τα τραγούδια του Βαμβακάρη, από τις τρίπλες του KyrieIrving, από το Δράκο του Κούνδουρου, από τη φωνή της Chavela Vargas, απ’ της μάνας το παράπονο… Από ο,τιδήποτε που μπορεί να με τσιμπήσει λίγο πιο βαθιά και να μου δημιουργήσει μια κάποια εμμονή.
–Κύριε Τζινούδη, τι είναι αυτό που κάνει ένα έργο αληθινά πρωτοποριακό κατά την άποψή σας;
Μα το στυλ. Το στυλ είναι ο τρόπος. Ο τρόπος για να κάνεις ή να πεις ακόμα και κάτι βαρετό ή χιλιοειπωμένο και να το κάνεις να λάμψει. Εξάλλου ο άνθρωπος εδώ και χιλιάδες χρόνια τις ίδιες ιστορίες λέει και ξαναλέει. Με τα ίδια κεντρικά θέματα καταπιάνεται η τέχνη του: έρωτας, θάνατος , δικαιοσύνη-ηθική, ελευθερία…Το στυλ είναι που κάνει τη διαφορά. Σκεφτείτε πόσο συνηθισμένη και απλή υπόθεση έχει το « Έγκλημα και τιμωρία». Ένας πρώην φοιτητής δολοφονεί μια γριά τοκογλύφο πιστεύοντας ότι η πράξη του δικαιολογείται ηθικά. Δέκα πιο συναρπαστικές δολοφονίες συνέβησαν στην Αθήνα μόνο τον προηγούμενο μήνα κι όμως ο τρόπος του Ντοστογιέφσκι κάνει τη διαφορά και το εξυψώνει σε ένα από τα αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνία. Σκεφτείτε τη «Νύχτα με Αστροφεγγιά». Σαν θέμα μια νυχτερινή τοπιογραφία. Ε και; Τι τρόπος όμως! Σκεφτείτε το βιολί στα καπρίτσια του Παγκανίνι. Μια φορά θα το ακούσεις και από κει και πέρα θα το αναγνωρίζεις παντού. Σκεφτείτε τα ποιήματα του Σαχτούρη. Ένα σύμπαν ολοδικό του. Το διαβάζεις και είναι καταφανές ότι είναι δικό του, φρέσκο, δυνατό, ολοκαίνουριο όταν το πρωτοτραγούδησε. Τα ίδια πράγματα ξαναείπε, αλλά με το δικό του τρόπο. Και δεν έχει τελειωμό ο κατάλογος
Το λοιπόν, το πρωτοποριακό, το σπαρταριστό,το ρηξικέλευθο βρίσκεται στο στυλ. Ωστόσο δεν είναι εύκολο να εντοπιστεί γιατί είναι μπροστά από την εποχή του και σπανίζει.
–Πιστεύετε ότι η τέχνη οφείλει να προκαλεί τον θεατή ή αρκεί να τον συγκινεί;
Η τέχνη δεν οφείλει τίποτα. Είναι εκεί. Και όταν λέω εκεί δεν εννοώ μόνο μέσα στους πίνακες, στα λογοτεχνικά έργα , στα κονσέρτα , στα φιλμ. Η τέχνη είναι παντού γύρω μας.
Τέχνη μπορεί να είναι μια στιχομυθία που ακούγεται από τη μεσοτοιχία, ένας γατοκαβγάς μπορεί να είναι τέχνη, το σφύριγμα ενός βοσκού, το να αγαπάς μπορεί να είναι τέχνη, μια σκουπιδοσακούλα κρεμασμένη σε μια ακμάζουσα νεραντζιά μπορεί να είναι τέχνη, η κίνηση του Μοχάμεντ Άλι μέσα στο ρινγκ είναι τέχνη, τα γκολ του Μαραντόνα με τους Άγγλους είναι τέχνη, τρία κυκλάμινα που γέρνουν συγχρονισμένα στο περβάζι είναι τέχνη. Η τέχνη είναι παντού κι εμείς, αν θέλουμε, μπορούμε να ζούμε με ανοιχτές τις κεραίες μας, για να την προσλαμβάνουμε άλλες φορές σαν συγκίνηση , άλλες σαν πρόκληση, άλλες σαν παρηγοριά.
Βέβαια, χρειάζεται μια κάποια προπαιδεία και τριβή για να σε αγγίξει βαθιά και να σε ταράξει από μέσα. Όπως κάποιος που δεν έχει δει ποτέ ποδόσφαιρο στη ζωή του και δε γνωρίζει το πλαίσιο, θα δυσκολευτεί να εκτιμήσει τα γκολ του Μαραντόνα που προαναφέραμε, έτσι και κάποιος που δεν έχει την αντίστοιχη τριβή ενδεχομένως να δυσκολευτεί να εκτιμήσει ένα πρελούδιο του Μπαχ ή τη χρωματική λεπτότητα και ευαισθησία του πέρασματος από το ένα χρώμα στο άλλο που καθιστούν τους πίνακες του Ρόθκο σχεδόν υπαρξιακούς.
–Θα θέλατε να μας πείτε δυο λογία για βιβλίο σας που εξέδωσε η Οδός Πανός πριν από λίγους μήνες;
Τον περασμένο Μάιο, ο κύριος Γιώργος Χρόνας και η Οδός Πανός μου έκαναν την τιμή να εκδώσουν ένα βιβλίο 60 σελίδων με μικρά κείμενα που έχω σκαρώσει την τελευταία εικοσαετία. Τιτλοφορείται «Σαν Βρώμικο Χιόνι» και αποφασίσαμε στο εξώφυλλο αυτής της πρώτης έκδοσης να υπάρχει ένα μικρό ιδιόχειρο σχεδιάκι του υποφαινόμενου, το οποίο να ξεπροβάλλει από μια κυκλική οπή που δημιουργήθηκε επί τούτω. Έτσι λοιπόν το κάθε εξώφυλλο είναι μοναδικό, τουλάχιστον σε αυτή την πρώτη έκδοση.
-Πιστεύετε ότι η καλλιτεχνική ελευθερία πρέπει να έχει όρια; Αν ναι, ποιος τα θέτει; Έχετε νιώσει ποτέ την ανάγκη να αυτολογοκριθείτε; Και αν ναι, τι σας την προκάλεσε;
Τέχνη είναι ό,τι ο καλλιτέχνης λέει ότι είναι τέχνη. Ως εκ τούτου και τα όριά της είναι στην αποκλειστική ευθύνη του καλλιτέχνη. Αν επιτρέψουμε σε οποιονδήποτε άλλο να τοποθετήσει τα όρια στην τέχνη, αφενός μπαίνουμε σε μια τέχνη που παύει να είναι δουλειά του καλλιτέχνη, αφετέρου βαδίζουμε σε επικίνδυνες ατραπούς. Δηλαδή τι; Να αφήσουμε στον υπουργό, στον αστυνόμο, στον παπά ή στον λαό να θέσει τα όρια; Τι τέχνη θα είναι αυτή και τι καινοτόμο, διορατικό και μεγάλοέχουμε την απαίτηση να κομίσει μια τέτοια τέχνη;
Δεν αυτολογοκρίνομαι ακριβώς. Προσπαθώ πάντα να αποφεύγω την αισθητική χυδαιότητα και λαμβάνω πάντα υπ΄όψιν το πού και το ποιος είναι αυτός στον οποίο θα απευθύνομαι. Ας πούμε, όταν εκτελώ μια ζωγραφική στους τοίχους μιας αίθουσας αναμονής μιας οδοντιατρικής κλινικής για παιδιά, λαμβάνω πολύ σοβαρά υπ όψιν ότι απευθύνομαι σε παιδιά και μάλιστα σε παιδιά που ενδεχομένως πονούν και περιμένουν.
Τέχνη μπορεί να είναι μια στιχομυθία που ακούγεται από τη μεσοτοιχία, ένας γατοκαβγάς μπορεί να είναι τέχνη, το σφύριγμα ενός βοσκού, το να αγαπάς μπορεί να είναι τέχνη, μια σκουπιδοσακούλα κρεμασμένη σε μια ακμάζουσα νεραντζιά μπορεί να είναι τέχνη, η κίνηση του Μοχάμεντ Άλι μέσα στο ρινγκ
–Πότε νιώθετε ότι ένα έργο έχει ολοκληρωθεί; Όταν το αποφασίζετε εσείς ή όταν εκτεθεί στο κοινό;
Τώρα θέτετε ένα πολύ σοβαρό ερώτημα. Υπάρχει το έργο τέχνης χωρίς να επικοινωνηθεί; Ολοκληρώνεται ένα έργο, αν δε γνωστοποιηθεί στο κοινό και τελικά είναι το κοινό συστατικό στοιχείο του έργου τέχνης;
Αν ο Μαξ Μπροντ, μετά το θάνατο του φίλου του Φράντς Κάφκα δε διέσωζε τα γραπτά του, πηγαίνοντάς τα σε έναν εκδοτικό οίκο η «Μεταμόρφωση» δεν θα ήταν ολοκληρωμένο έργο; Αν ρωτάτε εμένα, νομίζω πως θα ήταν. Αυτό που αλλάζει είναι ότι από τη στιγμή που θα κοινοποιηθεί ή θα εκτεθεί το έργο δεν ανήκει πια μόνο στο δημιουργό του αλλά και στους άλλους. Τώρα αναφορικά με τα δικά μου έργα, τελειώνουν όταν δε με ενδιαφέρει άλλο να ασχοληθώ μαζί τους . Όταν τα κοιτάζω και δε με κεντρίζει πια κάτι.
–Μιλήστε μας για το Open Studio που έχετε στις αρχές Απριλίου. Που θα πραγματοποιηθεί και τι θα παρουσιάσετε;
Το Open Studio είναι μια μικρή γιορτή που κάνω κάθε χρόνο στις αρχές Απριλίου στο στούντιό μου στο Κουκάκι. Φέτος θα γίνει στις 4 και 5 Απριλίου. Κρατώ λοιπόν ανοιχτό το στούντιο για το κοινό και τους φίλους για ένα ολόκληρο Σαββατοκύριακο. Όσοι το επισκέπτονται μπορούν να δουν από κοντά δουλειές που δεν έχουν βγει ακόμα στα φόρα, να δουν πού και πώς προετοιμάζεται αυτό που αργότερα θα προωθηθεί ή και όχι στους θεσμικούς χώρους της Τέχνης, να έρθουν σε επαφή με πρωτογενές υλικό και να κουβεντιάσουμε πίνοντας ένα ποτήρι καλό κρασί, που τα τελευταία τρία χρόνια μάς κάνει την τιμή να το χορηγεί το Κτήμα Γεροβασιλείου. Δεν πρόκειται, λοιπόν, για κανονική έκθεση με θέμα, μεγάλη διάρκεια, επιμελητικά σημειώματα και γκαλερίστες αλλά για κάτι πιο απλό και διασκεδαστικό.